ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αργησε είκοσι χρόνια να μεταφερθεί στη γλώσσα μας το έξοχο μυθιστόρημα του Χιλιανού συγγραφέα και ακτιβιστή Πέντρο Λεμεμπέλ με τον περίεργο και δίσημο τίτλο του, έστω όμως και τώρα, δύο χρόνια μόλις μετά τη σπουδαία μεταφραστική κατάθεση του Κώστα Αθανασίου, μπορούμε πλέον να του αποδώσουμε την αξία που του αναλογεί.

Εχω πει και παλιότερα ότι ένας από τους ακριβότερους τίτλους για κάποιο λογοτεχνικό έργο είναι να εμπνεύσει το θέατρο. Γιατί αυτό φανερώνει πως με όλη του την περισπούδαστη λογοτεχνικότητα, στο κέντρο του χτυπά και ακούγεται ο παλμός του ανθρώπου.

Το θέατρο δεν μπορεί να κάνει και πολλά, η αλήθεια είναι, όταν καλείται να μεταφέρει την πλοκή ενός πεζού, τις εικόνες του, την εξωτερική ή εσωτερική ροή του. Αυτό όμως που μπορεί να κάνει όπως καμιά άλλη τέχνη είναι να αφουγκραστεί αυτόν τον παλμό και να τον βάλει να ακουστεί δυνατότερα, ευκρινέστερα, πλατύτερα.

Ο ήχος του ανθρώπου που ζει πίσω από τη διήγηση και θέλει να αποκτήσει πάλι φωνή και σώμα στο θαύμα του θεάτρου είναι που οδήγησε και την Αννα Βαγενά να διασκευάσει πρώτα, να σκηνοθετήσει έπειτα, να επιμεληθεί, τέλος, την όψη (σκηνικά και κοστούμια) του «Φοβάμαι, ταυρομάχε» του Λεμεμπέλ. Ασφαλώς και υπάρχουν λόγοι που ερμηνεύουν εν πρώτοις την απόφασή της: το όμορφο ύφος της γραφής, η πολιτική θέση του, η συγκινητική του ιστορία…

Ομως αν διακρίνω καλά, το βασικό κίνητρο πίσω από όλα αυτά, το στοιχείο που δεν ερμηνεύει μόνο την απόφαση, αλλά στηρίζει την αφοσίωση της σκηνοθέτριας στον Χιλιανό συγγραφέα, είναι η ευαισθησία του, η ικανότητά του να επιστρέφει στο κέντρο των πραγμάτων, να βλέπει στο βάθος της ιστορίας, της πολιτικής, της επανάστασης και της ανατροπής τον έναν και μόνον Ανθρωπο.

Η «Τρελή από απέναντι» είναι το προσωνύμιο αυτού του Ανθρώπου. Δεν έχει άλλο όνομα και δεν χρειάζεται άλλο για να χαρακτηριστεί. Είναι ήδη διακριτός και δακτυλοδεικτούμενος λόγω της ταυτότητάς του, που θα ήταν λάθος να τη χαρακτηρίσουμε ευθύγραμμα «σεξουαλική».

Στην πράξη πρόκειται για ένα κράμα ταξικής, σεξουαλικής, ακόμα και ηλικιακής ιδιαιτερότητας, που κάνει την «Τρελή» να κινείται όχι σε ένα αλλά σε πολλά περιθώρια ταυτόχρονα. Είναι μια μεσήλικη φτωχή τρανς, πρώην ναρκομανής, που επιβιώνει χάρη στην καλοσύνη πρώην φίλων της αλλά και στη μοναδική της ικανότητα στο κέντημα. Κι ωστόσο η αληθινή της ταυτότητα είναι άλλη: είναι αυτή που δεν ανήκει πουθενά, δεν έχει κανένα στήριγμα και καμιά ορατότητα.

Αυτό της δίνει όμως ένα μοναδικό πλεονέκτημα, ειδικά στο Σαντιάγο του 1986, που φλέγεται από τις αντιδράσεις και τα κινήματα ενάντια στην ετοιμόρροπη πια δικτατορία του Πινοσέτ. Το «σπίτι» της «Τρελής», στην πραγματικότητα ο μαγικός τόπος καταφυγής της, είναι το τελευταίο μέρος που θα μπορούσε ποτέ η Ασφάλεια να υποψιαστεί ότι είναι κρησφύγετο των ανταρτών πόλης. Το μόνο άλλωστε σημείο που μοιάζει να συμφωνούν οι επαναστάτες του Πατριωτικού Μετώπου Manuel Rodriguez και η Αστυνομία είναι αυτό: η «Τρελή» είναι εντελώς ασήμαντη – τόσο ασήμαντη ώστε να περνά απαρατήρητη από όλους.

Με αυτόν τον τρόπο το σπίτι της «Τρελής» αρχίζει να γεμίζει από κιβώτια άγνωστου περιεχομένου που έρχονται από άγνωστη κατεύθυνση, την ίδια στιγμή που στο πατάρι της άγνωστοι άνθρωποι συνεδριάζουν τακτικά για άγνωστα σε εκείνη θέματα. Κανείς δεν της δίνει λογαριασμό και κανένας δεν ασχολείται μαζί της – ούτε καν αυτοί που εκμεταλλεύονται τη φιλοξενία της.

Είναι ζήτημα αν η «Τρελή» γνωρίζει τι ακριβώς τρέχει ή αν ασχολείται έστω κάπως με όλα αυτά. Αυτή έχει μόνο στον νου της το τρυφερό αίσθημά της για τον Κάρλος, τον όμορφο φοιτητή και μέλος του Μετώπου. Μέσα της νιώθει ένα σκίρτημα έρωτα τόσο παράταιρο για τις συνθήκες της γνωριμίας τους αλλά και τόσο ενδεικτικό του κόσμου της. Γιατί ο κόσμος της «Τρελής» είναι γεμάτος από μια ολόδική της πραγματικότητα: με τη ζάλη από τα παλιά ρομαντικά τραγούδια, με τα όνειρα μιας άλλης ζωής, με τη βαθιά συμπόνια για τον κατατρεγμένο. Δεν είναι αμέτοχη η «Τρελή» από όσα συμβαίνουν γύρω της, έχει όμως τον δικό της τρόπο να τα κατανοεί – έναν τρόπο αισθαντικό, απτικό, «παλμικό».

Μπορεί να βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά η Χιλή, αλλά η «Τρελή από απέναντι» του Σαντιάγο μοιάζει πολύ κοντινή μας. Αυτό ίσως ένιωσε και η ίδια η Βαγενά και ίσως αυτό είναι που μετέδωσε στο θέατρό της. Η σοφία της «Τρελής» θυμίζει, αν δεν εφάπτεται κιόλας, το βίωμα πολλών «δικών μας» γυναικείων φωνών του μαρτυρίου, της προσφυγιάς και της εγκατάλειψης. Που ανταποδίδουν το έξω μίσος με τη μέσα αγάπη, την εγκαρτέρηση και το μεγαλείο. Η Βαγενά κατάλαβε έτσι πως πίσω από το «queer» κείμενο του Λεμεμπέλ κρύβεται μια ευθεία, καθαρή και αληθινά λαϊκή γραφή ενός μεγάλου συγγραφέα για το ποιο είναι στ’ αλήθεια το δίκιο και ποιο το άδικο για τον άνθρωπο.

Τίποτα από όλα τα άλλα δεν θα είχε σημασία -ή θα είχε μόνο κατ’ αποκοπήν σημασία- αν απουσίαζε από το κέντρο τού «Φοβάμαι» αυτή η σκέψη.

Από τέτοιον δρόμο καταλήξαμε τελικά στο Θέατρο του Μεταξουργείου. Για να ακουστεί εκεί όχι μόνο το (ένα και μοναδικό) μυθιστόρημα του Λαμεμπέλ αλλά και για να ακουστεί ο Ανθρωπος πίσω από αυτό. Αρκεί να κοιτάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αποδίδει ο Νίκος Αρβανίτης την «Τρελή»: στις μέρες μας θα ήταν κανονικά θέμα συζήτησης για το αν θα έπρεπε να αποδοθεί ο ρόλος από ένα πράγματι τρανς άτομο – τα επιχειρήματα είναι σεβαστά, η συζήτηση όμως είναι εδώ εκτός θέματος.

Η εντελώς «θεατρική», σχεδόν μπρεχτική προσέγγιση του Νίκου Αρβανίτη φανερώνει ότι αυτό που απαιτείται δεν είναι να διακρίνουμε την «Τρελή» με βάση την ιδιαιτερότητά της, αλλά να υπερβούμε το προφανές για να αντιληφθούμε ότι οι λόγοι της συγκίνησης αγκαλιάζουν πολύ περισσότερους. Ο Νίκος Αρβανίτης κάνει τον κεντρικό ρόλο εξωτερικά ανοίκειο, για να κατακτήσει τη συγγένειά του με εμάς εσωτερικά. Διδάσκει μια ερμηνεία ουσίας.

Ο Σταμάτης Μπάκνης κάνει τον Κάρλος και η αλήθεια είναι πως η φυσική νεανική του γοητεία συμβάλλει πολύ στην ερμηνεία του. Ο Ανδρέας Κωνσταντινίδης και η Μικαέλα Δανά παρουσιάζουν το συμπληρωματικό ζευγάρι του ζεύγους Πινοσέτ, μια επιτυχημένη καρικατούρα της απόκοσμης κενότητας, αν όχι της φρικώδους αδιαφορίας για τον άνθρωπο. Η Ελενα Μεντζέλου υποστηρίζει έναν δευτερεύοντα και κάπως μετέωρο ρόλο, που εμφανίζεται αργά στην υπόθεση και δεν έχει γερά ερείσματα.

Ωραίοι οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα, συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα της λιτής σκηνοθεσίας μαζί με τη μουσική επιμέλεια του Γιάννη Καραγιάννη.

Είναι μια παράσταση γεμάτη με τον Ανθρωπο. Τον μικρό και αόρατο από τους δυνατούς, τον παντοδύναμο όταν ανοίγει την καρδιά του.