ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ας υποθέσουμε πως φιλοξενούσατε κάποιον καλό φίλο από το εξωτερικό και σας εξέφραζε την επιθυμία να επισκεφτείτε μαζί μια παράσταση του ελληνικού θεάτρου… Ποια από τις πολλές που ανέβηκαν φέτος θα μπορούσε κατά τη γνώμη σας να σας βγάλει ασπροπρόσωπους; Μην ψάχνετε πολύ. Πρόκειται για την όποια παράσταση του θιάσου «Εν Δυνάμει» έχουμε μέχρι σήμερα παρακολουθήσει. Κι αυτή η εξαιρετικά τιμητική διαπίστωση δεν προέρχεται καν από την καλλιτεχνική αξία των προτάσεων της ομάδας, αν και γι’ αυτή ακόμα θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά. Είναι κάτι άλλο που υπάρχει εδώ, που φανερώνεται στην εργασία της Ελένης Ευθυμίου και την παρουσία του θιάσου που μας κάνει κάθε φορά να νιώθουμε την ίδια έκπληξη. Πρόκειται για την αίσθηση μιας πνευματικής υγείας την οποία αποπνέουν η προσπάθεια και το αποτέλεσμα, η εικόνα ενός θεάτρου που από τη ρίζα μέχρι τους καρπούς χτίζεται με ανθρωπιά, έγνοια και καλοσύνη.

Το νέο μάθημα λέγεται αυτή τη φορά «Υπνοβάτες» και σχετίζεται με το θαύμα της ζωής. Συνήθως δεν αντιλαμβανόμαστε πως η ζωή δεν είναι παρά μια συνεχής, εναγώνια, λυσσαλέα αντίσταση ενάντια στο διπλό αντίθετό της, που είναι ο μεγάλος Θάνατος αλλά και το μικρότερο αδελφάκι του, κατά τους αρχαίους Ελληνες, ο κοντινός και πιο οικείος σε εμάς, Υπνος. Οι «Υπνοβάτες» επομένως είναι ένα ταξίδι του θιάσου διαμέσου του ύπνου προς τα όνειρα. Και, μετά, διαμέσου του θανάτου προς τη ζωή. Τη ζωή που αντιστέκεται, που επιμένει, επιστρέφει και μας χαμογελάει.

Ομως, για να τα κατανοήσουμε αυτά, πρέπει να δοκιμάσουμε να δούμε τα πράγματα «από την αντίπερα όχθη». Γι’ αυτό η αρχή των «Υπνοβατών» μάς εισάγει σε έναν θάλαμο νοσοκομείου, όπου η ζωή και ο θάνατος αντιπαλεύουν, όπως συμβαίνει με τον ύπνο και τα όνειρα. Η Ευθυμίου όμως θέλει να δώσει στο θέατρό της το βάθος του «θεάτρου των εικόνων», ώστε το περιεχόμενο της παράστασης να λειτουργήσει στους θεατές όχι μέσα από τον λόγο αλλά από τη δημιουργία ενός ονειρικού σύμπαντος. Γι’ αυτό τα κρεβάτια αποκτούν διαστάσεις ποιητικές, γίνονται σκεύη επιθυμίας και σκέψης, πότε συναρθρώνοντας μεγαλύτερα σύνολα-πλατφόρμες και πότε λειτουργώντας το καθένα κατά μόνας, συσπειρώνοντας τον θίασο γύρω του ή απομονώνοντας το κάθε μέλος του χωριστά. Στον θάλαμο της εντατικής η πραγματικότητα είναι κάτι προσωρινό και αν αφεθείς σε αυτήν, θα σε λιώσει. Μα το ίδιο κρεβάτι της αρρώστιας μπορεί να είναι μαζί ο τόπος του σωματικού έρωτα, των ονείρων και της γέννας. Είναι η πραγματικότητα της προσωρινότητας μα και της μετάβασης.

Θα μπορούσαμε να πούμε λοιπόν πως η παράσταση που στήνεται μπροστά μας πάνω σε ένα ή πολλά κρεβάτια έρωτα, χαράς και πόνου, είναι σε ένα δεύτερο επίπεδο μια τελετουργία μετάβασης που ζητάει να αντιστρέψει την εντροπία προς τη φθορά, ανυψώνοντας εν χορώ, ρυθμοίς και οργάνοις τον Χορό του Ανθρώπου σε κάτι ανώτερο, βάζοντάς τον συμβολικά σε έναν ανελκυστήρα και υψώνοντάς τον προς το όνειρο και την κατάφαση. Και όπως κάθε ανάλογη «τελετή μετάβασης», η ανύψωση του θιάσου περιλαμβάνει την υπέρβαση πολλών εμποδίων που η ανθρώπινη φύση θέτει μπροστά μας. Τον φόβο και τον δισταγμό, την αδυναμία ή την απώλεια.

Αυτό είναι οι «Υπνοβάτες». Οπως διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου, τα μέλη του θιάσου έφτασαν στον καιρό της πανδημίας στη σκέψη ανεβάσματος μιας τελετής που θα ξεκινούσε από το άτομο και θα περιλάμβανε πρώτα μια διαδικασία αποκάλυψης του προσωπικού φορτίου καθενός από τα μέλη και ύστερα τη διάλυση του φορτίου αυτού στη χοάνη της συλλογικότητας του θιάσου. Από το θέατρο των εικόνων, φτάνουμε έτσι με τους «Υπνοβάτες» στο τελετουργικό θέατρο.

Μα θα καταλήξουμε σύντομα και κάπου αλλού. Σε ένα θέατρο που έχει στόχο να βοηθήσει τα μέλη του (τους ερμηνευτές επί σκηνής και τους θεατές στην πλατεία) να συναισθανθούν, να δυναμώσουν την ενσυναίσθησή τους και να δουν τα πράγματα πέρα από τα όριά τους, σαν κάτι ρευστό και κινούμενο διαρκώς από τον έναν στους πολλούς, από την υγεία στην αρρώστια, από το χθες στο σήμερα και το αύριο. Και αντιστρόφως. Είναι αυτό ένα «εφαρμοσμένο θέατρο», με στοιχεία της πραγματικότητας και των «ειδικών», που αντιμετωπίζει τα μέλη του σαν τα ζωντανά παραδείγματα μιας πρακτικής που πρεσβεύει μια καλύτερη ζωή και ένα διαυγέστερο αύριο. Είναι το στάδιο της υγείας για το οποίο προείπα: Το θέατρο που πατάει γερά στα πόδια του, που ξέρει τι θέλει και νιώθει πως το πετυχαίνει και μόνο γιατί αισθάνεται. Θέατρο κατά βάση ευτυχισμένο, γεμάτο με θετική ενέργεια, ανθρωπιά και –με τον κίνδυνο να φανώ γελοίος– γεμάτο με την αγάπη του ανθρώπου για τον άνθρωπο.

Εδώ τους χρειαζόμαστε όλους, κανείς δεν περισσεύει, κι όταν θέλεις να μιλήσεις για πολλούς, πρέπει πρώτα να είσαι έτοιμος να ακούσεις πολλούς. Στους «Εν Δυνάμει» υπάρχουν μόνο ερμηνευτές – άλλοι που μιλούν δυνατά και κάποιοι που μιλούν με δύναμη. Αν αφήσουμε για λίγο τις στερεότυπες σκέψεις μας για το θέατρο, θα καταλάβουμε πως στην ομάδα βρίσκονται οι εκλεκτοί, αυτοί που στέκονται έξω από την αγέλη και μπορούν να δουν καλύτερα την πορεία της. Ναι, είναι τα παιδιά με τις ξεχωριστές φωνές και σώματα αυτά που δίνουν στην ομάδα την επαφή με ένα στοιχείο λησμονημένο από τους πολλούς, με τον πυρήνα της ομάδας αλλά και του θεάτρου εν γένει: με το ιερό στοιχείο. Γιατί αν το καλοσκεφτούμε, οι «Υπνοβάτες» (και «Ονειροβάτες») είναι στην πραγματικότητα μια ήσυχη προσευχή. Για το κρίμα του ανθρώπου να χάνεται, για το κρίμα του ανθρώπου να φοβάται. Οπως και για το θαύμα της ζωής να ξεκινάει πάλι ωραία και δυνατή, από το ίδιο κρεβάτι στο οποίο χάθηκαν πολλοί, κι από μια γυναίκα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη που θα μπορούσε ιδωμένη από μια σκοπιά να είναι η θεά της γονιμότητας.

Αφήνω λοιπόν κατά μέρος κάθε κριτική αξιολόγηση (ποιος θα μπορούσε να μιλήσει εδώ για δραματουργία, ερμηνείες ή σκηνική πραγμάτωση); Θα σταθώ μόνο στη θαυμάσια μουσική της ίδιας της σκηνοθέτριας και στη διδασκαλία της κίνησης του θιάσου από τον Τάσο Παπαδόπουλο. Οι φωτισμοί του Ρίτσαρντ Αντονι δημιούργησαν αληθινά στη σκηνή το υπερβατικό χώρο της «μετάβασης» που περιγράψαμε, δίπλα στον σχεδιασμό του ήχου από τη Σοφία Καμαγιάννη. Στα απαιτητικά τραγούδια της παράστασης λειτούργησε άριστα η φωνητική διδασκαλία της Ελενας Μουδίρη-Χασιώτου. Και να μη λησμονούμε βέβαια τους υπεύθυνους του συντονισμού και της οργάνωσης της μεικτής αυτής ομάδας, τους Παναγιώτη Ματζίρη και Θεοχάρη Μπαϊρακταρίδη.

Προχωρώ έτσι στην παράθεση των εκλεκτών πλασμάτων που μας κράτησαν ζωντανή την ελπίδα ότι υπάρχουν στο θέατρό μας δυνάμεις και δυνατότητες. Είναι μια μεγάλη ομάδα μα αξίζει να αναφερθούν όλοι/ες τους ξεχωριστά: Μύριαμ-Σοφία Αρτζανίδου, Χριστίνα Ασλανίδου, Γιάννος Γαβαλάς, Λένα Γκαντιά, Μαρία Δαχλύθρα, Χρύσα Ιωαννίδου, Μαργαρίτα Καιναδά, Πετρή Καραδημητρίου, Φιόνα Κατοίκου, Θεανώ Κόντα, Ηλίας Κουγιουμτζής, Γιώτα Κουιτζόγλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Αγγελος Κωνσταντίνου, Ευτέρπη Κώστα, Νικολέτα Λάππα, Λωξάνδρα Λούκας, Δημήτρης Λύρας, Πάνος Ματζίρης, Θεοχάρης Μπαϊρακταρίδης, Γιώργος-Ζήσης Μπιλιώνης, Νικάρονας Μπιλιώνης, Σοφία Μπλέτσου, Θάνος Νανάσης, Μιχάλης Ντολόπουλος, Θεανώ Παπαβασιλείου, Νίκη Πεταλά, Βασίλης Πέτρου, Νίκος Πέτρου, Χάρις Σερδάρη, Μαρία-Ταρσή Χελά, Ελίνα Τσιορμπατζή και Αλέξανδρος Χάτσιος. Μπράβο σε όλους και όλες!