ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναρωτιέσαι τι μπορεί να αντλεί η νέα γενιά, αυτή που γεννήθηκε μετά την ΕΣΣΔ και την πτώση του Τείχους, από κείμενα που αναφέρονται με κριτικό τρόπο απέναντι σε ένα καθεστώς που συνέτριψε το κομμουνιστικό όραμα στα γρανάζια ενός καταπιεστικού μηχανισμού επιβολής; Να έχει ακούσει άραγε για τον σπουδαίο Βάτσλαβ Χάβελ, που προσωποποίησε τον αγώνα για ελευθερία και δημοκρατία από την «Ανοιξη της Πράγας» το 1968 μέχρι τη «Βελούδινη Επανάσταση» το 1989; Να ξέρει την ιστορική προσωπικότητα που φυλακίστηκε σχεδόν πέντε χρόνια με την κατηγορία ότι επεδίωκε την ανατροπή του επιβεβλημένου κομμουνιστικού καθεστώτος, να ξέρει τον θιασώτη της «μη βίας», ο οποίος με την αποχώρηση των Σοβιετικών από την Τσεχοσλοβακία εκλέχτηκε ως ο τελευταίος πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας και στη συνέχεια έγινε ο πρώτος πρόεδρος της Τσεχίας; Ή μήπως μερικοί νέοι άνθρωποι καταφέρνουν να εντρυφήσουν στην ουσία των έργων που αποστρέφονται την καταπίεση και συγκρούονται με το σύστημα επιβολής της αδικίας;

Η Αικατερίνη Παπαγεωργίου, που μαζί με την ομάδα της «The Young Quill» ανέλαβαν την επαναλειτουργία και τη διαχείριση του Θεάτρου Μπέλλος στην Πλάκα το 2022 και είναι από πέρσι υπεύθυνη σκηνοθέτις και εμψυχώτρια στο θεατρικό εργαστήρι του Σωφρονιστικού Καταστήματος Κορυδαλλού, στη συνέντευξή της δεν μας αφήνει καμία αμφιβολία για την πορεία που έχει χαράξει. Δεν είναι μόνο τα εξαιρετικά δείγματα δουλειάς που μας έχει παρουσιάσει, όπως «Η νύχτα των Μυστικών» και «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα», αλλά και η φετινή επιλογή της με το έργο «Μεμοράντουμ» («Μνημόνιο») του Βάτσλαβ Χάβελ. Με ευφάνταστο τρόπο μάς μεταφέρει στο καφκικό σύμπαν μιας διεφθαρμένης δημόσιας υπηρεσίας που, μέσω μιας διαστρεβλωμένης τεχνοκρατικής γλώσσας, επιβάλλει να πλανάται απειλητικά η γραφειοκρατία, καταστρέφοντας εκείνους που δεν προσαρμόζονται. Η φάρσα μετατρέπεται σε εφιάλτη θέτοντας αμείλικτα ερωτήματα για τη σύγκρουση με το απρόσωπο και δαιδαλώδες κράτος και το κατεστημένο, που καταφέρνει να παραμένει αήττητο ώστε να την πληρώνει πάντα αυτός που δεν φταίει. Μπορεί κανείς να επιβιώσει αν δεν αφομοιωθεί από το σύστημα;

Διόλου τυχαία το έργο στη χώρα μας παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1970, ως σχόλιο κατά της χούντας των Συνταγματαρχών, ενώ ήταν απαγορευμένο στην τότε Τσεχοσλοβακία.

Και να τι μας λέει η Αικατερίνη Παπαγεωργίου…

● Πώς μάθατε για τον Χάβελ και το συγκεκριμένο έργο;

Ως ομάδα μάς ενδιαφέρει αυτό που κανείς θα μπορούσε να αποκαλέσει «πολιτικό θέατρο». Πιο συγκεκριμένα, μας ενδιαφέρει το πολιτικό θέατρο που δεν είναι ευθέως καταγγελτικό, αντιθέτως δημιουργεί ένα ισχυρό αφηγηματικό πλαίσιο για να διατυπώσει ερωτήματα και εκμεταλλεύεται όλο το φάσμα των θεατρικών και παραστατικών δυνατοτήτων για να αναπτυχθεί. Με αυτόν τον άξονα αναζητούμε έργα και έτσι ανακαλύψαμε πέρυσι το έργο «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα» του Ματέι Βίζνιεκ και φέτος το «Μεμοράντουμ» του Βάτσλαβ Χάβελ.

● Τι σας συγκίνησε σε αυτό και θελήσατε να το ανεβάσετε στη σκηνή;

Ο Χάβελ τοποθετεί την ιστορία του έργου σ’ ένα εντελώς καφκικό σύμπαν ενός δημόσιου οργανισμού. Διαβάζοντας την πλοκή του έργου, εκτός από κάποιες αναχρονιστικές αναφορές, δεν υπάρχει τίποτα στην εξέλιξή της που να μην την καθιστά σύγχρονη και επίκαιρη. Μέσα από αυτό προκύπτει ένα εξαιρετικά εύστοχο πολιτικό, ηθικό και υπαρξιακό ερώτημα που αφορά τη σχέση του ανθρώπου με το σύστημα. Τι κάνει κανείς απέναντι σ’ ένα σύστημα που το αναγνωρίζει ως αναξιοκρατικό και δυσλειτουργικό, αλλά ταυτόχρονα ξέρει ότι αν συγκρουστεί μαζί του θα ηττηθεί και θα παραγκωνιστεί; Ο Χάβελ δεν απαντά σ’ αυτό το ερώτημα, απλώς το θέτει με τρόπο εκκωφαντικό. Αυτό είναι και το ερώτημα που έχουμε αποπειραθεί να εγείρουμε κι εμείς μέσα από την παράσταση.

● Τι έχει να μας πει για το σήμερα ένα έργο που στηλιτεύει το επιβεβλημένο σοβιετικό καθεστώς στην Τσεχοσλοβακία;

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι το έργο αυτό στην Ελλάδα έχει ανέβει άλλη μια φορά στις αρχές τις δεκαετίας του 1970 ως σχόλιο κατά του χουντικού καθεστώτος. Στην πραγματικότητα, ασκεί έντονη κοινωνική κριτική σε οτιδήποτε απολυταρχικό, τυπολατρικό και άκριτα επιβεβλημένο. Ιχνηλατεί σχέσεις εξουσίας και τρόπους που ο άνθρωπος καθίσταται πολιτικά και ιδεολογικά ανελεύθερος. Θεωρώ ότι τέτοιου είδους πρακτικές, ενίοτε απροκάλυπτες και άλλοτε περισσότερο συγκεκαλυμμένες, μας είναι εξαιρετικά οικείες. Συνεπώς, για εμένα αυτό είναι και το πιο τρομακτικό: ότι ένα έργο που γράφτηκε για να στηλιτεύσει το σοβιετικό καθεστώς της Τσεχοσλοβακίας, φαίνεται να μπορεί μέχρι και σήμερα να στηλιτεύσει τον τρόπο λειτουργίας του Δημοσίου, μεγάλων πολυεθνικών, πολιτικών κομμάτων και κυβερνήσεων.

● Ενα αδυσώπητο γραφειοκρατικό σύστημα που λες και καταπίνει το ανθρώπινο το οποίο κατά τα άλλα υποτίθεται ότι θα έπρεπε να υπηρετεί. Αν στη σοβιετική εποχή υπηρετούσε τη διαιώνιση του καθεστώτος και τη διαφθορά, σήμερα τι εξυπηρετεί;

Τη διαιώνιση ταξικών και οικονομικών ανισοτήτων, αναξιοκρατικών συστημάτων που μπορούν να ευνοούνται και να μην ελέγχονται και τη συντήρηση ενός νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που, ενώ για την πλειονότητα του κόσμου μοιάζει ανελέητος και αδυσώπητος, για κάποιους είναι εξαιρετικά κερδοφόρος.

● Εχει παίξει κάποιο ρόλο η εμπειρία σας με το θέατρο στη φυλακή στο γεγονός ότι μεταφορικά θα μπορούσε να παραλληλιστεί η γραφειοκρατία με την απονομή της δικαιοσύνης, αφού πεδίο άσκησης αυτής της εξουσίας παραμένουν οι ανίσχυροι;

Φυσικά, καθώς τα δύο τελευταία χρόνια έρχομαι αντιμέτωπη σε εβδομαδιαία βάση με ιστορίες υπονόμευσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελευθερίας. Η γραφειοκρατία του δικαστικού συστήματος καθιστά τις περισσότερες διαδικασίες εξαιρετικά περίπλοκες και ερεβώδεις. Με άλλα λόγια, αν δεν ξέρεις περί τίνος πρόκειται, δεν μπορείς να βγάλεις άκρη. Ως εκ τούτου, προκύπτουν δυσλειτουργίες, με πιο προφανή αυτήν της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων που λόγω μεγαλύτερης οικονομικής ευκολίας θα μπορέσουν να έχουν στοιχειώδη πρόσβαση στο σύστημα και των υπολοίπων που θα παραμείνουν έρμαιο της τυχαιότητας των διαδικασιών αυτών.

● Τελικά, η αγάπη και η αλήθεια θα νικούν πάντα το ψέμα και το μίσος, όπως πίστευε ο Χάβελ;

Δυστυχώς δεν έχω απάντηση σε αυτό. Το μόνο που θα έλεγα είναι ότι προσωπικά, αν πάψω να ελπίζω στην εγκυρότητα αυτής της φράσης του Χάβελ, φοβάμαι ότι θα πάψω και να πιστεύω στο θέατρο, στον άνθρωπο και στη ζωή.