«Την ντροπή τη μαθαίνουμε. Μας τη διδάσκουν». Διαφωνεί κανείς; Μπορεί το έργο να ονομάζεται «Το ξύπνημα της άνοιξης» και να χρειάστηκε περίπου 10 χρόνια από τότε που το έγραψε ο Φρανκ Βέντεκιντ μέχρι να βρει τον δρόμο του στη σκηνή αλλά και αυτή η πορεία δεν ήταν απρόσκοπτη: λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε. Πώς να αποδεχτεί ο καθωσπρεπισμός τη συγκρουσιακή σχέση των εφήβων με τον κόσμο των ενηλίκων; Υποδηλωτικός ο υπότιτλός του στο πρωτότυπο: «Μια παιδική τραγωδία».
Γιατί τι άλλο είναι η μετάβαση από την παιδικότητα στον κόσμο των ενηλίκων και η ανακάλυψη της σεξουαλικότητας σε ένα περιβάλλον καταπίεσης και απαγορεύσεων; Τι κι αν το έργο γράφτηκε το 1890. Τα ίδια ερωτήματα που τα βάζουν με τον πουριτανισμό μεταφέρει στο σήμερα η διασκευή της Αν Ράις. «Ποιος είμαι, πού ανήκω, ποια η σχέση μου με τον κόσμο». Και η σκηνοθεσία του Γιάννη Καραούλη για την Εφηβική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μάς παραδίδει τον σπαραχτικό κόσμο των εφήβων που ψηλαφεί τη σεξουαλικότητά του, αναζητώντας απαντήσεις πέρα από τα μισόλογα των μεγάλων, καμιά φορά με μοιραίο τρόπο.
Μπολιάζοντας το έργο με την πηγαία αμφισβήτηση της υποκρισίας από τους νέους, την παρορμητική σωματικότητά τους, την ανάγκη τους να αγγιχτούν και να αγγίξουν, την ευαισθησία αλλά και την αγωνία τους για έναν κόσμο που δεν τους καταλαβαίνει, τον καταπιεστικό περίγυρο, την άνυδρη εκπαίδευση. Οπως τότε, έτσι και σήμερα: αφυπνισμένοι και αβοήθητοι. Να αναζητούν στη διαμεσολαβημένη απεικόνιση της οθόνης τη γνώση που στερούνται αλλά και την επικοινωνία, ρουφώντας την παραμορφωμένη εικόνα του πουριτανισμού που παραδίδει τους νέους βορά στην εμπορευματική και παραπλανητική εικόνα της βιομηχανίας του σεξ.
● «Πώς γίνεται να παραμένουν λες απαράλλαχτα αυτά που ένα έργο καταδείκνυε πριν από 130 χρόνια;», ρωτήσαμε τον σκηνοθέτη του έργου, Γιαννη Καραούλη.
Αυτό είναι το φοβερό, ότι από το 1890 υπάρχουν κάποια κοινωνικά ζητήματα τα οποία δεν έχουν λυθεί ακόμη. Π.χ. η δυσκολία που έχει ο ενήλικος κόσμος να επικοινωνήσει πραγματικά με τα παιδιά, παραμένει. Από την άλλη, υπάρχουν καίρια θέματα που ισχύουν πάντοτε για την εφηβεία και τις αναζητήσεις της, τα οποία ζητούν να τα αφουγκραστούμε. Το έργο θίγει πανανθρώπινα αιτήματα που αντέχουν στον χρόνο. Εμείς αναδεικνύουμε επιπλέον και επιμέρους θεματικές και νέα ερωτήματα σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη τεχνολογία.
Αναλογιστείτε ότι, τόσες δεκαετίες αργότερα και ύστερα από ό,τι συμβαίνει με πρωταγωνιστές-θύματα παιδιά, συζητούμε το θέμα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης που ακόμη δεν έχει βρει θέση στην εκπαίδευση. Αλλά και το ζήτημα της σύγχρονης τεχνολογίας: ποιος είναι αυτός που απαντά στο διαδίκτυο και κατά πόσο μας δίνει τις σωστές απαντήσεις; Εκκλησία, σχολείο, οικογένεια συγκροτούν ακόμη τις συντηρητικές δομές που καταπιέζουν και περιορίζουν τα παιδιά στην αναζήτηση απαντήσεων. Κι έπειτα, είναι και η σεξουαλική αναζήτηση κι ένα σύστημα που τοποθετεί περιορισμούς…
● Πάντως, η μεταφορά του έργου είναι τόσο σύγχρονη…
Η πολύ ωραία διασκευή της Ράις μετακινείται σε σχέση με το κείμενο του Βέντεκιντ, θέτοντας το θέμα του ψηφιακού κόσμου και της οθόνης και προσθέτοντας μια επιπλέον γκρίζα περιοχή στις αναζητήσεις των εφήβων. Το μέσο από τη μια δίνει απαντήσεις και απ’ την άλλη θέτει προβληματισμούς: π.χ. το σε ποιους απευθύνεσαι για να μάθεις ή να πάρεις πληροφορίες, την κοινωνική πίεση που προκαλείται από τον περίγυρο σε σχέση με τη χρήση του μέσου και ταυτόχρονα μιας ψηφιακής απομόνωσης, μιας ψευδαίσθησης επικοινωνίας που δεν ξέρω κατά πόσο ισχύει πραγματικά.
Είναι μια λύση επικοινωνίας, ένας έφηβος βρίσκει πράγματι δίοδο να μιλήσει και να επικοινωνήσει, αλλά είναι και μια επιβεβαίωση μοναξιάς. Δεν υπάρχει άμεση επαφή. Ακριβώς αυτό πραγματεύεται το έργο, την αμεσότητα σε σχέση με το σώμα που ξυπνάει, με το σεξ και, στον αντίποδα, την ψυχική επαφή μέσα από το διαδίκτυο που εκ των πραγμάτων αναιρεί την αμεσότητα.
● Ποια είναι η ανταπόκριση των έφηβων θεατών;
Είναι φοβερό αυτό που γίνεται με τα παιδιά… Μπορεί να καφρίζουν όταν ακούν συγκεκριμένα πράγματα και, από την άλλη, συγκεντρώνονται για να δουν θέματα και σκηνές που τους αφορούν, που είναι δικές τους εμπειρίες. Το έργο μιλά για τις ζωές τους με έναν μη διδακτικό τρόπο, θέτει ερωτήματα για οικεία πράγματα. Κι εμείς θέλουμε να τροφοδοτήσουμε τη συζήτηση και τη σκέψη τους, γνωρίζοντας ότι αυτές οι αναζητήσεις υπάρχουν.
Θέλουμε να τους πούμε ότι δεν είναι μόνοι τους και δίνουμε αφορμές, ώστε αυτοί οι προβληματισμοί να βγουν και έξω από το θέατρο. Γι’ αυτό και τα προγράμματα του Εθνικού Θεάτρου γίνονται παράλληλα με προγράμματα και θεματικές που τρέχουν στα σχολεία.
● Χρειάζεται να βρεις και έναν τρόπο για να απευθυνθείς σε εφήβους για να σε ακούσουν…
Σίγουρα είναι το ίδιο το κείμενο που ακροβατεί ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, βοηθάει και το γεγονός ότι παρακινεί τη φαντασία, ότι υπάρχει κίνηση. Και το σκηνικό διαρκώς μετακινείται, γιατί και το έργο κινείται σε έναν μεταβατικό χώρο… Ενας καθηγητής μάς είπε ότι «η παράσταση μιλά ακριβώς για όσα θέλουμε να μιλήσουμε στους μαθητές μας, για τα βασικά ερωτήματα της εφηβείας, και πολλές φορές δεν ξέρουμε πώς…».
?Πληροφορίες: «Το ξύπνημα της άνοιξης» του Φρανκ Βέντεκιντ.
Διασκευή: Ανια Ράις
Μετάφραση: Σοφία Γρηγορίου
Σκηνοθεσία: Γιάννης Καραούλης
Σκηνική προσαρμογή-Στίχοι: Λητώ Τριανταφυλλίδου
Σύμβουλος δραματουργίας: Ειρήνη Μουντράκη
Σκηνικά-Κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου
Κίνηση: Φρόσω Κορρού
Μουσική: Διαμαντής Αδαμαντίδης
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ειρήνη Αμπουμόγλι
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Κωνστάντσια Σαραφιάνου
Παίζουν: Ασημίνα Αναστασοπούλου, Αναστάσης Γεωργούλας, Χρήστος Κραγιόπουλος, Λάμπρος Κωνσταντέας, Ευσταθία Λαγιόκαπα, Φανή Ξενουδάκη, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Ελένη Μολέσκη, Διονυσία Μπαλαμώτη, Νικόλας Παπαδομιχελάκης, Γιώργος Πατεράκης, Ανδρομάχη Φουντουλίδου.
Θέατρο REX | Σκηνή «Ελένη Παπαδάκη». Παρασκευή και Σάββατο 20.00, Κυριακή 19.30. Εισιτήρια 3€.
