Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ταλαντούχος, παινεμένος από κριτική και κοινό από την πρώτη κιόλας παράσταση, έχει ήδη κάνει τα πρώτα του ανοίγματα στο εξωτερικό. Και τώρα, μετά το «Αουστρας ή η αγριάδα» της Λένας Κιτσοπούλου, που παρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο το 2012, ο Γιάννης Καλαβριανός αφήνει ξανά για λίγο την ομάδα του, τη Sforaris.

Στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας σκηνοθετεί το κείμενο «Η Τσερλίνε και το σπίτι των κυνηγών», βασισμένο στο «Η διήγηση της υπηρέτριας Τσερλίνε». Εχουν περάσει 25 χρόνια από το ανέβασμα του πέμπτου κεφαλαίου των «Αθώων» του Αυστριακού Χέρμαν Μπροχ, όταν είχε παρουσιαστεί στο Απλό Θέατρο σαν μονόλογος με την Αλέκα Παΐζη και τίτλο: «Η διήγηση της υπηρέτριας Τσερλίνε».

Γερμανία, Δημοκρατία της Βαϊμάρης, λίγο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόλις έχει τελειώσει ο πρώτος μεγάλος πόλεμος και η χώρα ταπεινωμένη έχει συρθεί στην ήττα και τη συνθηκολόγηση κι έχει χάσει εδάφη. Φτώχεια, ανεργία, η παλιά μεγαλοαστική τάξη διαλύεται και ο εθνικοσοσιαλισμός ανατέλλει.

«Αρχίσαμε τις πρόβες νωρίς, από τον Μάιο» λέει ο Γ. Καλαβριανός. «Η Μπέττυ Αρβανίτη είναι ηθοποιός έμπειρη, με ισχυρή άποψη. Θέλει να δικαιολογείται το καθετί στην παράσταση, δεν εφησυχάζει ποτέ. Ο,τι έχει να πει το λέει καθαρά, στα ίσια. Είχαμε μια ωραία συνεργασία χωρίς να λείπουν οι διαφωνίες. Αλλά κάθε φορά αφετηρία των ενστάσεων ήταν η έγνοια όλων μας για το αποτέλεσμα. Δεν κάνουμε το κείμενο ως μονόλογο, επιχειρούμε μια διασκευή που το ανοίγει πολύ.

Ο λόγος είναι περίτεχνος. Τέτοιοι στιλίστες λογοτέχνες, για να μεταφερθούν, χρειάζονται έναν άλλο στιλίστα. Αυτό το εξαίσιο παιχνίδι λόγου, αν δεν αποδοθεί με το ήθος της γλώσσας, παραμένει απλώς ένα περίεργο νουάρ».

• Μια βαρόνη, μια νόθα κόρη, ένας μυστηριώδης νεαρός, ένα αθώο κορίτσι, όλοι στο έλεος του άρρωστου μυαλού μιας αμόρφωτης υπηρέτριας.

Περιπτώσεις ανθρώπων, εκδοχές μικροαστών που πάτησε πάνω τους και θέριεψε ο εθνικοσοσιαλισμός. Ο Μπροχ βάζει στο επίκεντρο μια υπηρέτρια που κληροδοτήθηκε στις υπηρεσίες του σπιτιού από την εποχή της μητέρας της. Η Τσερλίνε, «βασιλικότερη του βασιλέως», με συμπεριφορά πιο μικροαστική και από αυτή των κυρίων της, έχει φτιάξει ένα νοσηρό περιβάλλον ελέγχοντας τη ζωή όλων. Στην πραγματικότητα αυτή κάνει κουμάντο. Σκιά της βαρόνης, παρακολουθεί και κλέβει τη ζωή της. Ερωτεύεται και συνδέεται με τους ίδιους άντρες, προβάλλει πάνω της όλες τις δικές της ματαιωμένες λόγω κοινωνικής θέσης δυνατότητες.

• Η Τσερλίνε στο τέλος τους ξεπαστρεύει όλους. Απομένει ολομόναχη, κυρία του σπιτιού, όμως εξακολουθεί να εγκυμονεί το κακό.

Το άσβεστο μίσος της για τη βαρόνη δεν είναι ταξικό αλλά βαθύτερο, υπαρξιακό, διαστροφικό –ακόμα κι όταν γίνεται η μοναδική αφέντρα του σπιτιού δεν ηρεμεί. Μεγαλώνει την κόρη της βαρόνης μ’ ένα αίσθημα ντροπής τόσο καθολικό, τόσο γενικευμένο, που δεν πιάνεται από πουθενά. Λες και θέλει να προσωποποιήσει πάνω στη μικρή όλη την ντροπή των Γερμανών.

Και τα καταφέρνει. Η κόρη κουβαλάει την πιεστική ευθύνη, την ενοχή για κάτι ακατανόητο νιώθοντας το χρέος να την ξεπληρώσει. Το κείμενο λυρικό, ποιητικό, μας βάζει σ’ έναν εφιαλτικό κόσμο, μας δείχνει το κακό από το οποίο κανείς δεν γλιτώνει. Η Τσερλίνε είναι το ίδιο το κακό. Το μαύρο της ψυχής που, ενώ το αναγνωρίζεις, είναι αδύνατον να το εξοντώσεις, ζεις μ’ αυτό. Είναι η σκοτεινιά που κουβαλάμε ανίκανοι να την αποποιηθούμε.

• Το έργο διαδραματίζεται στην εποχή που ο φασισμός έχει ήδη γεννηθεί.

Η εποχή υπάρχει ως αίσθηση, όπως και στο βιβλίο. Το κείμενο έχει μια αποσπασματικότητα από την πρώτη στιγμή, που τείνει προς τον εφιάλτη. Πρόσωπα και πράγματα έρχονται ξαφνικά με την ευκολία του ονείρου και νιώθεις σαν να μην πατάς στέρεα στο έδαφος. Πάνω στην αδιαφορία αυτών των κουνημένων, ιδεοληπτικών προσώπων πάτησε ο εθνικοσοσιαλισμός.

Εκμεταλλεύτηκε τη μαύρη τρύπα, την ντροπή της ήττας στον πρώτο πόλεμο, ώστε το έθνος να γίνει ξανά μεγάλο. Τα πρόσωπα δεν επηρεάζονται απ’ ό,τι γίνεται έξω από το περίκλειστο σύστημα μέσα στο οποίο ζουν δημιουργώντας σχέσεις αλληλεξάρτησης. Βρίσκονται μέσα σε μια φούσκα επί τριάντα χρόνια, τρώγοντας ο ένας τον άλλον. Ταξιδεύουν μέσα στον χρόνο ανυποψίαστοι ότι το κέλυφός τους έχει σαπίσει. Οταν ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας νεαρός υποψήφιος ενοικιαστής, αίφνης, το σαθρό, εύθραυστο περιβάλλον που συντηρούνταν λόγω της αδράνειας των ενοίκων, καταρρέει, διαλύεται.

• Τον ερχόμενο Οκτώβριο συμμετέχετε σε μια «hi-tech» παραγωγή… H δράση «Phone Home», μια ταυτόχρονη μέσω skype παράσταση, αντλεί έμπνευση από πραγματικές ιστορίες μεταναστών και προσφύγων και θα παρουσιαστεί για περιορισμένες βραδιές σε Αθήνα, Βερολίνο και Λονδίνο την ίδια στιγμή.

Η πρόταση επιλέχθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία και χρηματοδοτεί τον προϋπολογισμό της στο 60%. Τρία θέατρα σε τρεις διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες δημιουργούν μια κοινή παράσταση με θέμα τη μετανάστευση, την επικοινωνία και τη νοσταλγία, που θα πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα σε τρεις σκηνές, μία σε κάθε χώρα, συνδεδεμένες μέσω τηλεδιάσκεψης. Το κοινό θα παρακολουθεί παράλληλα όσα διαδραματίζονται ζωντανά, αλλά και μέσω διαδικτυακής προβολής. Οι ηθοποιοί θα παίζουν Interaction στις σκηνές Αθήνας, Βερολίνου, Λονδίνου.

• Γιατρός στο επάγγελμα, πώς βρεθήκατε στο θέατρο;

Εκανα αγροτικό, ειδικότητα και κατάλαβα ότι αλλού αγαπάω… Δούλευα στο ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη ως ηθοποιός. Ο καταλύτης, αυτός που μου επέτρεψε να υπάρξω στο θέατρο, είναι ο Βασίλης Παπαβασιλείου. Με είχε πάρει όταν έπαιζε την «Ελένη» του Ρίτσου για ένα βουβό πρόσωπο που χρειαζόταν στη σκηνή. Είχα πάθει σοκ, χάζευα σαν βλάκας αυτή την υποκριτική, τόσο γνήσια λαϊκή, που συγχρόνως έφερε όλο το δεδομένο φιλοσοφικό μπαγκράουντ. Κατέβηκα στην Αθήνα βοηθός του για τον «Αρχοντοχωριάτη» που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο. Κι έμεινα εδώ δέκα χρόνια.

• Και σχετικά γρήγορα κάνατε παραστάσεις που συζητήθηκαν, πέτυχαν, πήγαν καλά εισπρακτικά. Και μετά στο γερμανικό θέατρο.

Το καλοκαίρι στο Deutsches Theater συμμετείχα σ’ ένα πρότζεκτ με τίτλο «Ο άδειος ουρανός». Ολα είχαν να κάνουν με τον φονταμενταλισμό, τη θρησκεία, τον θεό και τον άνθρωπο, τη θρησκευτική ανεκτικότητα. Αφορμή στάθηκε το έργο του Γκότχολντ Εφρέμ Λέσινγκ «Ο Σοφός Νάθαν», όπου τρεις εκπρόσωποι θρησκειών (χριστιανός, Εβραίος, μουσουλμάνος) μαλώνουν για την καλύτερη θρησκεία. Ενας από αυτούς απαντά με την παραβολή του δαχτυλιδιού από τον Βοκάκιο. Πάνω σ’ αυτή την παραβολή γεννήθηκε η ιδέα για τη δημιουργία πέντε παραστάσεων που ανέλαβαν Ευρωπαίοι σκηνοθέτες.

Ο καθένας έφερνε έναν ηθοποιό από τη χώρα του και έπαιρνε έναν από το ανσάμπλ του Ντόιτσε. Η δουλειά μας παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβριο. Συγχρόνως με τις πέντε εκδοχές των παραστάσεων οργανώθηκαν συζητήσεις με εκπροσώπους θρησκειών, από χριστιανούς και δομινικανούς μέχρι Κρίσνα και σαμάνους, όχι απλώς ιερείς αλλά άριστους θεωρητικούς…

Εγιναν συναυλίες από ομαδικές χορωδίες όλων των θρησκειών, στήθηκαν μεγάλα τραπέζια του θεάτρου όπου οι θεατές έτρωγαν όλοι μαζί. Το πρότζεκτ πήγε τόσο καλά, που προκάλεσε το ενδιαφέρον όλων των Ιδρυμάτων να το χρηματοδοτήσουν ώστε να παρουσιαστεί και στις άλλες χώρες. Εστειλαν λοιπόν το μήνυμα: εκδηλώστε ενδιαφέρον. Το πιστεύεις ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχε καμιά αντίδραση; Για μια εκδήλωση που δεν απαιτούσε καθόλου χρήματα; Το επιχείρημα ήταν ότι η τρέχουσα προβληματική της χώρας είναι στραμμένη αλλού, στα οικονομικά…

• Η σύγκριση εργασιακού περιβάλλοντος ανάμεσα σε Ελλάδα και Γερμανία προφανώς δημιουργεί μελαγχολία…

Στη Γερμανία είναι υπερεπαγγελματίες. Είναι περιττό να συγκρίνουμε οργάνωση και αποτελεσματικότητα. Μιλάμε για τεράστιους οργανισμούς με προϋπολογισμούς δεκαπλάσιους απ’ ό,τι όλων των ελληνικών θεάτρων μαζί. Και μάλιστα σε θέατρα της επαρχίας. Ενα μικρό παράδειγμα: Συζητώντας μια πρόταση, μου είπαν ότι η υπεύθυνη του δραματουργικού δεν μπορούσε να με δει άμεσα.

Τους καθησύχασα ότι θα βρεθούμε αφού επιστρέψω από την Ελλάδα. «Οχι, εννοούμε ότι το ραντεβού μπορεί να κλειστεί σε 3 ώρες», διευκρίνισαν… Και πράγματι, συναντιέμαι με μια νεαρή κοπέλα γύρω στα 30 που ήρθε με το ποδήλατό της. Η εικόνα και η στάση της δεν προέβαλλαν καμιά ιδιότητα. Εβγαλε το ντοσιέ της και δουλέψαμε. Στην Ελλάδα μια 30χρονη δεν θα επιτρεπόταν να εργαστεί ούτε ως θεατρολόγος σε δημοτικό σχολείο… Αλλά εκεί οι πραγματικά τοπ στη δουλειά τους δεν ενδύονται το στήσιμο που φέρουν στην Ελλάδα και οι τελευταίοι υπεύθυνοι της Κάτω Ραχούλας –που συνήθως είναι και ανεπαρκείς–, αυτό τον αέρα που φωνάζει: διοικούμε τον πλανήτη…

• Η κρίση που περνάμε έγινε λίγο άλλοθι σε εγγενείς αδυναμίες;

Εχουμε πάρει το θέμα «κρίση» εργολαβικά. Προσωπικά δεν είχα κάποιο status να διατηρήσω. Τα ατομικά μου έξοδα είναι ελάχιστα. Δεν πίνω, δεν καπνίζω, δεν κυκλοφορώ με ταξί. Η ομάδα ξεκίνησε από το μηδέν, χωρίς επιχορηγήσεις, χωρίς στήριξη, όλα γίνονταν με το ελάχιστο των χρημάτων. Απλώς, όταν βρίσκεσαι σε μια δημιουργική στιγμή, είσαι εργατικός, έχεις όρεξη, κάνεις σχέδια, σε πιάνει λίγο το παράπονο. Λες γιατί να μην είναι λίγο πιο εύκολα τα πράγματα. Είναι δύσκολο να βρεις τρόπο να κρατάς ζωντανό το κίνητρό σου.

• Η εργασία σας απαιτεί μοναχικότητα;

Μοναχικά μοιραζόμαστε κοινούς φόβους. Στον σεισμό είμαστε όλοι σεισμοπαθείς. Θυμάμαι πριν χρόνια είχαμε ένα σοβαρό τροχαίο στην Εθνική Κορίνθου-Πατρών. Μας περιμάζεψε μια οικογένεια, μας πήγε στο νοσοκομείο κι ύστερα μας φιλοξένησε για κάποιες ημέρες. Μ’ αυτούς τους άγνωστούς μας ανθρώπους γίναμε οικογενειακοί φίλοι.

Η κοινή στάση απέναντι στην κρίση αφαιρεί τους διαχωρισμούς. Ακόμα και στο ασανσέρ να κλειστείς με ξένους, αναγνωρίζεις τόσο οικεία πράγματα, όπως τον φόβο. Ή οι γυμνιστές στις παραλίες. Τίποτα πάνω τους δεν προδίδει κοινωνική τάξη, ιδεολογία, επάγγελμα. Μάταιοι καθωσπρεπισμοί, επινοημένες περσόνες χωρίς λόγο. Είναι τόσο μικρή η ζωή. Και τρώμε τόσο πολύ χρόνο για να στερεώσουμε τις μάσκες…

Δεν υπάρχουν ισόγεια και ρετιρέ

• Συμμερίζεστε την άποψη του Δ. Δημητριάδη που θέλει τον ελληνικό λαό βδέλυγμα;

Θεωρώ την προσέγγιση ισοπεδωτική. Η οικογένειά μου, οι φίλοι μου είναι εργατικοί, έντιμοι, καθαροί άνθρωποι. Ο πατέρας μου είχε ζαχαροπλαστείο. Η έγνοια του ήταν να πληρωθούν οι εργαζόμενοι και το ΤΕΒΕ. Πλήρωνε μάλιστα τη μεγαλύτερη κλίμακα εισφορών. Και σήμερα η σύνταξή του έγινε μισή, θα κοπεί κι άλλο. Νιώθει τόσο ανόητος, τόσο κορόιδο. Οχι, ο ελληνικός λαός δεν είναι βδέλυγμα, είναι θέμα αξιοπρέπειας των πολλών να μην επιτρέπουν τέτοια απαξίωση. Η ζωή προχωράει. Σημασία έχει πώς προσδιορίζεις εαυτόν σε σχέση με τον κόσμο. Αν σκεφτούμε ότι απλώς κατέχουμε ένα μέρος, ότι είμαστε απλωμένοι σε πλάτος κι όχι σε ύψος, θα συνέλθουμε. Στην ουσία δεν υπάρχουν ισόγεια και ρετιρέ. Ανεξάρτητα από το τι δουλειά κάνουμε, τι σεξ κάνουμε, πόσα κερδίζουμε, μόνο επιστρέφοντας πίσω στα βασικά ισορροπούμε.

INFO:

Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας, Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ.: 210 8838727. «Η Τσερλίνε και το σπίτι των κυνηγών». Μετάφραση: Ελένη Βαροπούλου. Διασκευή: Στρατής Πασχάλης. Δραματουργική επεξεργασία-Σκηνοθεσία: Γιάννης Καλαβριανός. Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου. Μουσική επιμέλεια: Αγγελος Τριανταφύλλου. Διδασκαλία κίνησης: Αλεξία Μπεζίκη. Τραγούδι: Γιώργος Γλάστρας. Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Μαρία Κατσιαδάκη, Κώστας Βασαρδάνης, Σύρμω Κεκέ, Εύα Σιμάτου.