Ακούγοντας λεπτομέρειες για τη νέα παράσταση του Ρομέο Καστελούτσι «Bros», την οποία θα χαρούμε στην Αθήνα στο τέλος του μήνα στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως τη σχεδίασε παρακολουθώντας την καθημερινότητα σε ορισμένες συνοικίες της Αθήνας. Βεβαίως, όπως λέει ο ίδιος, η αστυνομική βία της οποίας υπήρξε μάρτυρας στο Παρίσι κατά τη διάρκεια των πρώτων διαδηλώσεων των Κίτρινων Γιλέκων υπήρξε βασικό ερέθισμα για τη δημιουργία της.
Ιδού εν συντομία η σκέψη πίσω από το«Bros»: Πρωταγωνιστεί μια ομάδα που αλλάζει σε κάθε χώρα που παρουσιάζεται η παράσταση, καθώς επιλέγονται εγχώριοι εθελοντές. Μια ομάδα ερασιτεχνών ντύνεται με στολές αστυνομικών –Αμερικανών πιο συγκεκριμένα, καθώς πηγή έμπνευσης υπήρξαν, μεταξύ άλλων, και οι αστυνομικοί στο σινεμά– και σχεδόν χωρίς πρόβα, δέχονται να εκτελούν επί σκηνής, χωρίς δεύτερη σκέψη ή καθυστέρηση, τις εντολές που τους δίνονται στο ακουστικό τους από τον σκηνοθέτη.
«Η αστυνομία είναι μια μεταφορά για να σκεφτούμε το ρόλο της βίας στην κοινωνία μας», εξηγεί ο Καστελούτσι. «Δεν είναι μόνο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, αλλά και ανθρωπολογικό. Οι αστυνομικοί είναι σαν αδελφότητα, με έναν τρόπο. Μια πρωτόγονη, τοτεμική κοινωνία, θεμελιωμένη γύρω από ένα είδωλο. Αυτό το είδωλο είναι πιθανότητα της βίας. Υπάρχουν σκηνές όπου δείχνω τη βία ως μια πράξη χωρίς αίτια, αλλά ένα ταυτολογικό γεγονός. Η βία δεν είναι ενάντια σε κάποιον, βρίσκεται μέσα στην αστυνομία: ακόμα κι ένας αστυνομικός δέρνεται από άλλους αστυνομικούς. Θέλω να πάω βαθύτερα στην ανθρωπολογική δομή της βίας, η οποία είναι σκοτεινή, ακόμα και αινιγματική, δεν προέρχεται από τη λογική. Η αστυνομία είναι πάντοτε, εξαρχής, παρούσα στον κινηματογράφο, αλλά όχι στο θέατρο. Δεν υπάρχει τέτοιος χαρακτήρας στη θεατρική μας παράδοση. Είναι παράδοξο. Γιατί στο σινεμά η αστυνομία είναι η τέλεια δικαιολογία ώστε να προκύψει το χάος. Είναι η εγγύηση για να έχεις το χάος: τάξη και αταξία. Οπότε στο “Bros”, όλα εκτίθενται. Δεν είναι όμως μια κριτική στη βία, είναι υπαινικτικό. Δεν είναι μια ανοιχτή δήλωση, αλλά κάτι πολύ πιο κρυπτικό. Κάτι που αναστατώνει».
Οταν εγώ ως πολίτης βρίσκομαι μπροστά σε έναν άνθρωπο με στολή, για κάποιο παράξενο λόγο νιώθω ενοχή.
Τον ρωτώ: Η επιλογή των ερασιτεχνών σε αυτούς τους ρόλους είναι αισθητικού χαρακτήρα ή έχει να κάνει με αυτό που μετά τη Χάνα Αρεντ συνηθίσαμε να αποκαλούμε «κοινοτοπία του κακού»; «Κυρίως το δεύτερο», απαντά. «Αλλά είναι και μια τεχνική, που τη βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα αισθητικά. Βέβαια είναι και μια μεταφορά, γιατί πρέπει να υπακούσουν σε μια διαταγή. Δεν ξέρουν τι κάνουν. Οι, ας τους πούμε, ηθοποιοί δεν μπορούν να πουν “όχι”. Πρέπει να ανταποκριθούν χωρίς να πάρουν τον χρόνο να σκεφτούν – άρα χωρίς συνείδηση. Κι αυτό, φυσικά, είναι επίσης μια μεταφορά για το πώς λειτουργεί η κοινωνία μας – κι όχι μόνο οι αστυνομικοί. Γι’ αυτό τον λόγο, μου αρέσει να δουλεύω με ερασιτέχνες, με ντόπιους. Γιατί αυτή ειδικά η παραγωγή είναι και μια επαφή με την πόλη, με πολίτες της μεταμφιεσμένους με στολές. Αρα όχι με συνηθισμένους ανθρώπους.
Οι συνηθισμένοι άνθρωποι αν ντυθούν με στολές αλλάζουν εντελώς. Γίνονται ένα σώμα. Λέμε: το σώμα της αστυνομίας. Ενικός! Γίνονται ένα. Εξαιτίας της απίστευτης δύναμης της στολής. Οταν εγώ ως πολίτης βρίσκομαι μπροστά σε έναν άνθρωπο με στολή, για κάποιο παράξενο λόγο νιώθω ενοχή. Χωρίς καμιά αιτία. Γιατί η σημασία της στολής είναι η εξουσία. Για μένα είναι πολύ ισχυρό. Βλέπεις πόσο απίστευτη είναι η μεταμόρφωση των συνηθισμένων ανθρώπων.

Μόλις φορέσουν στολή, αλλάζουν συμπεριφορά. Ισως ο φόβος μου μπροστά στη στολή έχει να κάνει με το ότι είναι μια πολύ αρχέγονη κατασκευή. Ανήκει στη φυλή, σε μια πρωτόγονη τοτεμική κοινωνία. Και το πρώτο όπλο της αστυνομίας δεν είναι το πιστόλι: είναι το κλομπ. Χοντρό, πρωτόγονο, για να μπορεί να σπάει κόκαλα. Κι αυτό είναι τρομερά εντυπωσιακό. Είναι ένα άλμα στο παρελθόν. Είναι παράδοξο, καθώς η εικόνα είναι σημερινή. Χρησιμοποίησα τη στολή του Αμερικανού αστυνομικού ως αναφορά στις ταινίες – για τον ίδιο λόγο είναι όλοι άνδρες. Με τις εκατοντάδες ταινίες που έχουμε δει όλοι μας, ο Αμερικανός αστυνομικός είναι η πλατωνική ιδέα της αστυνομίας. Είναι μια φόρμα οικουμενική».
Οταν πάντως ο Ρομέο Καστελούτσι ερωτάται αν υπάρχει κάποια συμβουλή που θα έδινε στον νεότερο εαυτό του όταν αυτός έκανε τα πρώτα του βήματα, απαντά χωρίς ενδοιασμούς: «Ναι. Να αλλάξει δρόμο! Να κάνει κάτι άλλο, όχι θέατρο! Για μένα δεν ήταν ποτέ ζήτημα επιλογής. Σπούδασα στην Μπολόνια εικαστικές Τέχνες, ιστορία της Τέχνης. Και χωρίς καμία λογική εξήγηση, χωρίς λόγο, άρχισα να κάνω θέατρο. Δεν θυμάμαι γιατί! Θεωρώ βέβαια τον εαυτό μου τυχερό. Ομως κάτι δεν πάει καλά μαζί μου κατά βάθος!
Μου αρέσουν πολύ περισσότερο οι γλώσσες παρά το θέατρο. Ισως όμως αυτό να είναι καλό. Δεν νιώθω εντελώς σίγουρος στο θέατρο, κι όμως κάνω θέατρο: είναι ένα είδος αντίφασης, καταδίκης. Ομως έτσι είναι, και το δέχομαι. Προτιμώ το σινεμά, την αρχιτεκτονική, τη λογοτεχνία. Μου αρέσει και το θέατρο, αλλά δεν είναι η πρώτη μου επιλογή. αλλά είναι το πεπρωμένο μου. Δεν μπορώ να το αλλάξω. Μπορώ φυσικά να αλλάξω τη ζωή μου. Αλλά δεν είμαι τόσο γενναίος. Εχω λίγο γεράσει».
Και ξαφνικά, με αυτή του τη δήλωση, μου έρχεται στο μυαλό η πρώτη φράση που ακουγόταν στην «Κόλαση», από την αξέχαστη «Θεία Κωμωδία» του: «Το όνομά μου είναι Ρομέο Καστελούτσι» – αυτή που ο ίδιος μου είχε πει πως την έβλεπε ως αυτοκαταγγελία…
? ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: BROS, Ρομέο Καστελούτσι, 28.9-2.10 | Κεντρική Σκηνή Στέγης Ωνάση | Τετάρτη-Σάββατο 20.30, Κυριακή 17.00 Η παράσταση είναι κατάλληλη για ηλικίες άνω των 16 ετών, καθώς περιλαμβάνει γυμνές εικόνες και χρήση παρατεταμένης βίας. Εισιτήρια: 5 έως 38 ευρώ. https://tickets.onassis.org/
*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής
