Δύο είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν μετά τη δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την πλήρωση της θέσης του καλλιτεχνικού διευθυντή/καλλιτεχνικής διευθύντριας στο Εθνικό Θέατρο, η οποία δημοσιεύτηκε χθες. Πρώτον, το κορυφαίο θέατρο της χώρας βιάζεται να αφήσει πίσω του την εποχή Λιγνάδη και την τρικυμία που πέρασε και, δεύτερον, τελειώνει το καθεστώς των απευθείας διορισμών, αφού ο επόμενος επικεφαλής θα επιλεγεί για τριετή θητεία (που μπορεί να ανανεώνεται για ακόμη μία θητεία) από «Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης και Επιλογής από προσωπικότητες της ημεδαπής ή της αλλοδαπής αναγνωρισμένου κύρους ή συμβολής στον χώρο του θεάτρου».
Θα κατατεθούν οι αιτήσεις (η προθεσμία κατάθεσης των φακέλων υποψηφιότητας λήγει στις 16 Ιουλίου), θα αξιολογηθούν οι φάκελοι και μετά θα γίνουν συνεντεύξεις με τους υποψήφιους προκειμένου η επιτροπή να τους κατατάξει με βάση τη συνολική εικόνα τους. Ασφαλώς η τελική επιλογή και ο διορισμός θα γίνει από την υπουργό Πολιτισμού.
Στην προκήρυξη αναφέρεται επίσης ότι μεταξύ των αναγκαίων προσόντων του υποψηφίου είναι το αναγνωρισμένο κύρος του, η διακεκριμένη παρουσία στον χώρο του θεάτρου, η διακεκριμένη επαγγελματική ενασχόληση στον χώρο του θεάτρου με μία από τις ιδιότητες του ηθοποιού, σκηνοθέτη, θεατρικού συγγραφέα, μεταφραστή έργων, θεατρολόγου, κριτικού θεάτρου, σκηνογράφου, η τουλάχιστον πενταετής επαγγελματική εμπειρία στην οργάνωση και διεύθυνση θεατρικών παραγωγών, η εμπειρία στην οργάνωση και λειτουργία δραματικής σχολής και η γνώση της ελληνικής γλώσσας.
Εντύπωση προκαλεί η αναφορά σε «κωλύματα» και «ασυμβίβαστα». Συγκεκριμένα «δεν δύνανται να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας: i.Οσοι έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα από ημεδαπό ή αλλοδαπό Δικαστήριο για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή ή στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, παράβαση καθήκοντος, καθ’ υποτροπή συκοφαντική δυσφήμιση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. ii.Οι υπόδικοι που έχουν παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κακούργημα ή για πλημμέλημα των ανωτέρω περιπτώσεων, έστω κι αν το αδίκημα έχει παραγραφεί».
