Οταν πεθαίνει ένας τόσο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας, σαν τον Μπράιαν Φρίελ, το μόνο που απαλύνει την αίσθηση της απώλειας είναι η ευγνωμοσύνη που αξιώθηκες να δεις τα έργα του. Κι αυτός ο Ιρλανδός, που τον αποχαιρέτησαν με τιμές, την Παρασκευή, οι πάντες (ένας ολόκληρος λαός, ο ιρλανδικός, όπου κι αν ζει, ανεξάρτητος ή όχι, κορυφαίοι θεατράνθρωποι, σταρ του Χόλιγουντ, όπως η Μέριλ Στρίπ και ο Λάιαμ Νίσον, αλλά και ο Μπιλ Κλίντον, που του είχε αδυναμία) επέβαλε το έργο του σε ολόκληρο τον κόσμο. Πέρα και από την Ιρλανδία, που κυρίως τον ενέπνεε. Κι ας παρέμεινε πάντα ένας ταπεινός, ήσυχος, προσγειωμένος άνθρωπος αφιερωμένος στη δουλειά του, το θέατρο, που θεωρούσε ότι είναι βασική ανθρώπινη τελετουργία.
Ο Μπράιαν Φρίελ έφυγε από τη ζωή στα 86 του χρόνια και κηδεύτηκε χθες στη Β. Ιρλανδία. Θεωρείται ο μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας της γενιάς του κι ένας από τους σημαντικότερους διεθνώς. Ο πιο εύκολος (αλλά όχι ιδιαίτερα εύστοχος) χαρακτηρισμός γι΄ αυτόν ήταν «ο Τσέχοφ της Ιρλανδίας», κυρίως γιατί δήλωνε πολύ επηρεασμένος από το έργο του μεγάλου Ρώσου, το είχε μεταφράσει σχεδόν ολόκληρο και είχε διασκευάσει για το θέατρο πολλά διηγήματά του.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Φρίελ άφησε ένα μεγάλο σώμα από πολύ διαφορετικά μεταξύ τους έργα, πολλά καθαρά πολιτικά, άλλα περισσότερο προσωπικά, με θέματα ιρλανδικά και παγκόσμια. Η εξορία και η μετανάστευση, η πάλη με τη δημιουργία, η εθνική ταυτότητα και γλώσσα και, φυσικά, τα δεινά της πατρίδας του Βόρειας Ιρλανδίας.
Το ελληνικό κοινό είχε την τύχη να γνωρίσει τον Φρίελ πολύ καλά. Προηγήθηκε το Εθνικό Θέατρο, που ανέβασε το 1994 το «Χορεύοντας στη Λούνασα» (Dancing at Lughnasa) σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη, το πιο διάσημο και λαϊκό έργο του (έγινε και ταινία με τη Μέριλ Στριπ). Το έγραψε το 1990, ήδη αναγνωρισμένος, βασισμένος στις αναμνήσεις του από πέντε Ιρλανδές αδελφές, που ξεσπούσαν σε παγανιστικό χορό για να ξεφύγουν από τα βάρη της φτωχής, αγροτικής ζωής τους. Το έργο ανέβηκε και ξανανέβηκε (κυρίως από την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» της Θεσσαλονίκης).
Επρεπε, όμως, να πιάσει δουλειά ο Αντώνης Αντύπας στο «Απλό Θέατρο» για να μας γνωρίσει με τρία αριστουργήματα τον Μπράιαν Φρίελ σε όλο του το μεγαλείο. Ξεκίνησε το 1996 με τη «Μόλι Σουίνι» (Molly Sweeney, έργο του 1994), που χάρισε έναν μεγάλο ρόλο στη Μάνια Παπαδημητρίου. Ο Φρίελ, έχοντας κι αυτός προβλήματα όρασης, έπλασε μια βασανισμένη τυφλή ηρωίδα, που διηγείται στο κοινό πώς σταδιακά αρχίζει να βλέπει, έστω και αμυδρά.
Ακολουθησε το 2000 ο «Θαυματοποιός» (Faith Healer, έργο του 1979), που θεωρείται από την παγκόσμια κριτική το διαμάντι της δραματουργίας του. Ισως γιατί το θέμα του, που δεν είναι άλλο από το χάρισμα, το οποιοδήποτε χάρισμα έχει ένας άνθρωπος, αφορούσε και τον ίδιο. Ο ήρωάς του, βέβαια, άλλος ένας σπουδαίος ρόλος για τον Γιάννη Φέρτη, μπορεί και θεραπεύει τους ανθρώπους. Και το συγγραφικό, όμως, ταλέντο χάρισμα είναι.
Και, όπως μας είπε ο Αντώνης Αντύπας, που είχε στενή επαφή με τον Ιρλανδό επί χρόνια, πάντα απασχολούσε τον Φρίελ η έννοια της «έμπνευσης», από την οποία εξαρτιόταν και ο ίδιος, χωρίς να είναι βέβαιος αν ήταν ευλογία ή δυστυχία.
«Μου έλεγε ότι καθόταν στο τραπέζι του από τις 8 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα και έγραφε, χωρίς ποτέ να ξέρει αν θα ΄ρθει η έμπνευση», θυμάται τώρα ο Αντώνης Αντύπας. Ο σκηνοθέτης μάς διηγείται ακόμα πόσο βαθιά επηρεασμένος ήταν ο Φρίελ από την αρχαία ελληνική γραμματεία (ο δάσκαλος ήρωας στον «Ξεριζωμό» μιλά αρχαία ελληνικά). Και τονίζει πόσο απλός, καθημερινός, σοφός, αλλά ολιγόλογος άνθρωπος ήταν.
Ο Αντύπας έφερε τον μεγάλο Ιρλανδό στην Αθήνα το 2003 για να παρακολουθήσει μια παράσταση, που άφησε εποχή, τον «Ξεριζωμό» (Translations, έργο του 1980). Παίχτηκε, όπως άλλωστε και όλα τα έργα του Φρίελ στο «Απλό», δυο συνεχόμενες σεζόν λόγω κοσμοσυρροής. Μας γνώρισε και για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη θερμή, ιρλανδέζικη, πολιτική και αγωνιστική ψυχή του συγγραφέα.
Θέμα του «Ξεριζωμού» είναι η χρήση της αγγλικής γλώσσας από τους αποικιοκράτες Αγγλους για να ολοκληρώσουν την κατοχή της Βόρειας Ιρλανδίας. Αλλος ένας μεγάλος ρόλος, αυτή τη φορά για τον Δημήτρη Καταλειφό.
Ο Φρίελ, γεννημένος το 1929 στο Omagh της επαρχίας Tyrone της Βόρειας Ιρλανδίας, σπούδασε στο ίδιο κολλέγιο του Ντέρι με τον Σέιμους Χίνι, έγινε δάσκαλος σαν τον πατέρα του, αλλά γρήγορα άρχισε να γράφει διηγήματα και το 1964 στράφηκε οριστικά στο θέατρο, αφού πρώτα πέρασε δύο μήνες παρακολουθώντας στη Μινεάπολη των ΗΠΑ τον μεγάλο Βρετανό σκηνοθέτη Τάιρον Γκάθρι να κάνει πρόβες.
Το πρώτο του θεατρικό έργο, «Φιλαδέλφεια, έρχομαι κοντά σου!», για έναν νεαρό Ιρλανδό που εγκαταλείπει το χωριό του κυνηγώντας το μεγάλο αμερικανικό όνειρο, έγινε αμέσως επιτυχία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Φρίελ δεν ασχολήθηκε με την πολιτική τραγωδία της πατρίδας του. Το 1973 έγραψε το θεατρικό «The Freedom of the City», για να εκφράσει την οργή του για την αθώωση των Βρετανών αλεξιπτωτιστών που σκότωσαν 13 άοπλους πολίτες στην πορεία του Ντέρι, που έμεινε στην Ιστορία σαν «Bloody Sunday». Ενώ το 1980, μαζί με τον κορυφαίο Ιρλανδό ηθοποιό Στίβεν Ρία ίδρυσαν το «Field Day», με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση θεατρικών έργων με θέμα τη βία στη Β. Ιρλανδία και την έκδοση ανθολογιών ιρλανδικής λογοτεχνίας. Τότε ήταν που έγραψε και τον «Ξεριζωμό».
Οι συμπατριώτες του τον λάτρευαν. Ο Φρίελ είχε την ευτυχία τον Αύγουστο, λίγους μήνες πριν πεθάνει, να ζήσει και το 1ο ετήσιο Θεατρικό Φεστιβάλ αφιερωμένο στο έργο του. Θα γίνεται κάθε καλοκαίρι στο Ντόνεγκαλ της Ιρλανδίας και το Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας. Και από τις δύο πλευρές των συνόρων.
