Στον κήπο, η αναμονή. Εκεί που κόντρα στη ραθυμία του καυτού απογεύματος γίνονται βιαστικά οι τελικές προετοιμασίες για την παράσταση των «Περσών» του Αισχύλου. Αλλά αυτό αρκετά πιο πέρα. Εδώ που περιμένουμε, στο μικρό καφέ που η ζέστη έχει πυρώσει τα πάντα, το μόνο που… παρενοχλεί την υπνηλία του καύσωνα είναι ο κόκορας που φωνάζει κάθε τόσο από το κοτέτσι στην άλλη άκρη και οι σιγανές κουβέντες των φρουρών που καπνίζουν ένα τσιγάρο. Η υπόλοιπη χλωρίδα και πανίδα είναι παραδομένη στη νωθρότητα της ώρας και της εποχής. Και εμείς το ίδιο. Χαζεύουμε μόνο τον περιποιημένο κήπο, τα φυτά, τα τακτοποιημένα παρτέρια, τον όμορφο ξύλινο φράχτη. «Ολα τα ’χουν φτιάξει κρατούμενοι», μας λέει ο κύριος δίπλα που βοηθάει στις δουλειές, ταΐζει με άγουρα σύκα τις δύο χελώνες που τα καταβροχθίζουν με αξιοσημείωτη ταχύτητα για τη φήμη τους, χαϊδεύει τις γάτες που τανύζονται τεμπέλικα και θυμάται να μας πει για μια εξέγερση στις φυλακές Ναυπλίου, στην οποία ο ίδιος ως αυτόπτης μάρτυρας είδε να πυροβολούνται δίπλα του δύο άνθρωποι κι ο ένας να ακρωτηριάζεται.
Αυτή η αντίστιξη της ραθυμίας με την αιματηρή αφήγηση, μαζί και η πληροφορία πώς στον κήπο, πέρα απ’ όσους τον φροντίζουν ή έχουν κάποια άλλη δουλειά όπως ο ίδιος, δεν έχουν πρόσβαση άλλοι κρατούμενοι παρά μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις, μας επαναφέρει στην πραγματικότητα. Βρισκόμαστε στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού Ι για να παρακολουθήσουμε την πρεμιέρα της παράστασης που ετοιμάζει εδώ και 8 μήνες το Θεατρικό Εργαστήρι, έχοντας εξασφαλίσει μάλιστα αυτόν τον τελευταίο μήνα προβών πρόσβαση στον κήπο – πράγμα που θα αναφέρει αργότερα η ομάδα μαζί με τις ευχαριστίες της στους φύλακες οι οποίοι συγκατένευσαν γι’ αυτό το προνόμιο.
Οχτώ μήνες ενασχόλησης με τον λόγο του Αισχύλου για τα 26 άτομα, άντρες κρατούμενοι όλοι, αυτού του Εργαστηρίου, που με συντονίστρια την αεικίνητη κοινωνιολόγο Γιολάντα Κωνσταντινίδου (υπεύθυνη για όλα τα πολιτιστικά προγράμματα και τις ανάλογες δράσεις στον Κορυδαλλό) και με την επιμέλεια του σκηνοθέτη-εμψυχωτή Στρατή Πανούριου είχε πρωτοδημιουργηθεί το 2016 με πρωτοβουλία τότε του Σωφρονιστικού Καταστήματος, της Γ.Γ. Αντεγκληματικής Πολιτικής, του Εθνικού Θεάτρου και του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά. Οι εμπνευστές του έχουν έκτοτε ανεβάσει την «Τρικυμία» του Σέξπιρ, τον «Θάλαμο αρ.6» του Τσέχoφ και το «Οικόπεδα με θέα» του Μάμετ. Οι «Πέρσες» είναι δηλαδή το τέταρτο θεατρικό εγχείρημα σε σκηνοθεσία της Αικατερίνης Παπαγεωργίου από την ομάδα των «The Young Quill» και του Θεάτρου Μπέλλος. Εγχείρημα κάθε άλλο παρά απλό και εύκολο.
Eχθρός τα αισθήματα που ευνοεί ο εγκλεισμός

Στη μετάφραση του Ευάγγελου Αδάμου, με την εξαιρετική μουσική επιμέλεια της Εφης Λεωνίδα, τη σκηνική και ενδυματολογική επιμέλεια του Διονύση Ξαξίρη (που δανείστηκε υλικά από το Εθνικό Θέατρο), με δανεική την υλικοτεχνική υποδομή και τις ηχητικές εγκαταστάσεις του Θεάτρου Μπέλλος και με τη συμμετοχή δύο επαγγελματιών ηθοποιών, της Ινώς Μενεγάκη (στον ρόλο της Ατοσσας) και του Γιώργου Πατεράκη (Αγγελιαφόρος), οι συμμετέχοντες στο Εργαστήριο, όλοι καινούργιοι (κάθε χρονιά τα μέλη του Εργαστηρίου εναλλάσσονται, αν και ούτως ή άλλως όσοι μετείχαν σε παραστάσεις τα προηγούμενα χρόνια έχουν όλοι αποφυλακιστεί), έπρεπε να ξεπεράσουν πολλά εμπόδια. Και πρώτα τη σχέση με το «θέατρο» ως όρο και ως συνθήκη, αφού οι περισσότεροι από αυτούς εξομολογούνται πώς πριν, στην «ελεύθερη» ζωή τους, δεν είχαν πατήσει ποτέ σε παράσταση.
Ενας-δυο παραδέχονται επίσης πώς το αρχικό τους κίνητρο ήταν η σκέψη πως ενδέχεται η συμμετοχή σε ένα τέτοιο πρόγραμμα να λειτουργούσε θετικά στην αίτηση αποφυλάκισής τους – πράγμα που όπως είπαν δεν συνέβη τελικά, αλλά παραδόξως χωρίς πια να τους ενοχλεί, αφού εν τω μεταξύ είχαν ανακαλύψει άλλα, πιο βαθιά, προσωπικά, ανιδιοτελή και ψυχικά οφέλη του θεάτρου.
Στα αρχικά εμπόδια ήταν λοιπόν η γνωριμία με το θέατρο και τη σκηνική συνθήκη και ύστερα η σχέση εμπιστοσύνης τόσο μεταξύ τους όσο και με τη σκηνοθέτρια και τους ηθοποιούς. Οχι αυτονόητο επίσης για τις δεδομένες συνθήκες. «Ο εγκλεισμός σε καταπίνει. Κάθε φορά το στοίχημα ήταν να ξεπεράσουμε τη δυστυχία, τη θλίψη, τη μιζέρια, τη ραθυμία, το αίσθημα της ματαιότητας. Αρκετά από τα παιδιά στην πορεία μπήκαν σε κατάσταση δημιουργικής διαδικασίας. Ανακαλύψαμε ταλέντα. Ανθρώπους που φορά με τη φορά βελτιώνονταν, εξελίσσονταν. Ετσι άρχισε να καλλιεργείται και η εμπιστοσύνη μεταξύ μας όλο και περισσότερο» λέει η Αικατερίνη Παπαγεωργίου, που ενεπλάκη στο Εργαστήριο εθελοντικά και με ενθουσιασμό όταν ένας θεατής στο «Μπέλλος», κρατούμενος σε αναστολή, της μίλησε για την ομάδα και την προέτρεψε να βοηθήσει.
Η δυσκολία της κοινωνικής επανένταξης
Ετσι συνάντησε τη Γιολάντα Κωνσταντινίδου και τον Στρατή Πανούριο και συμφώνησαν για τους «Πέρσες». «Θελήσαμε να είναι ένα έργο κάπως επιμορφωτικό, να μιλήσουμε για την τραγωδία, να βρούμε αναλογίες με τη δική τους ζωή. Και πράγματι οι συμμετέχοντες βρήκαν κομμάτια των δικών τους ανησυχιών. Π.χ. αυτό της επιστροφής στην κοινωνία ως “ηττημένων”. Τη δυσκολία μιας επανένταξης μετά από μια σκληρή εμπειρία» παρατηρεί η σκηνοθέτρια. «Η επιλογή μας για τους “Πέρσες” είχε να κάνει με το κομμάτι της επανένταξης στην κοινωνία: ο Ξέρξης επιστρέφει ηττημένος, ο Χορός πρέπει να τον αποδεχτεί και η μάνα του και το φάντασμα του πατέρα του κάνουν αγώνα να τον στηρίξουν Ξέρετε, μια φράση-κλειδί που έχω ακούσει εδώ μέσα είναι η “αόρατη ποινή”. Είναι ό,τι εισπράττει ο κρατούμενος από την κοινωνία όταν έρχεται η ώρα να βγει. Προκατάληψη, δηλαδή. Αυτό ήταν και το σκεπτικό» εξηγεί ο Στρατής Πανούριος.
Με μηδενική πιθανότητα υποτροπής…
Στην έννοια της «επανένταξης» δίνει ξανά έμφαση και ο Στρατής Πανούριος: «Οσοι ασχολούνται με τα προγράμματα τέχνης όταν βγαίνουν έχουν πιθανότητα υποτροπής μόλις στο 6%. Από το δικό μας Εργαστήριο έχουν περάσει μέχρι εδώ 200 κρατούμενοι, μέχρι σήμερα με υποτροπή 0%» λέει υπερήφανα. «Από αυτούς υπήρξαν και κάποιοι που βγαίνοντας επεδίωξαν ν’ ασχοληθούν με το θέατρο ή το σινεμά. Αλλά και εμείς εντοπίσαμε ταλέντα που θα το άξιζαν» προσθέτει.
«Τα μέλη της Θεατρικής Ομάδας που παίζουν τους “Πέρσες” αντιμετωπίζουν προκλήσεις και δυσκολίες. Αλλά μέσα από την ερμηνεία τους αναδύεται η δύναμη της τέχνης να μεταμορφώσει και να επουλώσει. Η σκηνή γίνεται ένας χώρος απελευθέρωσης, όπου οι συμμετέχοντες μπορούν να ανακαλύψουν την εσωτερική τους δύναμη και να μοιραστούν με το κοινό την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά και την ελπίδα που προκύπτουν από το θέατρο. […] Είναι επίσης μια ευκαιρία για εμάς, το κοινό, να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την επανένταξη. Μας θυμίζει ότι κανένας δεν είναι απολύτως χαμένος και ότι η τέχνη μπορεί να γεφυρώσει χάσματα και να ενώσει ανθρώπους» συμπυκνώνει και η Γιολάντα Κωνσταντινίδου την εμπειρία της ώς εδώ στο πρόγραμμα της παράστασης.
«Εζησα σαν βασιλιάς και καταστράφηκα από την αλαζονεία»
Τις δικές του εμπειρίες και σκέψεις καθρέφτισε στον λόγο του Αισχύλου ο Κώστας Μπ., που υποδύεται τον Δαρείο και που έχοντας εκτίσει ώς εδώ 23 μήνες θέλει άλλο 1,5 χρόνο για να αποφυλακιστεί. Επαναλαμβάνει ξανά και ξανά την αισχύλεια αναφορά από τον ρόλο του στην τιμωρία της αλαζονείας:
«άνθρωπος θνητός δεν πρέπει να το παίρνει
απάνω του παρά πολύ, γιατ᾽ η περφάνια
μεστώνοντας καρποφοράει ολέθρου στάχυ,
απούθε ο πολυδάκρυτος τρυγιέται θέρος.
[…] κι ας μην καταφρονά κανείς τ᾽ αγαθά πόχει,
μην πάει και χάσει, άλλα ζηλεύοντας, το βιο του.
γιατί βαρύς κριτής στέκει από πάνω ο Δίας
που την υπέρμετρη έπαρση σκληρά κολάζει».
Κι αφού μας εξομολογείται πως ποτέ πριν δεν είχε πατήσει στο θέατρο, πως κορόιδευε μια κοπέλα που είχε επειδή το αγαπούσε, αφού μας αφηγείται ακόμα μια οικονομικά πολυτελή και άνετη ζωή βασισμένη στην παρανομία καταλήγει: «Εζησα σαν βασιλιάς και καταστράφηκα από την αλαζονεία μου γιατί ήθελα όλο και περισσότερα. Λίγοι έμειναν τώρα να με στηρίξουν. Μόνο οι πολύ δικοί μου άνθρωποι, όπως και στον Ξέρξη που μένει μόνο ο πατέρας και η μάνα του. Αυτό ήταν λοιπόν κάτι που το έχω ζήσει. Ενα δικό μου δράμα. Εχω τελειώσει όλα τα προγράμματα ζωγραφικής, αλλά όταν δικάστηκα στο πρωτόδικο, βίωσα την απαξίωση γιατί το δικαστήριο δεν δέχτηκε κανένα χαρτί από πρόγραμμα ως ελαφρυντικό. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισα. Πήγα και στο Εργαστήριο Θεάτρου. Στο τέλος κατάλαβα ότι η αξία του χαρτιού είναι μηδαμινή μπροστά σε ό,τι δίνει το θέατρο. Κόλλησα. Διάβαζα τον ρόλο ξανά και ξανά, όσο δεν είχα διαβάσει σ’ όλη μου τη σχολική ζωή. Χάλασα το βιβλίο από το διάβασμα. Και έπιανα τον εαυτό μου το βράδυ, για να μην ενοχλήσω τον συγκρατούμενο στο κελί ανάβοντας φως, να κάθομαι κοντά στην τηλεόραση για να βλέπω να διαβάζω τον ρόλο».
Πιο λακωνικός ο κορυφαίος του Χορού, ο Γρηγόρης, θερμοϋδραυλικός στην προηγούμενη ζωή του, άνθρωπος που επίσης δεν είχε πάει ποτέ στο θέατρο, βρέθηκε στο Εργαστήριο επειδή δεν είχε να κάνει κάτι καλύτερο. Ανθρωπος που έχει περάσει ήδη 7 χρόνια στη φυλακή και περιμένει την απόφαση του εισαγγελέα για την αποφυλάκισή του, στην πορεία αισθάνθηκε τον ρόλο του θεάτρου πιο «απελευθερωτικό» και «θεραπευτικό».
