«OUTRO»-ΠΛΥΦΑ
Η άκρως εντυπωσιακή δήλωση ενός νέου θεάτρου από έναν νέο σκηνοθέτη
Ο Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος συστήνεται στο ελληνικό κοινό με μια δική του διασκευή στο γνωστό έργο του Γάλλου συγγραφέα Ζαν-Λικ Λαγκάρς, «Ακριβώς μέχρι το τέλος του κόσμου»
Το σχετικά νέο θεατρικό στέκι της Αθήνας επέλεξε ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος για να συστηθεί και στο ελληνικό κοινό, έχοντας πλέον γερές αποσκευές στο εξωτερικό και μια δική του διασκευή στο γνωστό έργο του Γάλλου συγγραφέα Ζαν-Λικ Λαγκάρς, «Ακριβώς μέχρι το τέλος του κόσμου». Η ίδια η διασκευή είναι αυτό που παλιότερα ονομάζαμε «στα καθ’ ημάς», καθώς λαμβάνει τον αρχικό μύθο του Λαγκάρς για να τον μεταφέρει στη συνέχεια στο αντίστοιχο ελληνικό κοινωνικό περιβάλλον. Κατά κάποιον τρόπο το αποτέλεσμα της μεταφοράς θα μπορούσε να δώσει μια σύγχρονη «ηθογραφία», τουλάχιστον εφόσον το αρχικό της θέμα καλείται να αποκαλύψει μύχιες πτυχές της κλειστής, ενδοστρεφούς ελληνικής οικογένειας στην επαρχία. Ομως τόσο το ίδιο το ύφος του έργου όσο και η εντυπωσιακή απόδοση του Βασιλακόπουλου μας οδηγούν πολύ μακρύτερα – το «τέλος του κόσμου» δεν είναι εν τέλει παρά η επιστροφή ενός ταξιδευτή στην «αρχή του κόσμου», όμοια όπως συμβαίνει σε κάθε ταξιδιώτη κάθε μικρής ή μεγάλης Οδύσσειας. Η «επιστροφή στην Ιθάκη» είναι εκείνη που τον προσδιορίζει, νοηματοδοτώντας αντίστροφα, από το τέλος προς την αρχή, το ταξίδι, τα βάσανα, την ίδια τη νοσταλγία του.
Ο Λουκάς λοιπόν επιστρέφει στην παλιά του πόλη και στην οικογένειά του, από τα οποία δραπέτευσε πριν από αρκετά χρόνια. Αυτό που τον κάνει να γυρίσει σήμερα πίσω είναι ότι ονομαστικά πάσχει από μια ανίατη ασθένεια που προμηνύει το βιολογικό του τέλος. Μα βαθύτερα, η ασθένειά του –και το επικείμενο τέλος του– δεν είναι παρά μόνο η αφορμή. Στην ουσία αυτό που ο Λουκάς θέλει, είναι να θυμηθεί τους λόγους της φυγής του, όσο και τους λόγους που τον κράτησαν τόσο καιρό μακριά από τα οικεία του πρόσωπα, από τη μητέρα, τον μικρό αδελφό και τη μικρότερη αδελφή του.
Ο Λουκάς επιστρέφει λοιπόν στο σπίτι. Αλλά όχι ως αδελφός πλέον, μα ως ξένος. Η είσοδός του στο σπίτι πατάει στην παραβολή του άσωτου υιού ή, τουλάχιστον, με αυτή την παραβολή «εισάγεται» η ιστορία του. Είναι το «διαφορετικό παιδί» που περιμένει να γυρίσει σπίτι ως αναγνωρισμένος συγγραφέας -και ως ανοιχτά ομοφυλόφιλος-, αναζητώντας την αγκαλιά, αν όχι και τη γλυκιά αποδοχή, των δικών του.
Μα όλα είναι βέβαια εύκολα στις παραβολές και στα παραμύθια. Η πραγματικότητα αντιθέτως είναι κάποτε πολύ διαφορετική, πολύ πιο σκληρή και κρύα, όπως αυτή, η επιδερμική χαρά της επανένωσης που ο Λουκάς συναντά στην πράξη, τα κατά συνθήκη χαμόγελα των δικών του, το σμίξιμο των απόμακρων και αλλόκοτων εκείνων οικείων του «ξένων» που ο ίδιος θα συναντήσει ύστερα από χρόνια στο ίδιο σπίτι. Το σημαντικό εδώ δεν είναι η «εισαγωγή» του Λουκά στο σπίτι (το intro, θα λέγαμε) αλλά η «έξοδός» από αυτό (το Οutro), η ρήξη του με τον κόσμο που έχει στο μεταξύ φτιάξει στη φαντασία του. Ο αδελφός του, ας πούμε, αντί να προστρέξει στον μεγάλο αδελφό. στέκει αμείλικτος απέναντι στα χρόνια της απουσίας του∙ την ίδια στιγμή που η μητέρα του αγωνίζεται να καταλάβει και η μικρή αδελφή του πάσχει να νιώσει ένα θερμότερο αίσθημα σε κάτι. Εις μάτην. Ο Λουκάς δεν θα επανασυνδεθεί ποτέ, δεν θα επιστρέψει ποτέ πίσω, ούτε βέβαια θα νιώσει κάποιο αίσθημα συγχώρεσης για τον εαυτό του. Είναι ζήτημα αν τελικά τα επιζητεί στ’ αλήθεια. Είναι ίσως ο «άσωτος» μα ταξιδεμένος υιός που ζήτησε να επιστρέψει στην κλειστή, ανιαρή οικογένειά του όχι ως μετανιωμένος αλλά ως θριαμβευτής…
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο,τι ο Λαγκάρς παρατηρεί, και ο Βασιλακόπουλος θεαματικά καταγράφει, είναι πως υπάρχει κάτι στη ρίζα της ίδιας ιστορίας που συνδέεται όχι μόνο με τον Λουκά αλλά με τον «κόσμο του». Κάτι έχει συμβεί που έκανε τον έναν, σταθερό κόσμο της παιδικής ηλικίας να σπάσει σε πολλά κομμάτια. Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι μια πραγματικότητα σε διάφορες έστω εκδοχές, αλλά πολλές, παράλληλες πραγματικότητες που τρέχουν η μια ασυνάρτητα από την άλλη χωρίς να συναντιούνται ποτέ.
Αυτό άλλωστε είναι που μας οδηγεί στο σκηνοθετικό σύμπαν του Βασιλακόπουλου στον χώρο του ΠΛΥΦΑ. Στο κέντρο του εγχειρήματος βρίσκεται ένας τόπος ικανός να φιλοξενήσει ταυτόχρονα τους πολλούς παράλληλους «κόσμους» της ιστορίας μας (ας σημειωθεί πως αυτό αποτελεί σήμερα ένα από τα κεντρικά ζητήματα του θεάτρου και της δραματουργίας). Οι θεατές, έτσι, κάθονται εκατέρωθεν της σκηνής που συντίθεται από δύο «πραγματικότητες»: τη μία του «ζωντανού» και την άλλη του «κινηματογραφημένου» θεάτρου. Στο κέντρο, ανάμεσά τους, βρίσκεται ένα μοντέλο σπιτιού που αφήνει όμως μόνο να φανεί ένα μέρος του: διαφανείς κολόνες επιτρέπουν το «φιλτραρισμένο» κοίταγμα στο «ανάμεσα» της δράσης. Προσθέστε σε αυτά τους καθρέφτες που υπάρχουν στο πίσω μέρος της σκηνής ή συνυπολογίστε μαζί τους φωτισμούς (που δηλώνουν οπτικές του χρόνου, ψυχικές αλλοιώσεις της πραγματικότητας)… Καταλήγουμε έτσι σε μια πραγματικότητα διάσπαρτη, σπαραγμένη σε διάφορα βλέμματα, στα δικά μας βλέμματα, των απέναντι θεατών, του φακού ή της προβολής της οθόνης. Βλέμματα που άλλοτε εστιάζουν, άλλοτε σκεδάζονται και άλλοτε περιπλανώνται στα πρόσωπα.
Νομίζω πως η απόδοση αυτού του πολλαπλού κόσμου του «Outro» είναι το πλέον σημαντικό κέρδος από την παράσταση στο ΠΛΥΦΑ. Μαζί βέβαια με την απόδοση του χαμένου προσώπου που ακολουθεί. Γιατί καθώς ο Λουκάς γυρνάει πίσω περιμένοντας να δει τους δικούς του με τα δικά του μάτια, στο τέλος του κόσμου του, στην «έξοδό» του, δεν υπάρχει κάποιο δραματουργημένο, κατασταλαγμένο επιμύθιο παρά μόνο η συγκοπή και η άρση. Ετσι τελειώνει και αυτός ο κόσμος λοιπόν – με έναν υπόκωφο λυγμό για την έλλειψη κάποιου σταθερού κέντρου.
Πιο διστακτικός είμαι απέναντι στη διασκευή του σκηνοθέτη. Η αλήθεια είναι πως η μεταφορά του έργου στην ελληνική επαρχία, όπως είναι, κρύβει παγίδες. Η «ελληνοποίηση» δεν μπορεί να περιοριστεί ασφαλώς στο να κάνουμε Λουκά τον πρωταγωνιστή, ούτε μόνο στο να τον φανταστούμε να επιστρέφει σε κάποια αόριστη ελληνική κωμόπολη. Δεν αρκούν αυτά για να γίνει ένα έργο με ελληνικό γονίδιο και ιθαγένεια. Στην περίπτωση του «Outro» τα πρόσωπα δεν αποκτούν ποτέ ελληνική «πιστότητα» – με λίγες εξαιρέσεις στέκουν ψυχρά και απόμακρα απέναντί μας σαν «μεταφρασμένες» ψυχολογικές παραβολές.
Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι ωστόσο αξιόλογες, ειδικά αν συνυπολογίσουμε τις ειδικές δυσκολίες που είχε η συγκεκριμένη διδασκαλία, στο μεταξύ εικόνας και σώματος, στο ενδιάμεσο σκηνής και κινηματογράφου, σε αδιάκοπο μετεωρισμό που άφηνε τους ηθοποιούς χωρίς τα γνώριμα στηρίγματά τους. Ωστόσο με κορυφαίους τον Γιώργο Καραμίχο (Λουκάς) και τη Γιώτα Φέστα (μητέρα), ο Σταύρος Λιλικάκης (αδελφός), η Ιφιγένεια Βαρελάκη (αδελφή) και η Αμαλία Μπαμπλέκη (νύφη) παρέδωσαν ένα αξιοπρόσεκτο σύνολο.
Η μουσική του Μιχάλη Παρασκάκη και τα σκηνικά των Geurt Holdijk και House of Architects αποτελούν αληθινά –μαζί όπως είπαμε με τους φωτισμούς του Βασίλη Αποστολάτου– αναπόσπαστο μέρος της δραματουργίας. Δημιουργούν τους πολλαπλούς κόσμους και, μαζί με όλο το επιτελείο που συμπράττει την ώρα της παράστασης (κάμερα ο Στέλιος Παπαρδέλας, παραγωγός ο Αλέξανδρος Λύκουρας, καλλιτεχνική διεύθυνση ο Carsten Klein), μεταφέρουν εκτός από την «κάτοψη» της πραγματικότητας, τη βαθιά τομή της.
Σε κάθε περίπτωση το «Outro» είναι μια άκρως εντυπωσιακή δήλωση ενός νέου θεάτρου από έναν νέο σκηνοθέτη. Ενός θεάτρου πρόθυμου ακόμη και να διασπάσει τον εαυτό του σε μέρη. Κι αυτό το ευχάριστο συμβαίνει στο θέατρό μας στην αφετηρία κιόλας της νέας χρονιάς.
