Δεν θα σταματήσουμε εύκολα να βλέπουμε ξανά και ξανά στη σκηνή μας το «απόλυτο» μιούζικαλ της φτωχής πλην τίμιας λουλουδούς του γερο-Σο, που ως άλλη Σταχτοπούτα της κοινωνικής κάστας της θα μεταμορφωθεί κάποτε στην πριγκίπισσα (που κάθε κοπέλα κρύβει μέσα της) από τα χέρια του δικού της Πυγμαλίωνα, ενός ορκισμένου εργένη και τυπικού τζέντλεμαν της βικτοριανής Μεγάλης και Αγίας Βρετανίας. Και εδώ που τα λέμε δεν ανεβάζουμε μόνο τον Σο, όταν θυμόμαστε την ωραία του κυρία. Μεσολαβούν ανάμεσα σε εκείνον και σε εμάς πολλά και θαυμαστά ακόμη φίλτρα, με πρώτο από όλα την κινηματογραφική μεταφορά στα 1964 του επιτυχημένου μιούζικαλ των Λέρνερ και Λόου, με την Οντρεϊ Χέπμπορν να πρωταγωνιστεί στο κέντρο σαν απόλυτο είδωλο της γυναικείας χάριτος. Εκτοτε κάθε φορά που βλέπουμε την «Ωραία μου κυρία», με αυτήν τη χάρη καλούμαστε να αντιπαραβάλουμε τις εντυπώσεις μας.
Μα δεν έχει τέλος η γοητεία αυτού του μαγικού φίλτρου. Εδώ βρίσκονται τα πάντα εναρμονισμένα και σε άριστη αναλογία. Ο μύθος της Σταχτοπούτας και του Πυγμαλίωνα, το πρόσωπο του «συμπαθητικού τύπου» (προφανώς συναφές με το μελόδραμα και το «Κουρέλι» του Νικοντέμι), το Θέατρο των Ιδεών του Σο (με ολίγη από χαρακτηριστική ειρωνεία και με μια ελαφρά δόση από κοινωνικά δικαιώματα και πρώιμο φεμινισμό), η γνωστή πλοκή του «στοιχήματος» μεταξύ τζέντλεμεν (τη θυμόμαστε και από τον Βερν), που εκκινεί τα πιο απίθανα εγχειρήματα με τη γνωστή φλεγματικότητα και σπουδή τους, και για τέλος το περίφημο εκείνο ερωτικό ρομάντζο (εννοείται μεταξύ ενός ώριμου κατασταλαγμένου αστού και μιας κούκλας του), που έκανε κάποτε να πιστεύουν ότι ο μόνος που κρατούσε την κουτάλα για να ανακατευτεί ο ταξικός κόσμος ήταν ο Ερωτας.
Και βέβαια υπάρχει επιπλέον σε αυτά και η μαγεία του μουσικού θεάτρου. Που δεν είναι θέατρο με τραγούδια και μουσική, αλλά θέατρο ξεχωριστό, γεμάτο με χαρισματικά πλάσματα, ασκημένα λες μόνο και μόνο για να εμφανιστούν στη σκηνή του. Που φέρει το τραγούδι, τον χορό και τη μελωδία σαν τα υλικά ενός κόσμου στον οποίο η χαρά, το συναίσθημα και το όνειρο πάνε μπροστά και η τάξη, το λογικό και ο συμβιβασμός ακολουθούν.
Τι καλύτερο λοιπόν από ένα τέτοιο θέατρο τα Χριστούγεννα, εν μέσω της σύντομης μα αναγκαίας ανακοπής της γκρίζας καθημερινότητάς μας; Η επίσκεψη στο «Παλλάς» για το νέο μιούζικαλ της Θέμιδος Μαρσέλλου, ίσως της πλέον εμβληματικής σκηνοθέτιδάς μας στον χώρο του μιούζικαλ, είναι μια επίσκεψη σε αυτό το διάλειμμα. Μα πριν και από την άψογη σκηνοθεσία της, η «Ωραία μου κυρία» της Βουκουρεστίου έχει ό,τι πρέπει να έχει κάθε μιούζικαλ που λέγεται αντάξιο του ονόματός του: μια σπουδαία παραγωγή που το στηρίζει, χαρίζοντας του άφθονα σκηνικά, πλούσια κοστούμια, περισσή λάμψη και εκείνο το χορταστικό θέαμα που ξεκινά από την περίφημη κουρτίνα-αυλαία του «Παλλάς» (από μόνη αξίζει μια ξεχωριστή αναφορά σαν απόλυτα διακριτό στολίδι ενός μεγάλου θεάτρου), για να καταλήξει στις εντυπωσιακές προβολές στο βάθος της σκηνής.
Πρέπει λοιπόν και εμείς να προσαρμόσουμε το βλέμμα μας στη σωστή σειρά αυτού του θεάτρου. Εν αρχή, όπως είπαμε, είναι η παραγωγή των θεατρικών επιχειρήσεων Τάγαρη και της «ARTinfo». Δικό τους μέλημα είναι μεταξύ άλλων και η διάρκεια της παράστασης, που είναι ασφαλώς τόση ώστε να βγει από το θέατρο ο θεατής του πλήρης από εντυπώσεις, θαμπωμένος από εικόνες, κατάφορτος από συναισθήματα. Θα μου επιτραπεί να τοποθετήσω αμέσως μετά τη μουσική διδασκαλία, που στην παράσταση του «Παλλάς» φτάνει σε ύψος αντάξιο όχι μόνο του καλύτερου μουσικού θεάτρου αλλά και της ίδιας της λυρικής σκηνής. Οι δύο (!) μαέστροι Nικόλας Γουάστωρ και Βασίλης Αλεβίζος στη διεύθυνση και διδασκαλία της ορχήστρας ο πρώτος, στη διεύθυνση και φωνητική διδασκαλία ο δεύτερος συνέβαλαν στο αποτέλεσμα ενός επιπέδου που μόνο κάποιος ειδικότερος του υποφαινόμενου θα μπορούσε ίσως να σχολιάσει επισταμένως.
Ακολουθούν τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη και τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού. Εχουν για πρότυπό τους φανερά όχι το ίδιο το μιούζικαλ αλλά την κινηματογραφική μεταφορά του -και όποιος μπορεί να τη φέρει στο μυαλό, θα κατανοήσει τον βαθμό δυσκολίας μα και την τελική μεγαλοπρέπεια. Ειδικά τα κοστούμια, που έχουμε την ευκαιρία να τα δούμε «από πιο κοντά», φανερώνουν ξεχωριστή δεξιότητα και έχουν για κορύφωση την εμφάνιση της ηρωίδας με το φόρεμα-νυφικό της στον χορό της πρεσβείας,-ρέπλικα του αντίστοιχου της Χέπμπορν. Πολύ ωραίες, ζωντανές και προσαρμοσμένες στη δεξιότητα των Ελλήνων ηθοποιών είναι οι χορογραφίες της Αννας Αθανασιάδη. Δυστυχώς το αδύναμο σημείο των ελληνικών μιούζικαλ δεν είναι οι φωνητικές αλλά οι χορευτικές ικανότητες των ηθοποιών μας. Αριστοι οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου (απαιτητικοί, καθώς πρέπει να φωτίζουν τα διάφορα επίπεδα του πρωταγωνιστή και του συνόλου), όπως και οι προβολές της Βικτώριας Βελλοπούλου στο βάθος, που χαρίζουν στο όλο σκηνικό κάτι από τη μαγεία του παιχνιδιού.
Επίτηδες πρόταξα τους συνήθως σκιώδεις στην κριτική συντελεστές της παραγωγής, γιατί πιστεύω πως εδώ είναι το πεδίο τους. Είναι άλλωστε αυτοί που δημιουργούν το βάθρο πάνω στο οποίο θα ανεβούν οι ηθοποιοί του μιούζικαλ, οι «απόλυτοι ερμηνευτές» με τα κριτήρια του θεάματος, μα και οι δεξιοτέχνες του «μεγάλου κλειστού θεάτρου». Πιστεύω πως η βαθιά ικανοποίηση από αυτό το θέατρο, η διάθεσή του ξεκινάει από την κατάφαση του δικού τους, του πολυδιάστατου χαρίσματος. Η Demy έχει αναλάβει τον «συμπαθητικό τύπο» της Ελάιζα, της κοπέλας που κρύβει πίσω από τη γλωσσική κάστα της, το πρόσωπο μιας δυναμικής «νέας γυναίκας» του «νέου αιώνα». Εχει όλα τα προσόντα, φυσική εμφάνιση, εξαιρετικές φωνητικές ικανότητες και υψηλή τεχνική. Μα πάνω απ’ όλα μπορεί να προβάλλει στο κοινό τη φιγούρα του «δικού μας» όμορφου κοριτσιού. Ο Χίγκινς του Ιεροκλή Μιχαηλίδη είναι κυνικός και παγερός -κάτι από ήρωα της Μπροντέ-, όμως σταδιακά ακολουθεί κι αυτός το μονοπάτι του έρωτα για μια γυναίκα που αντί να «δημιουργήσει», όπως ο ίδιος πιστεύει αρχικά, τη βοηθά μόνο να αποκαλύψει τη βαθιά ομορφιά της. Για κάποιο λόγο έχουν αφαιρεθεί από τον πρωταγωνιστή τα μουσικά μέρη, κι ίσως ο ίδιος είναι περισσότερο απόμακρος απ’ ό,τι επιβάλλει ο ρόλος του. Ωστόσο διαθέτει πάντα το αναγκαίο έρεισμα στο μεγάλο κοινό, κάτι που τον βοηθά να περνά στην πλατεία τον ήρωά του.
Ο πλέον απολαυστικός είναι ο Τάκης Παπαματθαίου ως Ντουλίτλ (σαφώς ανώτερος από τον Αγγλο συνάδελφό του στην ταινία) -πράγμα που δεν μπορεί παρά να μας θυμίζει ξανά ότι ο ίδιος ανήκει στην πιο αδικημένη ίσως γενιά κωμικών του θεάτρου μας. Ο Θοδωρής Κατσαφάδος δίνει τον συνταγματάρχη Πίκεριν στρογγυλά και φωναχτά, με την καλοπροαίρετη σκευή της ερμηνείας του. Σπουδαία τα φωνητικά χαρίσματα του Ιαν Στρατή στον ρόλο του Φρέντι, ρόλος που εξέρχεται του μιούζικαλ και φτάνει στο πεδίο της οπερέτας. Και βέβαια στον ρόλο της κυρίας Χίγκινς η πάντα σκαμπρόζα στόφα της Μίρκας Παπακωνσταντίνου. Η ίδια η σκηνοθέτιδα Θέμις Μαρσέλλου κρατά για τον εαυτό της τον ρόλο της οικονόμου. Οι υπόλοιποι νέοι ηθοποιοί συνθέτουν ένα δυναμικό φωνητικό και χορευτικό σύνολο, λειτουργώντας σαν πολλαπλασιαστής της ισχύος αυτού του θεάτρου, Ειρήνη Αγγελοπούλου, Μαρία Βασιλάτου, Ελενα Γεώργα, Ντόρα Γκέγκα, Ασπασία Λαιμού, Δανάη Τσούμου, Πάνος Δεσινιώτης, Ραφαήλ Κριτούλης, Πάνος Μαλακός, Ηλίας Μανιατόπουλος, Στέργιος Περτσινίδης, Μάριος Πετκίδης, Εύα Σταμάτη και Λεωνίδας Στάμου. Αριστες φωνές, απόλυτος συγχρονισμός και όμορφες νεανικές παρουσίες.
Δεν θα σταματήσουμε ποτέ θαρρώ να βλέπουμε την «Ωραία μου κυρία», ακόμα κι αν κάποτε απορρίψουμε συλλήβδην το ιδεολογικό της υπόβαθρο… Δεν είναι οι ιδέες που την κάνουν τόσο γοητευτική. Είναι η διάθεσή της που ξεκουράζει τον κόσμο.
