Αν το θέατρο ήταν θρησκεία, ο Ντέιβιντ Μάμετ θα δήλωνε αιρετικός. Τα έργα του είναι μια διαρκής άσκηση ανατροπής της τάξης των πραγμάτων, μια υπονόμευση του πολιτικά ορθού και του φανατισμού που δοκιμάζει τη λογική και αμφισβητεί κάθε εξουσία και στερεότυπο. Επόμενο λοιπόν να διχάζει κοινό και κριτική. Το ίδιο συνέβη και με το έργο του «Η Αναρχική» που παρουσιάστηκε προ δεκαετίας στο Broadway και είχε γραφτεί με αφορμή τα πραγματικά γεγονότα μιας ληστείας από μέλη της επαναστατικής οργάνωσης Weather Underground στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1970, η οποία κατέληξε στον θάνατο δύο αστυνομικών.
Ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει δύο αντίθετες ιδεολογίες στα πρόσωπα της Ανν, εκπροσώπου του κράτους που ως επιτηρήτρια καλείται να αποφανθεί για το δικαίωμα της Κάθι να αποφυλακιστεί έχοντας εκτίσει τριάντα πέντε χρόνια από την ποινή ισοβίων στην οποία είχε καταδικαστεί για το πολιτικά φορτισμένο έγκλημά της ως μέλος του αντιεξουσιαστικού κινήματος. Αυτή η αντιπαράθεση γίνεται με την πένα του Μάμετ μια πολυσήμαντη εστία προβληματισμού πάνω στη βία του κράτους και της επανάστασης, την ενηλικίωση των πολιτικών συνειδήσεων, την εξουσία των δύο αντίθετων πόλων που συγκρούονται, το χρέος της νέας γενιάς να επαναστατεί, τον διχασμό που προεξοφλεί η συστράτευση με τη μία ή την άλλη πλευρά.
Το «αιρετικό» έργο ανεβαίνει στο Από Μηχανής Θέατρο επιτυγχάνοντας μια διπλή πρωτοτυπία: αφενός λόγω του γεγονότος ότι είναι η πρώτη φορά που παίζεται στην Ελλάδα κι αφετέρου λόγω της μεθόδου πάνω στην οποία στηρίζεται η σκηνική αναπαράστασή του, αφού για πρώτη φορά θα εφαρμοστεί η θεατρική μέθοδος του πολύτιμου συνεργάτη του Στανισλάφσκι, ψυχιάτρου Νικολάι Ντεμίντοφ, ο οποίος εμπιστεύτηκε τον αυθορμητισμό του ηθοποιού στην προσέγγιση του κειμένου, καθώς πίστευε ότι έτσι αποκαθίσταται η πραγματική δύναμη του θεάτρου, παραμερίζοντας τη σκηνοθετική αυθεντία.
Αυτό είναι κι ένα σημείο συνάντησης της μεθόδου με τον Μάμετ, αφού και ο συγγραφέας στις οδηγίες του προς τους ηθοποιούς αμφισβητεί τη σκηνοθετική παντοδυναμία. Αλλά αυτός είναι και ο λόγος που οι συμπρωταγωνίστριες της παράστασης Όλγα Καπαγιορίδου και Κατερίνα Φαχούρι, που μας μιλούν, υπογράφουν από κοινού και τη σκηνοθεσία, παρουσιάζοντας την τεχνική που δεν είναι ακόμη οικεία στη χώρα μας.
● Τι είναι λοιπόν η τεχνική Ντεμίντοφ;
Ουσιαστικά μαθαίνεις να ακολουθείς τις πρώτες σου παρορμήσεις και να μην μπαίνεις καθόλου στην ανάλυση. Κι ο ηθοποιός εκπαιδεύεται να ακολουθεί το κείμενο, να το βιώνει επί σκηνής. Γι’ αυτό και δεν έχουμε σκηνοθέτη. Η ιδέα είναι ότι δεν χρειάζεται νοητική επεξεργασία γιατί το έργο εμπεριέχεται στο κείμενο και απλώς ακολουθείς τον συγγραφέα.
● Και το έργο; Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα σε δυο γυναίκες από εντελώς διαφορετική θέση, ηθική και φιλοσοφική, πού οδηγεί;
Το έργο είναι πολύ επίκαιρο γιατί ουσιαστικά βλέπουμε δυο τελείως διαφορετικές γυναίκες, που συμβολίζουν τελείως διαφορετικές αξίες, να συζητούν για το αν πρέπει να αφεθεί ελεύθερη η μία, αν έχει σωφρονιστεί ή όχι. Οταν διαβάζεις τον τίτλο, νομίζεις ότι θα κάνουν μια πολιτική κουβέντα και στο τέλος θα είσαι με τους μεν ή με τους δε. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του, δεν επιθυμεί να ταυτιστείς, αλλά να ανοίξει αυτή η συζήτηση.
● Και πώς τοποθετείται η «Αναρχική» ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα στο θέμα της χρήσης βίας;
Αναφέρεται στους τρόπους αντίδρασης ενός πολίτη όταν υπάρχει καταπίεση και μιλάει και για τη χρήση βίας. Ο Μάμετ πιστεύει ότι η βία είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση και χρησιμοποιείται είτε ως επαναστατικό μέσο είτε ως μέσο διακυβέρνησης και αναρωτιέται για το πώς μπορεί να σπάσει ο κύκλος της βίας ανάμεσα σε αυτόν που καταπιέζει και αυτόν που καταπιέζεται.
● Και η πολιτική βία; Θεωρεί ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;
Μέσω της αφήγησής του δείχνει πως με τη χρήση του λόγου μπορείς να κρύψεις τις προθέσεις σου. Πολλές φορές μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις πιο ωραίες λέξεις για να πεις τα πιο αισχρά πράγματα και το αντίστροφο. Δείχνει τον τρόπο που οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι κάνουν απλώς τη δουλειά τους συμμετέχουν σε αυτή τη μηχανή, χωρίς να το συνειδητοποιούν, θεωρώντας ότι κάνουν το καθήκον τους. Και μπορεί οι δυο γυναίκες να φαίνονται τόσο διαφορετικές, αλλά, μέσα από το έργο, φαίνεται επίσης ότι έχουν μια πολύ κοινή ρίζα – επειδή είναι γυναίκες.
Συναντιούνται σε μια τεταμένη στιγμή –υπάρχει μια ακραία συνθήκη– και σε αυτή την ένταση ο Μάμετ χρησιμοποιεί τον λόγο για να παραπλανήσει, να κάνει διάφορα νοητικά παιχνίδια παίζοντας πάντα στα όρια, ώστε να μην ξέρεις και να μην μπορείς να πάρεις θέση. Συχνά θέλουμε πάρα πολύ να παίρνουμε θέση, αλλά ο Μάμετ δεν μας αφήνει: τη μια στιγμή σκέφτεσαι τι ωραία που τα λέει και μετά ότι είναι πολύ αμφιλεγόμενα, και μερικές φορές δείχνει να παίρνει το μέρος κάποιας και μετά καταλαβαίνεις ότι είναι πολύ πιο περίπλοκο από το άσπρο ή το μαύρο, από αυτό που τίθεται ως πολιτικά ορθό. Σημασία έχει η ουσία. Οπως και με τις ιδεολογίες ή θρησκείες, που ο καθένας τις ασπάζεται με τελείως διαφορετικό τρόπο.
Η ουσία δεν είναι να πάρουμε μια πολιτική θέση με το έργο, αλλά να σκεφτούμε και να καταλάβουμε ότι το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο από το να χαρακτηρίσεις μια άποψη δεξιά ή αριστερή. Επειδή και η αναρχία και το κράτος έχουν κάποιες εκφάνσεις που καταλήγουν να χρησιμοποιούν και οι δύο βία με διαφορετικό τρόπο για διαφορετικούς λόγους, αλλά η βία δεν παύει να είναι βία. Και στο έργο, ενώ η μία ηρωίδα κατηγορεί την άλλη γι’ αυτή τη βία που της ασκείται, είναι και οι δυο θύματα από διαφορετική οπτική.
● Απαντά το έργο σε σημερινούς ιδεολογικούς διχασμούς;
Το θέμα του Μάμετ είναι ακριβώς αυτός ο διχασμός, η σύγκρουση. Με το που θα πεις μια λέξη, ξαφνικά θα χωριστούν οι άνθρωποι σε δυο στρατόπεδα. Αυτό που τον απασχολεί είναι ότι δεν χρειάζεται να παίρνουμε ακραίες θέσεις, γιατί σημασία έχει η ουσία των πράξεών σου και το τι κάνεις στη ζωή σου. Η ιδεολογία είναι λέξεις και γι’ αυτό τον λόγο πιάνει το θέμα της θρησκείας: πολλές φορές λες «ασπάζομαι αυτό το δόγμα», αλλά μπορεί κάποιος να είναι πολύ πιο χριστιανός ή επαναστάτης από κάποιον που το δηλώνει.
? Πληροφορίες: «Η Αναρχική» του Ντέιβιντ Μάμετ. Μετάφραση: Μαριλού Ταμβάκη. Σκηνοθεσία: Ολγα Καπαγιορίδου, Κατερίνα Φαχούρι. Πρωτότυπος ήχος: Γιώργος Καραμανλής. Παίζουν: Ολγα Καπαγιορίδου, Κατερίνα Φαχούρι. «Από Μηχανής Θέατρο» (Ακαδήμου 13, Αθήνα) κάθε Παρασκευή και Κυριακή στις 9 μ.μ. από 18/11
