ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τίποτα καλύτερο για τις όμορφες μέρες των γιορτών από μια κατάδυση στη νοσταλγία. Στην περίπτωση μάλιστα της «Υπέροχης ζωής», που ανεβαίνει για λίγες παραστάσεις στην Αίθουσα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής, στην, ακόμα πιο απροβλημάτιστη, δάνεια νοσταλγία μιας άλλης εποχής και ενός άλλου κόσμου.

Η αλήθεια είναι πως οι παλιότεροι επιστρέφουμε κάθε χρόνο στην επετειακή ταινία του Κάπρα, μα όχι με την ιδιότητα ακριβώς των θεατών… Η επιστροφή μάς θυμίζει μάλλον εκείνη κάποιων ιδιότυπων καρναβαλιστών του δωδεκαήμερου.

Η ταινία βρίσκεται πάντα στη θέση της για να μας υπενθυμίζει την ενιαύσια επιβεβαίωση του βίου κατά την κυκλική και παρηγορητική επιστροφή του στην αφετηρία, με την αίσθηση ότι τα πράγματα ισορροπούν και είθε να ισορροπούν κάθε φορά, με το καλό, «και του χρόνου». Ωθούμε μάλιστα και τους νεότερους να δουν την παλιά ταινία σαν δοκιμασμένο βάλσαμο ενάντια στην αναπόδραστη μετακίνηση όλων μας μέσα στον άλλον, τον ευθύγραμμο, άπειρο και ανελέητο χρόνο.

Οφείλω παρ’ όλα αυτά να περιγράψω την υπόθεση της «Υπέροχης ζωής» έστω και για τους ελάχιστους εκείνους αμύητους που θα επισκεφτούν το Μέγαρο. Ας πούμε λοιπόν πως αυτή αφηγείται τη ζωή του Τζορτζ Μπέιλι, ενός «ασήμαντου» ανθρώπου που έζησε σε στενό τόπο και φτωχικά μέσα, μια ζωή πλούσια σε ανθρωπιά και γεμάτη με νόημα. Αυτός όρθωσε το ανάστημά του στο κακό όταν χρειάστηκε, αυτός στάθηκε δίπλα σε όσους τον χρειάστηκαν, αυτός πορεύτηκε πάντα σύμφωνα με τις αρχές της παραδοσιακής αμερικανικής ηθικής. Κι όταν κάποια στιγμή ο ίδιος θα σκεφτεί να δώσει τέλος στη ζωή του, εξαιτίας μιας πολύ άδικης παρεξήγησης, το μεταφυσικό θα ανοίξει τις πύλες του για να κατέλθει από τους ουρανούς Αγγελος Κυρίου –με την πρέπουσα γιορταστική διάθεση των Χριστουγέννων– για να θυμίσει στον Τζορτζ Μπέιλι πως η ζωή του υπήρξε αληθινά «υπέροχη», όχι από μόνη της, αλλά μέσα από τις ζωές εκείνων που βοήθησε.

Μπορούν να ειπωθούν πολλά εδώ –και έχουν ειπωθεί– για την ίδια την ταινία, αλλά θα μας πήγαιναν μακριά από τον στόχο της παράστασης του Μεγάρου. Το Μέγαρο πρόλαβε να μεταφέρει στην πρωτεύουσα τη διασκευή της κινηματογραφικής ταινία από τον Τζόι Λάντρι, σαν κάποια ζωντανή, λέει, ραδιοφωνική εκπομπή της δεκαετίας του ‘40. Ο Αμερικανός συγγραφέας έχει κατά κάποιον τρόπο ειδικευτεί σε αυτού του είδους τις διασκευές, έχοντας επιχειρήσει παλιότερα το ίδιο με Ντίκενς και με Χίτσκοκ. Κι όσο για την ιδέα του της «ραδιοφωνικής ζωντανής εκπομπής», καθώς φαίνεται δεν είναι και τόσο πρωτότυπη: ένα σωρό παραστάσεις έχουν επιχειρήσει να μεταφέρουν με παρόμοιο τρόπο κάποιο ανάλογο κλασικό έργο.

Το «γιατί» είναι πολλαπλά προφανές. Κατ’ αρχάς επειδή μοιάζει να κάνει τη μεταφορά ευκολότερη, αφού το θέατρο σε αυτή την περίπτωση δανείζεται από το ραδιόφωνο την εγκράτειά του να αρκείται στο ό,τι ακούγεται κι όχι σε ό,τι βλέπεται. Τον κύριο λόγο έχουν εδώ τα ηχητικά εφέ, που καλούνται να δημιουργήσουν μαζί με τις ερμηνείες των ερμηνευτών το περιβάλλον όλου του δραματικού σύμπαντος.

Ο δεύτερος λόγος όμως είναι που, καθώς φαίνεται, η πρόσκληση προς το κοινό να συμμετάσχει σε αυτό το «ανοιχτό θέατρο» (κατά το «ανοιχτή κουζίνα»), παρατηρώντας το πώς φτιάχνεται η παράσταση τη στιγμή της δημιουργίας της, αναλαμβάνοντας μάλιστα κι αυτό κάποιο ρόλο (του πρώτου κοινού της δήθεν ραδιοφωνικής ζωντανής μετάδοσης), αρέσει πολύ… Η ιστορία μάς πάει πίσω στα παλιά διδάγματα του Πισκάτορ, που υιοθετούνται εδώ στην εμπορική εκδοχή τους. Κι έτσι το θέατρο εμφανίζεται για μια ακόμη φορά πρόθυμο να ρίξει για χάρη μας τον «τέταρτο τοίχο». Μόνο που αυτή τη φορά ο τοίχος είναι από τη μεριά των παρασκηνίων.

Στο Μέγαρο βέβαια τα πράγματα γίνονται ακόμα περισσότερο «συμβατικά». Η φαντασμαγορική είσοδος των ερμηνευτών, που θα δανείσουν στη συνέχεια τη φωνή τους στους ρόλους του χριστουγεννιάτικου δράματος, στην αίθουσα του Μεγάρου σαν ραδιοφωνικοί αστέρες τού τότε, ο περίφημος τυπικός κομπέρ του βουλβάρ, μα και η επίκληση του γενναιόδωρου χειροκροτήματός μας στη δημιουργία του τεχνητού κλίματος χαράς στο «στούντιο»-θέατρο μας μεταφέρουν στην ατμόσφαιρα μιας άλλης, μακρινής εποχής, που η αλήθεια είναι πως μόνο ορισμένοι εξ ημών έζησαν, και μόνο κατ’ αναλογίαν.

Δεν γνωρίζω αν ετέθη ποτέ ζήτημα το κατά πόσο η ελληνική παραγωγή θα μπορούσε να ενσωματώσει στοιχεία της δικής μας ραδιοφωνικής ιθαγένειας – τηρουμένων των αναλογιών το ελληνικό ραδιόφωνο έζησε κι αυτό μια αντίστοιχη παραγωγή σειρών ή εκπομπών στις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60, ορισμένες μάλιστα με το κοινό να παρίσταται σε αυτές ζωντανά. Ισως αυτό να ζέσταινε τα πράγματα περισσότερο, μα πιθανόν και να τα εξέτρεπε από την ουσία της απόδοσης. Που είναι να αναδημιουργήσει τη μαγεία της ταινίας με θεατρικά μέσα. Και μάλιστα βγάζοντας τη γλώσσα στον ίδιο τον κινηματογράφο, στα εφέ και στην οπτική κυριαρχία του.

Το θέατρο αντιπαρατάσσει εδώ τη χαρά μιας παράστασης που φτιάχνεται ζωντανά και ενώπιον του κοινού, εν γνώσει των θεατών/ακροατών του και με τη συνδρομή τους. Με τους ηθοποιούς του να τρέχουν αλαφιασμένοι ανάμεσα στους ρόλους, ανεβαίνοντας οριζοντίως (οι ρόλοι της «Υπέροχης ζωής») αλλά και καθέτως (ρόλος μέσα στον ρόλο) στη διανομή, ενώ την ίδια στιγμή βοηθούν τον τεχνικό της παράστασης στη δημιουργία των εφέ… Ενα παιχνίδι κατασκευής που από το παραμύθι του Κάπρα απομακρύνει το ψέμα και κρατάει για επιμύθιο την αλήθεια.

Και ποια είναι αυτή; Οπως το βλέπω εγώ, υπάρχει κάτι σε αυτές τις ιστορίες που διαπερνά τις εποχές για να φτάσει σε εμάς, με το ίδιο παλιό μήνυμα της ανθρωπιάς σαν ακριβό δώρο. Ενας δικός μας Αϊ-Βασίλης.

Η σκηνοθεσία σε αυτό επέμεινε, όπως αναγνωρίζω. Ο Γιάννης Καλαβριανός δεν είναι ακριβώς ο σκηνοθέτης των μεγάλων, λαμπερών και απολύτως επιδερμικών παραγωγών. Η παράστασή του όμως έχει τον απαραίτητο ρυθμό και τη ζωντάνια. Κι αν διακρίνουμε ακόμη πιο προσεκτικά, ίσως δούμε πίσω από το παραπάνω αισιόδοξο μήνυμά της ένα σχόλιο για την ειρωνική λάμψη του θεάματος.

Ο Νίκος Χατζόπουλος ανέλαβε τα κείμενα του έργου – κι όπως πάντα η εργασία του φανερώνει φινέτσα σμιλεμένη με σοβαρότητα. Τα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά είναι ουσιαστικά πρόβολοι θεάτρου που βοηθούν τους ηθοποιούς να «υπάρξουν» σε πολλά επίπεδα, έχοντας πολύτιμους βοηθούς τους φωτισμούς του Νίκου Βλασόπουλου. Ομορφα και λαμπερά τα κοστούμια της Βάνας Γιαννούλα. Και να και μια φορά που οι συνήθως αφανείς ήρωες των κινηματογραφικών παραγωγών αποκτούν παρουσία στο θέατρο: την επιμέλεια των ηχητικών εφέ της παράστασης ανέλαβαν ο Λέανδρος Ντούνης και ο Νίκος Λιναρδόπουλος.

Στο τέλος και στην κορυφή όλων βρίσκονται όπως πάντα οι ηθοποιοί-ερμηνευτές. Υποδύονται κάποια πρόσωπα που θα υποδυθούν άλλους, σε ένα θέατρο που θα γίνει διαδοχικά στούντιο, ταινία και παραμύθι. Κι όμως από αυτό το κρεμμύδι ρόλων και συμβάσεων δεν θα μείνει τίποτα στο τέλος παρά ένα ανάλαφρο αεράκι μασκαράτας και γιορτής.

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης (σαν Τζορτζ Μπέιλι), ο Νίκος Ψαρράς (κομπέρ και κακός καπιταλιστής Χένρι Πότερ), η Νάντια Κοντογεώργη (Μαίρη, σύζυγος του Τζορτζ), ο Γιώργος Γλάστρας (ο Αγγελος Κλάρενς, που θα κερδίσει τα φτερά του την ημέρα των Χριστουγέννων), ο Αγγελος Μπούρας και η Θεοδοσία Σαββάκη δίνουν σε εμάς την αναγκαία εορταστική ευφορία αλλά και τη χαρά από το μεγαλύτερο δώρο του θεάτρου: την πίστη ότι τα πράγματα μπορούν να είναι μαζί αληθινά, χωρίς να φθείρονται, και ψεύτικα, χωρίς να κοροϊδεύουν.