Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Το τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1972 από τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης. Εκτοτε παίζεται και ξαναπαίζεται. Μ’ αυτό το έργο ο καλός ηθοποιός Δημήτρης Λάλος αποπειράται την πρώτη του σκηνοθεσία κάνοντας μια εντελώς ξεχωριστή διανομή: δύο ηθοποιούς αφρικανικής καταγωγής. Η παράσταση ανεβαίνει την Παρασκευή στο θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος.

Αρχές της δεκαετίας του 1970, κατακαλόκαιρο σε αθηναϊκή αυλή, δύο φίλοι και κουνιάδοι παίζουν τάβλι. Ο Φώντας είναι άνθρωπος της πιάτσας. Ο Κόλλιας ιδεολόγος, παλιός αντιστασιακός, σημερινός λαχειοπώλης. Κι ενώ βροντούν τα πούλια, ο Φώντας προσπαθεί να τον συστρατεύσει στο μεγάλο σχέδιο που έχει κατά νου, μια σατανική ιδέα για να πιάσουν την καλή, να γίνουν πλούσιοι επιχειρηματίες, να σκαρφαλώσουν στην κοινωνική κλίμακα, να γίνουν κάποιοι… Οσο εξελίσσεται η παρτίδα, η κομπίνα οργανώνεται, αποδομείται, ξαναστήνεται.

Ο Φώντας και ο Κόλλιας σε μια αέναη φυγή από την πραγματικότητα διεκδικούν το άπιαστο όνειρο του Νεοέλληνα: να τη βγάλει καθαρή. Συζητούν ακατάπαυστα αναμοχλεύοντας το παρελθόν, επενδύουν φρούδες ελπίδες στο μέλλον, ενώ το παρόν σφίγγει την καθημερινότητά τους σαν τανάλια. Το μεγάλο κόλπο για το εύκολο κέρδος ευοδώνεται μόνο στη φαντασία τους.

Ο Δ. Κεχαΐδης βλέπει τους ήρωές του με χιούμορ και τρυφερότητα. Ανθρωποι συνηθισμένοι, λαϊκοί, συμπαθείς, κωμικοτραγικοί, στοιχειοθετούν την επιτομή της νεοελληνικής ιδιοσυγκρασίας. Δέκα χρόνια από τον θάνατό του, η σπουδαία νεοελληνική σάτιρα παρουσιάζεται στη διαμορφωμένη αυλή της Ακαδημίας Πλάτωνος. Ο Δημήτρης Λάλος και οι ηθοποιοί Σαμουήλ Ακίνολα και Στέφανος Μουαγκιέ, έχοντας κρατήσει αυτούσιο το κείμενο του συγγραφέα, καταθέτουν μια προσωπική ματιά πάνω στο κείμενο.

Κατά τον Δημήτρη Λάλο, το έργο επαναπροσδιορίζεται μέσα από μια θεατρική πρόταση που υπενθυμίζει ότι το πιο δυνατό στοιχείο ενός λαού είναι η νοοτροπία του: «Αυτή που δεν γνωρίζει τάξεις και χρώμα, που ενσωματώνει, αφομοιώνει, εξισώνει τα πάντα. Αυτήν που καλείται, τελικά, να οικειοποιηθεί όποιος επιθυμεί να επιβιώσει. Το έργο, με την ιδιότυπη γραφή του καθημερινού λόγου και τον αιχμηρό πολιτικό προβληματισμό, μέσα στη γλαφυρότητα της ελληνικής πραγματικότητας, φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ».

• Γιατί επιλέξατε δύο ηθοποιούς αφρικανικής καταγωγής στο ανέβασμα μιας κλασικής νεοελληνικής σάτιρας ηθών;

Το φθινόπωρο του 2014 βρέθηκα στη Γαλλία παίζοντας στη «Δυτική αποβάθρα» του Μπερνάρ Μαρί Κολτές, συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας και του Θεάτρου Comedie de Reims, σε σκηνοθεσία Λουντοβίκ Λαγκάρντ. Εκεί γνώρισα τον ηθοποιό Σαμουήλ Ακίνολα, Ελληνα τρίτης γενιάς, αφρικανικής καταγωγής. Τα γαλλικά μου δεν ήταν σε πολύ καλό επίπεδο, ούτε και του Σαμουήλ. Ετσι βρεθήκαμε οι δυο μας -συνεργάτες, ηθοποιοί και φίλοι στη συνέχεια- να μην μπορούμε να σταυρώσουμε λέξη με τους Γάλλους, αφού ως γνωστόν λόγω γλωσσικού σνομπισμού αποφεύγουν να μιλήσουν αγγλικά.

Ενας λευκός, λοιπόν, από τη Λάρισα και ένας μαύρος από τον Βύρωνα, με κοινή γλώσσα, κοινή νοοτροπία, κοινό χιούμορ, διαφορετικά όμως διαβατήρια, χαμένοι στους δρόμους του Παρισιού. Τότε ήρθε η ιδέα για το «Τάβλι» σαν μια έκλαμψη. Ενας τρόπος να σχολιάσω, να εικονοποιήσω σκέψεις και προβληματισμούς που μου γεννήθηκαν. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι· έχουμε διαφορετική νοοτροπία, γλώσσα, χαρακτήρα. Ομως τα συναισθήματα, τα όνειρα, οι προσδοκίες και τα βάσανα του ανθρώπου μάς εξισώνουν.

• Πώς αντέδρασε η Ελένη Χαβιαρά στην ιδέα της διανομής;

Η Ελένη Χαβιαρά αποτυπώνει ένα κομμάτι της σύγχρονης θεατρικής ιστορίας. Ενας καλόκαρδος, ευγενικός, ανοιχτόμυαλος άνθρωπος, όπως κάθε μεγάλος καλλιτέχνης. Αν και ξαφνιάστηκε στην αρχή με την ιδέα μου, στη συνέχεια την αγκάλιασε με ενθουσιασμό και μου παραχώρησε τα δικαιώματα αυτού του σπουδαίου έργου που ο Δημήτρης Κεχαΐδης δεν θα έγραφε χωρίς τη βοήθειά της. Για μένα είναι παράδειγμα ήθους και ακεραιότητας. Η διανομή δεν έγινε για λόγους εντυπωσιασμού. Το θέατρο δεν είναι αγώνας ταχύτητας, αλλά μαραθώνιος, ο χρόνος είναι ο μόνος μου κριτής. Οσον αφορά την ευκολία, πιστέψτε με, είναι εξαιρετικά δύσκολο να σκηνοθετήσεις το «Το τάβλι» του Κεχαΐδη, να αναμετρηθείς με ένα αριστούργημα, με όποιον τρόπο κι αν το προσεγγίζεις.

• Πρώτη φορά που είστε κάτω από τη σκηνή.

Εχοντας περάσει τα τελευταία χρόνια απ’ όλα τα πόστα -ταμείο, φροντιστήριο, φώτα, βοηθός σκηνοθέτη, βοηθός σκηνογράφου, ηθοποιός, δάσκαλος υποκριτικής-, θεωρώ τη θέση του σκηνοθέτη μια οργανική εξέλιξη, μεγάλης ευθύνης φυσικά. Προσπαθώ να είμαι συγκεντρωμένος και αληθινός, ώστε να μην εκθέσω κανέναν. Είναι ταξίδι για μένα αλλά και τους ανθρώπους που είναι γύρω μου· τους ευχαριστώ από καρδιάς. Ελπίζω να ανακαλύψουμε κάτι θαυμαστό στη διάρκειά του, κάτι που να μας αλλάξει ως ανθρώπους και ως καλλιτέχνες.

Θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος (Σπύρου Πάτση και Μαραθωνομάχων 8, Βοτανικός, Τηλ.: 210-4830330) Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21.15 και Κυριακή στις 20.00.