ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σπάνια η εκδημία ενός ανθρώπου μοιάζει να σημαίνει τόσο εμφατικά το «τέλος μιας εποχής». Πράγματι, το έργο του Κώστα Γεωργουσόπουλου διασχίζει όλη την περίοδο της Μεταπολίτευσης και συνυφαίνεται άρρηκτα με τις ελπίδες και τις κατακτήσεις της, όπως και με τις αντιφάσεις και τα όριά της. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι σε αυτήν την προσωπικότητα οφείλεται το μεγαλύτερο μέρος της φυσιογνωμίας του ελληνικού θεάτρου και ότι κατά κάποιον τρόπο όλοι μας υπήρξαμε, κάποτε ως ακόλουθοι και κάποτε σαν αρνητές, άμεσοι ή πλάγιοι μαθητές του.

Ανήκει στη μεταπολεμική γενιά και εμφανίζεται στα κριτικά γράμματά του θεάτρου μας κατά την πλέον κρίσιμη χρονολογία για το μέλλον του, στα 1970, και στην πιθανόν πλέον «συστημική» θέση του είδους, ως κριτικός του «Βήματος», διαδεχόμενος τον Αγγελο Τερζάκη. Είναι βέβαια πολύ νέος ακόμη, μα η στάση και το ύφος του μοιάζουν ήδη μεγαλύτερα. Φαντάζεται κανείς τον αιφνιδιασμό και το σούσουρο που θα είχαν προκαλέσει οι πρώτοι σχολιασμοί του στην εφημερίδα… Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος είχε αναλάβει κεντρική θέση σε μια τυπική αστική εφημερίδα της εποχής, μα από την αρχή κιόλας η γραφή του πρόδιδε ξεχωριστή πυγμή, αυτοπεποίθηση, προσωπικότητα και, αν μη τι άλλο, γλωσσικό κύρος. Ασφαλώς δεν θύμιζε τίποτα από τους εξαιρετικά μορφωμένους μα μάλλον νωθρούς προκατόχους του στο είδος. Η δική του στάση είχε διαμορφωθεί με βάση άλλα πρότυπα, που αφορούσαν όχι την κριτική παράδοση που παρέλαβε, αλλά την ταγή μιας προηγούμενης γενιάς κριτικών, κυρίως του Φώτου Πολίτη, στους οποίους ο ίδιος βρήκε τα βασικά του εφόδια: χρήση μιας δημοτικής που σπάει το κέλυφος της γλωσσικής ορθότητας, ήθος και ύφος που στοχεύουν όχι στη διατήρηση του κατεστημένου συστήματος, αλλά από την αρχή κιόλας στη σύγκρουση και ανατροπή του. Αν κάποιοι θέλουν να ανακαλύψουν τον αληθινό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο, οφείλουν να τον συναντήσουν εκεί, στις αρχές του ’70, σε κείμενα που πραγματικά θα πρέπει να έπεσαν σαν βόμβα καταμεσής του ελληνικού θεάτρου. Αυτός ο νεαρός φιλόλογος, ο «μανιακός με το θέατρο», που από παιδί άκουγε και αποστήθιζε θέατρο στην επαρχία με μέσον το ραδιόφωνο, που είχε θητεύσει δίπλα στους Ροντήρη και Σιδέρη, δεν είχε έλθει για να φέρει στο ελληνικό θέατρο ειρήνη αλλά μάχαιραν.

Μα είχε και περισσό θράσος! Από την αρχή κιόλας, αυτός, ο «μαθητής», επιτίθετο χωρίς φρένο στα μεγαλύτερα ονόματα του τότε θεάτρου, στους Μινωτή, Μυράτ, Μουζενίδη, φανερώνοντας ότι πέρα από μια, ας πούμε, αναμενόμενη πάλη των γενεών, είχε κατά νου έναν απόλυτα διαμορφωμένο από τότε κιόλας κώδικα αρχών και αξιών, με τα οποία έβλεπε και έκρινε το ελληνικό θέατρο. Οι αρχές μα και το ύφος του έρχονταν όπως είπαμε από τον Πολίτη και οι στόχοι βασίζονταν στις επιταγές της γενιάς του ’30. Ομως για τον Γεωργουσόπουλο αυτό σήμαινε κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που διαισθητικά το ένιωθε από τότε να οδηγεί την πνευματική του στάση. Ηταν ανάγκη το ελληνικό θέατρο να αποκτήσει αυθεντική, γνήσια και άξια κάθε ελέγχου ελληνική δραματική γραφή. Και, έπειτα, η γραφή αυτή όφειλε να αναπτυχθεί όχι σαν ετερόφωτη αντανάκλαση των πρόσκαιρων ρευμάτων που διέσχιζαν την ελληνική σκηνή, αλλά με ρίζες και κλώνους και καρπούς δικούς της. Αυτό δεν σήμαινε την απομόνωση του ελληνικού θεάτρου -αντιθέτως, σήμαινε την ανοιχτή συνομιλία με ό,τι πολύτιμο συμβαίνει στον κόσμο, από τη θέση όμως μιας τέχνης που ξέρει πως έχει δικούς της προγόνους, ιδιαιτερότητες, χαρακτήρα και γλώσσα. Ο νεαρός τότε κριτικός με την πύρινη γλώσσα, το άτεγκτο ύφος και εκείνη τη χαρισματική πειθώ, είχε επίγνωση πως το θέατρό μας χρειαζόταν μια νέα γενιά δραματουργών και χρειαζόταν πάνω από όλα μια νέα εικόνα του εαυτού της. Οταν οι άλλοι λοιπόν κοιτούσαν προς τις διεθνείς σκηνές, ο Γεωργουσόπουλος έθετε σαν απόλυτο σκοπό της κριτικής του την ανάδειξη μιας δραματουργίας που θα διέθετε εκτίμηση των δυνάμεών της, επίγνωση των καταβολών της, ανάληψη των κοινωνικών της στόχων. Κι όταν άλλοι έψαχναν στο εξωτερικό για να δανειστούν τους κώδικες και κλειδιά της νέας πρωτοπορίας, ο κριτικός παρέπεμπε σε παλαιούς κώδικες της ελληνικής τέχνης και σε αρχαία κλειδιά θεάτρου, ικανά να ανοίξουν την ελληνική ψυχή διάπλατα σε ό,τι αληθινό και εθνικό.

Το ελληνικό θέατρό του οφείλει επομένως ούτε λίγο ούτε πολύ τη Μεταπολίτευσή του. Την εντυπωσιακή του άνθηση, τη στροφή του σε θέματα που άπτονται της συλλογικής αυτογνωσίας, την εμφάνιση μιας ολόκληρης λεγεώνας συγγραφέων που άφησαν καθαρό το ίχνος τους σε μια καθ’ όλα «νεοελληνική» δραματολογία. Του οφείλει εν τέλει την ταυτότητά του. Γιατί εκείνος χάρισε στο θέατρό μας τον τρόπο για να βλέπει, να αναγνωρίζει και να συγκινείται με την ιθαγένειά του, με την έννοια δηλαδή μιας ελληνικότητας κατακτημένης στην κάμινο της Ιστορίας και μιας μνήμης που κρατάει αναμμένο το κερί της θυσίας, του μαρτυρίου και του πόνου στους αιώνες, ανατρέχοντας, πέρα από τις ηρωικές στιγμές, στα τραύματα και στις τόσες ανοιχτές πληγές του παρελθόντος. Για να βρει εκεί το νόημα του κλαυσίγελου ή το νάμα της χαρμολύπης του.

Του χρωστάει ακόμη το θέατρό μας, μα και η ίδια η κριτική, τη λαϊκή του απήχηση. Τα κείμενά του άλλωστε διαθέτουν το σπάνιο γνώρισμα να διαβάζονται και αυτόνομα, ανεξάρτητα από την παράσταση που τυπικά ακολουθούν. Διαβάζονται για το ύφος και τη ρητορική τους -διαβάζονται τελικά για τη συγκίνηση που φέρνει ο λόγος τους στον αναγνώστη. Αυτό έδωσε στον Γεωργουσόπουλο τη δυνατότητα να κρατήσει για χρόνια την πιο δημοφιλή στήλη κριτικής που πέρασε ποτέ από τα γράμματά μας και κατέστησε τον ίδιο -τολμηρή διαπίστωση, μα δεν απέχει πολύ από την αλήθεια- τον πλέον επιδραστικό κριτικό που έδρασε όχι μόνο στο θέατρο, αλλά σε όλα τα πεδία της νεοελληνικής τέχνης.

Τέλος, ας μην το ξεχνάμε, ο ίδιος υπήρξε το ίδιο επιδραστικός μέσα από τις ζωντανές παραδόσεις του. Προικισμένος με εξαιρετική μνήμη, με ξεχωριστή ευφράδεια και με μια μοναδικά καλλιεργημένη φωνή, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος καθιστούσε την κάθε εμφάνισή του μια μοναδική παράσταση για τους παρευρισκόμενους. Ηταν στην ουσία ένας κήρυκας που δίδασκε τη γνώση ως βίωμα και το βίωμα σαν γνώση. Ηταν όμως, εκτός του ρόλου του, και ένας τρυφερός πατέρας και άγρυπνος δάσκαλος για τους μαθητές του. Και αν έμεινε στη μνήμη πολλών σαν «αυστηρός κριτικός» ήταν που το θέατρό μας είχε ανάγκη περισσότερο από επαγρύπνηση παρά από νουθεσία.

Μα ας τελειώσω με μια ακόμη σκέψη. Ως κριτικός ο Κώστας Γεωργουσόπουλος έδρασε και αγωνίστηκε εντός του πλαισίου του ελληνικού «μοντερνισμού», θεωρώντας τον ποιητή-δραματουργό και τον δικό του λόγο το κέντρο όχι μόνο της σκηνικής καλλιτεχνικής πράξης, αλλά και τον τελικό στόχο της. Πίστευε στην αυθεντικότητα και την ανανέωση, πρέσβευε τη «μιγαδική τέχνη» και χαιρόταν με τις επιμειξίες, – μα όλα αυτά αποκτούσαν ηθική και νόημα μόνο όταν συντελούσαν στο να έρθουν σε επαφή οι δυο μέγιστοι πόλοι της τέχνης: ο δημιουργός-ποιητής από τη μια με τον λαό από την άλλη.

Γι’ αυτό άλλωστε, όταν ένιωσε πως αυτό το κέντρο θιγόταν, αντέδρασε έντονα και πολέμησε λυσσαλέα κάθε μεταμοντέρνα «έκπτωση» ή «εκφυλισμό», όπως πίστευε, της «ιερής» σχέσης ποιητή και λαού. Εφτασε το θέατρο πολύ μακριά, μα ό,τι τον έφερε στο κέντρο μιας γενιάς τον απομάκρυνε μοιραία από την επόμενη, που αναζητούσε με τη σειρά της νοήματα όχι πια στον μοντερνισμό αλλά σε κάτι πέρα από αυτόν, πέρα από ό,τι «ελληνικό» ή «ιθαγενές», στο απροσδιόριστα συλλογικό διεθνές αίσθημα του νέου αιώνα.

Απέκτησε πολλούς φίλους, συνοδοιπόρους, μαθητές και ακόλουθους. Και απέκτησε από την άλλη και αρκετούς αρνητές ή, έστω, αμφισβητίες. Οταν καταλαγιάσει η μορφή του μέσα μας, όταν ο άκριτος θαυμασμός ή η πρώτη άρνηση δώσουν τη θέση τους στον ψύχραιμο απολογισμό, θα φτάσει η ώρα για να φανεί η αληθινή συμβολή του Κώστα Γεωργουσόπουλου στο ελληνικό θέατρο. Και ώς ένα βαθμό η μαρτυρία του στη συνείδηση της εποχής μας.