Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

O Φουντούλης είναι αυτό που λέμε ο φαγάνας της παρέας. Ο Ανδρέας, ο θαρραλέος που ανοίγει πρώτος τον δρόμο. Ο Καλογιάννης, όνομα και πράγμα, η προσωποποίηση της συνέπειας. Ο Μαθιός είναι χαριτωμένος και σπανίως πιστεύει αυτά που του λένε. Ο Δημητράκης είναι εξαίρετος μαθητής. Ο Δήμος έχει μια μανία να συλλέγει σκελετούς. Οσο για τον Φάνη, είναι λίγο φοβιτσιάρης αλλά έχει τρομερή αντίληψη.

Βλέπετε, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου κράτησε για τον εαυτό του (γιατί στην ουσία τον ίδιο περιγράφει μέσα από τον Φάνη) τον ήρωα που βλέπει πρώτος τις ομορφιές της γης και του ουρανού και τις δείχνει στα άλλα παιδιά. Ετσι άλλωστε ξεκινά και το βιβλίο: «Βραδιάζει. Τι λαμπρή φωτιά είναι αυτή που φάνηκε στο βουνό! Πρώτος ο Φάνης την είδε. Πρώτος αυτός βλέπει τις ομορφιές της γης και τ’ ουρανού και τις δείχνει στ’ άλλα παιδιά: τον ήλιο που βασιλεύει, τα σύννεφα που τρέχουν στον ουρανό, το άστρο που καθρεφτίζεται στο ρυάκι».

Αυτή η τρομερή αγοροπαρέα, μαθητές όλοι, µε προτροπή του δασκάλου τους κάνουν πραγματικότητα το όνειρο της εκδροµής, χάνονται στα βουνά της Ευρυτανίας και συνειδητοποιούν τι ακριβώς χρειάζεται για να ζήσουν το νεανικό όραµα της αυτονόμησης. Η περιπετειώδης πορεία τους καταλήγει στις μέρες μας στο Θέατρο Ακροπόλ, όπου ο Βασίλης Μαυρογεωργίου αποφάσισε να ανεβάσει την ιστορία που περισσότερο θυμάται από τα χρόνια του σχολείου.

Διατηρώντας αυτούσια τη γλώσσα του βιβλίου (μετατρέποντας βέβαια την αφήγηση σε διαλόγους) και δίνοντας ζωή στις εικόνες που ο ίδιος ο Ζ. Παπαντωνίου είχε ζωγραφίσει για να κοσμήσει το βιβλίο, οι ηθοποιοί της παράστασης ντύνονται μαθητές Δημοτικού που αντιμετωπίζουν με αγνότητα κι ενθουσιασμό μια εξόρμηση.

Εχουν, όμως, σημαντικές βοήθειες: τη χρήση του 3d animation, τα παραδοσιακά μουσικά όργανα που δίνουν αίσθηση της εποχής και της καταγωγής του κειμένου, τη φωνή της υπέροχης Κλεοπάτρας Μάρκου που τραγουδά τους ήχους και τις μυρωδιές του δάσους. Ισορροπώντας ανάμεσα στο δισδιάστατο και το τρισδιάστατο, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου δεν θέλει οι θεατές να πάνε απλώς στο Ακροπόλ, αλλά να τους πείσει ότι «επί δύο περίπου ώρες έκαναν μαζί μια πρωτότυπη εκδρομή».

Προσπαθώντας να μπούμε στο κλίμα, να ζήσουμε μικρές δόσεις από εκείνη τη μεγάλη περιπέτεια της εφηβικής παρέας, να μυρίσουμε τις ίδιες μυρωδιές, να κοιτάξουμε τον ίδιο ορίζοντα, ανεβήκαμε στα Αγραφα, λίγο έξω από τη λίμνη Πλαστήρα, και συναντήσαμε εκεί τον σκηνοθέτη της παράστασης Βασίλη Μαυρογεωργίου.

Εμείς αναζητούσαμε να ζήσουμε μια-δυο μέρες όπως εκείνο το δεκαήμερο των παιδιών κι εκείνος ήθελε να βεβαιωθεί ότι βαδίζει στο σωστό μονοπάτι. Περιηγηθήκαμε στα μονοπάτια των μανιταριών, γίναμε μούσκεμα σε κατάβαση στο φαράγγι, ανακαλύψαμε καλύβες κρυμμένες στο βουνό, μάθαμε κι εμείς όπως κι εκείνοι ποια δέντρα είναι κεντρωμένα και ποιων ο καρπός τρώγεται!

Και το βράδυ, αφού στεγνώσαμε και στήσαμε τον προτζέκτορα πλάι στο τζάκι του ξενοδοχείου, ζητήσαμε από τον Βασίλη Μαυρογεωργίου να μας δείξει εικόνες και να θυμηθεί την ημέρα που άρχισε να υλοποιείται η ιδέα του. «Από μαθητής αγαπούσα αυτό το έργο. Είχε χαραχτεί στη μνήμη μου η σκηνή που έφτιαχναν πατάτες για να φάνε.

Θυμάμαι τη φράση «Δεν είχαν κρέας αλλά επειδή τις είχαν φτιάξει μόνοι ήταν καλύτερο από όλα τα αρνιά του τσέλιγκα». Εκεί αρχίζει να σε τρώει το μικρόβιο της ελευθερίας.

Σκέφτεσαι πως αυτό που κάνεις μόνος είναι χίλιες φορές πιο σπουδαίο από όλα. Βέβαια, με το που ανέλαβα την παράσταση, το μετάνιωσα, γιατί το εγχείρημα είναι δύσκολο σαν ψηλό βουνό».

Κυρίως, διότι όπως και τα ψηλά βουνά, έτσι και το παιδικό, νεανικό κοινό απαιτεί αγώνα σοβαρό για να κατακτηθεί. «Μα αυτό κάνεις ευθύς εξαρχής. Ερευνώντας το κείμενο αναζητάς την παιδική σου φύση. Μια φύση που είναι μακριά από τις σημερινές αναφορές και συνήθειες, μακριά από social media, τάμπλετ. Εχει, όμως, απολαύσεις λεπτότερες και δυσκολότερες να τις προσεγγίσεις. Εκεί επιστρατεύσαμε τις εικόνες και την ευρεία χρήση των βίντεο, με τα οποία ανοίγουμε έναν πρώτο δίαυλο επικοινωνίας», εξηγεί ο σκηνοθέτης.

Οι ψηφιακές προβολές κινούμενων σχεδίων, λοιπόν, συγχρονίζονται και αλληλεπιδρούν µε την κίνηση των ηθοποιών, συνθέτουν το βουκολικό περιβάλλον, γίνονται οι λόφοι που θα ανέβουν, το πυκνό δάσος που θα τους δυσκολέψει, τα άστρα κι ο ουρανός που θα χαζέψουν τα βράδια.

«Το βιβλίο μιλά για την κατάκτηση των κορυφών. Αναγκαζόμαστε να συνεργαστούμε για να ζήσουμε καλύτερα. Ξεπερνάμε ως άτομα και ως κοινωνία τα προσωπικά μας όρια. Αντιλαμβανόμαστε πως η επιβίωση μάς χρειάζεται ενωμένους. Αυτό από μόνο του απαιτεί μια μεγάλη εσωτερική επανάσταση. Γι’ αυτό ήταν απαγορευμένο για την εποχή του το βιβλίο.

»Ηταν αδιανόητο να δεχτούν το 1920 ότι μιλά κανείς για συντροφικότητα, οικολογία, συμμετοχή, κοινό καλό. Ηταν δύσκολο να δεχτούν ότι μια ομάδα 10χρονων σου υποδεικνύουν ποιες είναι οι προϋποθέσεις για μια ιδανική κοινωνία. Αφήστε που τα “Ψηλά βουνά” μάς ζητούν να επανεκκινήσουμε τη σχέση μας με τη φύση. Να την αντιμετωπίσουμε ως ανάγκη κι όχι ως πολυτέλεια. Εκεί έξω υπάρχει ένας υπέροχος κόσμος που περιμένει να τον εξερευνήσουμε».

Θέατρο Ακροπόλ – παιδική σκηνή: Ιπποκράτους 9, Αθήνα. Τιμές εισιτηρίων: γενική είσοδος (μικροί & μεγάλοι): 12€, πολύτεκνοι-άνεργοι-εκπαιδευτικοί: 10€. Γκρουπ άνω των 20 ατόμων: 10€. Σάββατο στις 15.00, Κυριακή στις 11.30 & 15.00. Τους ρόλους ερμηνεύουν: Κουρούµπαλης Δηµήτρης (Φάνης), Τρουπάκης Αρης (Αφηγητής, Πατέρας, κυρ Στέφανος, Δάσκαλος), Δόβρης Θανάσης (Αντρέας), Ποιµενίδης Γρηγόρης (Φουντούλης, Χωρικός), Μάρκου Κλεοπάτρα (Μάνα, Δήµος, Αφρόδω), Μεντζέλος Σωτήρης (Καλογιάννης), Σύρµας Γιώργος (Μαθιός), Φλατσούσης Παντελής (Δηµητράκης), Φλωράτος Γιώργος (Κωστάκης, Λάµπρος). Πρωτότυπη μουσική: Θωμάς Καραχάλιος. Σκηνικά & κοστούµια: Ζαµάνης Κωνσταντίνος. Χορογραφία: Μαργαρίτης Δηµήτρης. Ψηφιακά video: Τσιµούρης Νίκος.