Η δεύτερη παράσταση που παρακολουθήσαμε στο φετινό, ιδιότυπο κατά τα άλλα πρόγραμμα της Επιδαύρου -όπου, χαρακτηριστικά, απουσιάζει παντελώς η κωμωδία- αφορά μια παλιά καλή γνώριμη του θεάτρου μας: την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή. Κι αν η ίδια έχει επισκεφτεί αρκετές φορές το αργολικό θέατρο, ο εισηγητής της αυτή τη φορά είναι πρωτόπειρος, –κι αυτό παρά τη μακρά πορεία του στη σκηνή. Ο Δημήτρης Τάρλοου κάνει επιτέλους το μεγάλο βήμα επιχειρώντας ένα σημαντικό πέρασμα: από τον ελεγχόμενο κλειστό χώρο στον επικίνδυνα ανοιχτό κι από τον μικρόκοσμο της αστικής σκηνής στη μεγάλη κλίμακα της αρχαίας τραγωδίας.
Και ωστόσο αυτό που παρακολουθήσαμε ήταν μια επιβεβαίωση όσων έχουμε κατά καιρούς εντοπίσει για το σκηνοθετικό του ιδίωμα. Μια παράσταση πρώτα από όλα εξωστρεφής, θεατρική στον πυρήνα, συνεπής στους στόχους, μετρημένη στις επιλογές, μπολιασμένη με περισσή ποιητικότητα και κινηματογραφική αισθητική. Με ένα -όπως πάντα- σπουδαίο ανθρώπινο δυναμικό στις επάλξεις, ισχυρές ερμηνείες και σκηνοθετική καθοδήγηση που αποπνέει ακρίβεια και φροντίδα. Τέλος, χωρίς ίχνος σκηνοθετικής αυταρέσκειας και με εκείνη τη διακριτική ματιά στο έργο που ανανεώνει το ενδιαφέρον και δοκιμάζει τις παγιωμένες αντιλήψεις.
Εικαστική ποιότητα
Δεν έλειπαν βέβαια την ίδια στιγμή σημάδια αμηχανίας απέναντι στο τοπίο της Επιδαύρου. Διέκρινα μαζί μια κάποια σεμνότητα, ακόμη και επιφύλαξη απέναντι στο ανοιχτό θέατρο και την ιστορική του φόρτιση. Ισως γι’ αυτό η αισθητική της παράστασης πρόδιδε μια ελαφρά ροπή στο παρελθόν. Ας πούμε στο σκηνικό που, παρά την εικαστική ποιότητα της υλοποίησής του από τον Πάρι Μέξη, παρέπεμπε περισσότερο σε χώρο εσωτερικού χαρακτήρα –και πιθανόν στην περίφημη «Ηλέκτρα» του Βιτέζ.
Παράλληλα η αισθητική πρόδιδε αναφορές στον «λαϊκό εξπρεσιονισμό» του Κουν, ενώ η εμφάνιση του Οίκου των Ατρειδών με τη μορφή νεοκλασικού σπιτιού ή η όψη του Παιδαγωγού με περικεφαλαία μάς επέστρεφε σε προτάσεις του Τσαρούχη. Οι αναφορές δεν τελείωναν εδώ: τα πολύχρωμα φορέματα του Χορού -σε αντίθεση με το αυστηρό μαύρο της Ηλέκτρας και την επιδεικτική ενδυμασία της Κλυταιμνήστρας και της Χρυσόθεμης- έφερναν στη μνήμη εικόνες από παραστάσεις του Σολομού, ενώ η γενικότερη τονικότητα, οι ειρωνικές υποδηλώσεις και η υπόγεια χιουμοριστική διάθεση φανέρωναν επιρροές από τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Ο Τάρλοου φαίνεται να ανήκει σε εκείνη τη γενιά σκηνοθετών που έμαθαν να αντιλαμβάνονται την είσοδό τους στον χώρο του αρχαίου δράματος ως σταδιακή ανάβαση. Σκαλοπάτι το σκαλοπάτι.
Αντίθετα, το σημείο που παρέμεινε ανοιχτό μέχρι τέλους -όπως συχνά συμβαίνει στο αρχαίο δράμα- ήταν ο Χορός. Παρότι τα μέλη του διέθεταν εσωτερική συγκρότηση και καθαρή ψυχολογία (με άριστη δουλειά στον ρυθμό και τη συνοχή τους), η εξωτερική όψη του Χορού παρέμενε ξένη στη δραματουργική ένταση του έργου. Επιπλέον τα χορικά ακούγονταν υπερβολικά πολύπλοκα και άνευρα, ενώ η προσθήκη ηλεκτρονικής υπόκρουσης σε αυτά, παράλληλα με τη ζωντανή επί σκηνής μουσική, ασφαλώς και δεν συνέβαλε στην ενοποιημένη ακουστική ταυτότητα της παραγωγής.
Ωστόσο εκεί που η πρόταση του σκηνοθέτη απέκτησε τον πιο ξεκάθαρο χαρακτήρα ήταν στη διανομή και στην εκ μέρους του ερμηνευτική καθοδήγηση. Ο Τάρλοου συγκέντρωσε γύρω του μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών, πέτυχε τη βαθιά εσωτερική τους ώσμωση και παρέδωσε την ουσιαστικότερη σκηνοθετική αρετή: να εξαφανιστεί ο ίδιος πίσω από τις ερμηνείες τους. Η «Ηλέκτρα» δεν είναι τελικά ένα προσωπικό σχόλιο του σκηνοθέτη, αλλά το σύνολο των θεατρικών σωμάτων που συναντώνται στη σκηνή. Οπου ακριβώς η παράσταση μας υποχρεώνει να στραφούμε στη συνέχεια.
Πρώτα στην Ηλέκτρα της Λουκίας Μιχαλοπούλου, που αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια κορυφαία στιγμή για την ηθοποιό και το θέατρό μας. Με σκηνική πειθώ και ψυχική ένταση απέδωσε τη σκοτεινή κόρη των Ατρειδών ως πρόσωπο που δεν διεκδικεί απλώς «δικαιοσύνη», αλλά κραυγάζει για «ύπαρξη». Το δράμα της Μιχαλοπούλου δεν βρίσκεται στην πράξη της εκδίκησης, αλλά στο μετά: στη συνειδητοποίηση του κενού που ανοίγει τώρα εμπρός της.
Να στραφούμε έπειτα στην Κλυταιμνήστρα της Ιωάννας Παππά, μια σπουδή για τη μετάβαση από την εξουσία στον τρόμο. Η ηθοποιός δεν αρκέστηκε στο να ενσαρκώσει το «αντικείμενο μίσους» της κόρης της. Επιχείρησε να φωτίσει ένα πρόσωπο αυτόνομο, σύνθετο και ενίοτε σαγηνευτικό. Η δική της δικαίωση της Κλυταιμνήστρας αφορά την κατανόησή της πέρα από το απαγγελτικό βλέμμα της κόρης της. Κομβική ως προς αυτό υπήρξε η σκηνή της αναγγελίας του θανάτου του Ορέστη –ίσως η πιο ισχυρή στιγμή της παράστασης. Σε εκείνη τη σκηνή η Κλυταιμνήστρα είναι πια ένα πλάσμα που χάνει κάθε στήριγμα. Και η Παππά ερμηνευτικά υπογράφει μία από τις πιο εσωτερικές, πιο λεπτοδουλεμένες και ανθρώπινες Κλυταιμνήστρες των τελευταίων ετών.
Ο Ορέστης του Αναστάση Ροϊλού ενσάρκωσε μια μορφή αποφασιστική, ψύχραιμη και με τέτοια εσωτερική καθαρότητα που δεν επιδέχεται αμφιβολία για τους στόχους της. Είναι ο εκτελεστής της θείας εντολής όσο και η παιδική ανάμνηση της Ηλέκτρας, ο λυτρωτής και ταυτόχρονα το είδωλο του εραστή που δεν γνώρισε η ίδια ποτέ. Ο Ροϊλός απέδωσε τη πραγματική και φασματική αυτή μορφή με λεπτότητα, σταθερές κινήσεις και γειωμένο λόγο. Ηταν το αντίβαρο στην εκτροπή της Ηλέκτρας, μια παρουσία που ηρεμεί το χάος φέρνοντας ισορροπία στο σύστημα.
Ο Παιδαγωγός του Γιάννη Αναστασάκη, από την άλλη, ήταν ένας λαϊκός αγγελιοφόρος με γερή θεατρική στόφα. Με ανάσα ευριπίδεια έφερε στη σκηνή χιούμορ, ειρωνεία και τραχύτητα σπάζοντας για λίγο τον «βαρύ» ψυχισμό της.
Η Χρυσόθεμις της Γρηγορίας Μεθενίτη αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από το άτολμο αντίβαρο της Ηλέκτρας. Χωρίς υπερβολές, με εσωτερική συγκρότηση και ευκρίνεια στον λόγο, η Μεθενίτη ανέδειξε έναν χαρακτήρα συνειδητά μετριοπαθή. Η αντίθεση των δύο αδελφών μετατοπίζεται έτσι από το δίπολο «δίκιο-άδικο» στο δίπολο «πάθος-λογική».
Στον σύντομο αλλά κρίσιμο ρόλο του Αίγισθου ο Νικόλας Παπαγιάννης ξεδίπλωσε όλη την τραγική ειρωνεία του προσώπου. Μπαίνοντας αμέριμνος στη σκηνή, με τόνο σχεδόν αυτάρεσκο και όψη σύγχρονου «χίπστερ», λειτούργησε τελικά σαν καταλύτης για το τελικό ξέσπασμα του έργου. Η ερμηνεία του ισορρόπησε ανάμεσα στην υπεροψία και τη φάρσα, προσδίδοντας στον ρόλο διαστάσεις τραγικές αλλά και σπαρακτικά γελοίες. Μια φιγούρα η οποία δεν καταλαβαίνει πόσο λίγος είναι για τη θέση που ο μύθος επιφύλαξε γι’ αυτόν.
Τέλος, ο Πυλάδης του Περικλή Σιούντα, παρά τον βουβό χαρακτήρα του ρόλου του, υπήρξε κι αυτός καθοριστικός. Ο σκηνοθέτης τον φαντάστηκε σαν το ανθρώπινο ίχνος του Απόλλωνα που συνοδεύει σωματικά και ενεργειακά την πράξη της εκδίκησης.
Η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά υποστηρίχτηκε απόλυτα στη μουσικότητα και το περιεχόμενό της. Την όλη εικόνα συμπληρώνουν η κινηματογραφική αύρα της μουσικής επένδυσης του Φώτη Σιώτα, οι εκφραστικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου (έστω κι αν επέβαλαν την παρουσία ενός άχαρου ικριώματος στο φόντο) και η οργανική κίνηση της Μαρκέλλας Μανωλιάδη.
Με τέτοια σκηνοθετική οικονομία και ερμηνευτική πυκνότητα η «Ηλέκτρα» του Τάρλοου θα διασχίσει το φετινό καλοκαίρι με αξιοπρέπεια, τόλμη και συνέπεια. Δεν είναι μια παράσταση που επιχειρεί να εντυπωσιάσει με υπερβολές ή ευκολίες, αλλά μια πρόταση που επιμένει στο ουσιώδες, στον λόγο, στο μέτρο και στο ήθος. Ισως γι’ αυτό μπορεί από τώρα να θεωρηθεί μία από τις επιτυχημένες του φετινού κύκλου. Γιατί κατάφερε να αναμετρηθεί με τον Σοφοκλή τίμια, ευφυώς και με καθαρότητα.
