Για λίγες μόνο παραστάσεις παρουσιάζεται στο θέατρο της Μαυρομιχάλη η νέα εργασία του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, ένας μονόλογος πάνω σε διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου, με τη Δέσποινα Σαραφείδου να αναλαμβάνει τον πολυπρόσωπο και πολυδιάστατο ρόλο του αφηγητή και σκηνικού εκτελεστή της μεταφοράς. Αυτή η ξαφνική και βιαστική ριπή θεάτρου που ζούμε στο θέατρο «Φούρνος» είναι η υπενθύμιση της ριζικής σχέσης που διατηρεί το θέατρο με τη λογοτεχνία. Πρόκειται για την απόδοση μιας αφήγησης, για την εξιστόρηση του Ανθρώπου εν λόγω και εν σώματι, που κινεί το υπέδαφος της γραφής και που τώρα, σαν θέατρο πια, φέρνει το μάγμα της αληθινής μαρτυρίας στην επιφάνεια.
Ο Σωτήρης Δημητρίου είναι ο καταξιωμένος αφηγητής της ριζικής σύνδεσης με μια χαμένη πατρίδα, με ένα λησμονημένο ξόδι, με μια σπαταλημένη γλώσσα. Η γραφή του έχει πατρίδα, που κι αν ακούγεται πλέον μακρινή, αντηχεί ακόμη μέσα μας. Δεν είναι ακριβώς τόπος της γεωγραφίας – είναι φωνή και ήχος, που το άκουσμά τους θυμίζουν την αίσθηση μιας πρώτης αγκαλιάς. Γι’ αυτό δονεί τις βαθιές χορδές των απανταχού ξεριζωμένων, με τη μυρωδιά, την αφή και τη γεύση του χώματος. Είναι τελικά μια γλώσσα που κουβαλά πάνω της περισσότερα από λέξεις και γραμματική, από συντακτικό και κανόνες.
Η σύνθεση του Κωνσταντινίδη παρουσιάζει στη σειρά πέντε τέτοιες ιστορίες του Δημητρίου, μαζεμένες από διάφορες συλλογές διηγημάτων. Η επιλογή τους ανήκει ασφαλώς στον σκηνοθέτη και την συνδημιουργό του τελικού κειμένου, τη Δέσποινα Σαραφείδου. Πρόκειται για ιστορίες που ξεκινούν επεισοδιακά με παραλλαγές στο ίδιο θέμα, με τη σχέση μιας μητέρας με το αποκλίνον παιδί της. Συνεχίζουν με την ανατροπή, με μιας γυναίκας της οποίας η αφοσίωση υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της λίμπιντο. Και κορυφώνονται με ένα επεισόδιο βάρβαρης κακοποίησης στα χέρια ενός ανελέητου σαδιστή.
Το «Τυφλή, τυφλή φοράδα» επομένως δεν αποτελεί ακριβώς «συρραφή» ή παράθεση διηγημάτων του ίδιου συγγραφέα. Οι ραφές της σύνθεσης εξαφανίζονται στο σώμα μιας δραματουργίας που κινείται μεν επεισοδιακά, οδηγείται ωστόσο στην κορύφωση και την τελική λύση. Ιδού πώς: Στο πρώτο σκηνικό επεισόδιο («Ντιάλιθ’ιμ, Χριστάκη») μια γυναίκα ψαλιδίζει μπροστά μας τα όνειρά της, αφηγούμενη τον γάμο μιας άλλης γυναίκας, Αρβανίτισσας εκ καταγωγής, που θα ξεριζωθεί από τη πιο βαθιά πατρίδα που υπάρχει: από τη μητρική της γλώσσα. Από τον σάπιο γάμο της θα γεννηθεί ένα παιδί που θα φέρει πάνω του το στίγμα της κακίας του κόσμου και την ξοδεμένη αγάπη της μητέρας του. Στο δεύτερο επεισόδιο («Βαλέρια»), η «ίδια» μητέρα φοράει κόκκινη περούκα και εκδίδεται σαν φτηνή πόρνη στην Αθήνα των μετοίκων της, χωρίς ίχνος αγάπης ή έστω συναίσθησης στο προβληματικό παιδί της…
Στο τρίτο («Η φλέβα του λαιμού»), η ίδια πάλι γυναίκα γίνεται «αστή» για να συνοδεύσει με τρυφερότητα τον ερώμενό της στο κρεβάτι της άρρωστης κόρης της… Τώρα, στο επόμενο, και κάπως πιο ελαφρύ επεισόδιο («Γλύκα στο στόμα»), την βλέπουμε να γίνεται χήρα, με υποσχέσεις αιώνιας αφοσίωσης στον αποθανόντα, μέχρι που ένας νεκροθάφτης θα ξεθάψει από μέσα της ένα σωρό θαμμένες κουβέντες… Και οδηγούμαστε τέλος εκεί: στο «επίμετρο» της παράστασης, η αυτή γυναίκα βγαίνει τώρα από το κάδρο και αφηγείται απλά μια ιστορία ανδρών («Κάι, κάι, θεούλη μου»). Μιλά για ένα ξεχασμένο φυλάκιο του Ναυτικού όπου καταφθάνει ένας μυστηριώδης κληρούχος, με απύθμενο μέσα του μίσος για τα ζωντανά του Θεού. Σαν διάβολος θα ξεσπάσει κάθε σαδιστικό ένστικτο στα αδέσποτα της περιοχής, τελικά πάνω σε ένα γατί και ένα σκυλάκι που έτυχε τα δύσμοιρα να πέσουν στα χέρια του. Η τελική επίκληση του ζώου προς το Θεό είναι χωρίς αμφιβολία μία από τις πιο δυνατές στιγμές της πρόσφατης λογοτεχνίας μας – προέρχεται από έναν σκύλο μα ενσωματώνει τη φωνή της γυναίκας-Ανθρώπου που πέρασε από όλα τα παραπάνω, έζησε όλες τις καταστάσεις για να καταλήξει να ενωθεί με το ζώο σε μια απέλπιδα προσευχή για την προστασία κάθε θύματος απέναντι σε κάθε θύτη.
Σώμα και κίνηση
Το έχω πει πολλές φορές κι από αυτή τη θέση. Οταν κάποτε το θέατρο κατορθώνει να συγκρατεί το κέντρο του όταν διασκευάζει λογοτεχνία, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι παρά φιλοσοφικότερον και επιτελέστερον του αρχικού. Εδώ, μαζί με το κείμενο του Δημητρίου και δίπλα στην εικόνα που δημιουργεί, έχουμε την εξ ανάγκης μεταφορά της ποίησής του σε σώμα και κίνηση, σε σκηνικά, χρόνο και τόπο θεάτρου. Εδώ έχουμε δηλαδή κοντά στο νοερό σώμα του λογοτεχνικού προσώπου, το αληθινό σώμα του ηθοποιού, την ακροβασία του μαζί με τη χοϊκότητά του.
Αυτό εξηγεί πιστεύω πολλά. Την απόφαση αρχικά να αποδοθεί η σύνθεση σε μορφή μονολόγου, σαν κατάθεση της ίδιας φωνής. Επειτα την απόφαση του σκηνοθέτη να αποδοθεί η φωνή αυτή από την ίδια ηθοποιό. Είναι η ροϊκή γραφή του Δημητρίου που οφείλει να αποδοθεί στο ίδιο σώμα. Κι είναι έπειτα η μορφή του χαμένου ήρωα και οι εκδοχές του που ακουμπούν η μια την άλλη, ενωμένες σε κοινό σώμα. Κι αν, τέλος, ο ερμηνευτής αυτός της παράστασης είναι «γυναίκα» όπως συμβαίνει εδώ, αυτό δεν πρέπει να μας προβληματίσει – κι όχι βέβαια επειδή το λέει το Μπάτλερ… Μα γιατί ο ηθοποιός οφείλει να μην έχει φύλο όταν αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει τον πυρήνα του Ανθρώπου αντί για τους φλοιούς του.
Αυτή είναι ίσως η μόνη αυθεντική φωνή εντός μας. Τη φωνή αυτή κατέγραψε και έστησε για τη σκηνή ο Κωνσταντινίδης με λιτά μέσα και ουσιώδη αίτια. Πέτυχε να μεταφέρει τον λόγο του Δημητρίου σαν συνθήκη ζωής, φορέα ανθρωπινότητας και διαρκή φάρο προς τον λιμένα της γλώσσας. Μπροστά μας (και ώς έναν βαθμό «μέσα μας»), η Δέσποινα Σαραφείδου γίνεται η φωνή που μιλά και το σώμα που κατοικείται. Φανερώνει άλλοτε τη σκληρή και άλλοτε τη τρυφερή της φύση, γίνεται απόμακρη και κάποτε κοντινή μας γυναίκα-πόνος, γυναίκα-μόχθος, γυναίκα-θύμα και γυναίκα-Ανθρωπος. Λειτουργικά τα λιτά σκηνικά (τρεις καναπέδες σαν στοιχεία δεξίωσης) και κοστούμια της Μαρίας Καραθάνου. Ωραία η επιμέλεια της κίνησης από την Ιριδα Νικολάου. Και εντός της δραματουργίας ο σχεδιασμός των φωτισμών από τη Στέβη Κουτσοθανάση. Ακόμα και η διδασκαλία των τραγουδιών από την Ελιόνα-Ελένη Σινιάρη σημαίνει τη λησμονημένη, «παράτονη» πια μνήμη μιας χθόνιας μουσικής πατρίδας.
Στον «Φούρνο» αυτόν τον Μάιο συντελείται με τα πιο σεμνά και μεστά μέσα η ώσμωση μιας φωνής, της πεζογραφίας, με μιαν άλλη, του θεάτρου. Καταλήγουν στο ίδιο σημείο. Στην ποίηση ενός χαμένου κέντρου.
