Νομίζω ότι σε αυτή την περίπτωση μπορεί να ακουστεί πάλι το παλιό εκείνο αστειάκι των ‘60s, τότε που είχε ενσκήψει στο πολιτικό θέατρο η μόδα για τους μακροσκελείς τίτλους του Βάις: «Δεν είδα την τελευταία παράσταση της κ. Κιτσοπούλου στο Θέατρο Τέχνης, διάβασα όμως τον τίτλο της…».
Κι όμως παρά τον μπαρόκ τίτλο («Μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας, αυτά με τα κουφώματα ασφαλείας και τους βολικούς καναπέδες τους, σε κατάσταση αμόκ. Ή η ανουσιότητα του να ζεις») και την απλόχερα αναλυτική παρουσίαση του θέματός της, η ίδια η παράσταση θέλει να είναι –ειρωνικά– ένα πολύ μικρό, απλό σχόλιο στο διπλό πρόσωπο της καθημερινότητας: μια οικεία ανουσιότητα, τόσο οικεία μάλιστα, ώστε να γίνεται δύσκολα παρατηρήσιμη. Και έπειτα, μια καθημερινότητα γεμάτη ρωγμές τρόμου, «φυσιολογικής» οικιακής βίας, ακατάσχετης κενολογίας ή και σιωπής.
Αυτά αποτελούν το πρώτο μέρος της παράστασης στη Φρυνίχου: ένα ζευγάρι φίλων ή μελών μιας απροσδιόριστης σχέσης πολύ «σημερινής» (Λένα Κιτσοπούλου και Γιάννης Κότσιφας) απλώνεται στον καναπέ, μπροστά στο λάπτοπ του, πίσω από το κινητό του, δίπλα στην πραγματικότητά του. Δύο άτομα που αν το καλοεξετάσει κανείς βρίσκονται σε δύο ξεχωριστές φυσαλίδες. Αυτό είναι η πρώτη σημείωση της Κιτσοπούλου: ο καναπές της καθημερινότητας εμβαπτίζεται στον αιθέρα της σύγχρονης ψηφιακής ατμόσφαιρας. Οπως και η «ομιλία»: ο νατουραλισμός ωθεί τη διάλυση της γλώσσας σε αποκομμένες φράσεις, μισόλογα, σε μια κωδικοποιημένη επικοινωνία. Ο καθένας είναι βυθισμένος στο δικό του σκάφανδρο, στη δική του σκοτεινή θάλασσα. Ανεβαίνει πού και πού στην επιφάνεια για να πάρει ανάσα, να πει κάνα δυο λέξεις, να επιτελέσει το κοινωνικό καθήκον του. Και έπειτα πάλι πίσω, στα σκοτεινά νερά.
Iσως γι’ αυτό οι δύο συνομιλητές να είναι τόσο απρόσωποι. Χωρίς χαρακτηριστικά, χωρίς σκηνική περιουσία, παρελθόν ή μέλλον. Είναι τελείως περαστικοί από το θέατρό μας, παντελώς «ανούσιοι». Αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο της παράστασης: Δεν μιλά μόνο για την ανουσιότητα, την παρουσιάζει μπροστά μας ή, καλύτερα, βρέχεται και η ίδια στα νερά της. Είναι η ανούσια παράσταση μιας ακόμα πιο ανούσιας πραγματικότητας και ζωής, στο ανούσιο θέατρο μιας ανούσιας κοινωνίας και ενός ανούσιου κόσμου.
Σταδιακά η Κιτσοπούλου αρχίζει να απλώνει τις κυνικές ορέξεις της σε ένα πλατύτερο επίπεδο.
Με μία εξαίρεση. Η μόνη μας παρηγοριά -αλίμονο- μετά τις τόσες φλυαρίες και τα μισόλογα επί σκηνής, είναι οι σκηνές της υποβόσκουσας βίας, που ξεσπά έξαφνα θεαματικά σαν πυροτέχνημα, σαν ανταμοιβή όλων των ενστίκτων που έμειναν αδρανή για ώρα. Είναι η βία που έρχεται να κατακλύσει τη σκηνή, να παγώσει το αίμα, να παραξενέψει με την έντασή της και με το παράλογο ξέσπασμά της: επιτέλους λίγο θέατρο, κάποια τεχνητή πραγματικότητα, έστω, λίγο αίμα!… Εδώ ανοίγονται δύο προοπτικές: Είναι η καθημερινή βία που κρύβεται στα ήσυχα σαλόνια μας, με τη μορφή του «Σπιρτόκουτου». Κι είναι μετά, ίσως, η θεατρική βία που ενδόμυχα επιζητούμε για να σκεδάσουμε την ώρα μας. Διαλέγετε τον κυνισμό που σας ταιριάζει.
Μη λησμονήσω να τονίσω και το εξής: για ακόμη μία φορά είναι η ίδια διαπραγμάτευση εκ μέρους της Κιτσοπούλου της λεκτικής ανουσιότητας (κοινώς «σαχλαμάρας»), την οποία θεωρώ προσωπικά μέρος του ύφους της: λίγοι, ελάχιστοι μπορούν να σμιλέψουν αυτό το πρωτογενές υλικό, να βάλουν πάνω στη σκηνή πρόσωπα να «σαχλαμαρίζουν». Είναι υλικό που τρίβεται στα χέρια και κολλάει στις άκρες. Η Κιτσοπούλου έχει τον δικό της τρόπο να χρησιμοποιεί έναν χαμηλό βαθμό έκφρασης και να κρατάει το ενδιαφέρον εκεί, σε αυτό το επίπεδο. Αν νομίζετε ότι αυτό είναι κάτι απλό, ξανασκεφτείτε το: τι άλλο από μια τέτοια σαχλαμαροκουβέντα στηρίζει το «Περιμένοντας τον Γκοντό»;
Τα «χώνει» στο κοινό
Αυτά όμως ανήκουν στο πρώτο μέρος της παράστασης. Ακολουθεί και δεύτερο εν είδει Παραρτήματος. Κι εδώ θα μου επιτραπεί να επανέλθω σε ό,τι έχω από καιρό παρατηρήσει. Αν κάτι σώζει την Κιτσοπούλου, αν κάτι φέρνει κοντά της τόσους φίλους, είναι η πρόθεση και η ικανότητά της να μετατρέψει μια παράσταση σε περφόρμανς, να πάρει πάνω της το παιχνίδι και να ξεκινήσει την αποδόμηση από τον εαυτό της. Το δεύτερο μέρος είναι ένα είδος παρλάτας, μια Παράβαση, όπου ο ηθοποιός απευθύνεται ανοιχτά στο κοινό, κατηγορώντας το στην ουσία –κι όμως- για τις ανούσιες παραστάσεις (όπως αυτή!) που κάθεται και βλέπει με ευχαρίστηση…
Είναι η πιο επικίνδυνη και η πιο εύθραυστη στιγμή. Πίσω από τη μάσκα του φαρσέρ που τα «χώνει» στο κοινό, που του βγάζει τη γλώσσα και που ομολογεί ενώπιόν του ότι τρώει τα λεφτά του, ότι δεν ξέρει με τι άλλο να γεμίσει τον χρόνο του, ότι μάλλον παραπατά στη σκηνή ανάμεσα στον αυτοσχεδιασμό, την πλάκα, τη γελοιότητα και το νούτικο χιούμορ, εδώ, σε αυτή τη στιγμή, κρύβεται η αληθινή Κιτσοπούλου. Δεν νομίζω ότι το θέατρό μας χωράει δύο από αυτές, δεν θα τις ανεχόταν. Είναι μια ξεχωριστή περίπτωση, που έχει αποκτήσει το δικαίωμα (διότι πρώτη το διεκδίκησε και το κατοχύρωσε με θράσος και χάρη) να είναι τολμηρή, αληθινή, παράξενη, απρόβλεπτη, εντελώς γυμνή, πειστική ακόμα και όταν ξεμένει από επιχειρήματα.
Μόνο μια τέτοια περσόνα θα μπορούσε να μας μιλήσει για την ανουσιότητα ξεδιπλώνοντας πριν από όλους τη δική της ανούσια κατάσταση. Είναι αυτό κάτι προσωπικό; Ασφαλώς και είναι. Γι’ αυτό άλλωστε και η σχέση της ίδιας με το κοινό της έχει να κάνει με ένα είδωλο, με μια σχέση προσωπική και ερωτική. Τι άλλη απόδειξη χρειάζεται; Να που κι εγώ ξεκίνησα πάλι να σχολιάζω μια δική της παράσταση και κατέληξα τελικά να μιλώ για την ίδια.
