«Σε αυτήν τη ζωή ή θα λυγίσεις ή θα σπάσεις», αναλογίζεται ο Νίκος Καραθάνος, διαβάζοντας τον Βυσσινόκηπο, το κύκνειο άσμα του Τσέχοφ. Ο χαρισματικός σκηνοθέτης και ηθοποιός, μετά την καλλιτεχνική επιτυχία της Γκόλφως του Σπ. Περεσιάδη και του Δεκαήμερου του Βοκάκιου, αναμετριέται με το εμβληματικό έργο του παγκόσμιου ρεπερτορίου.
Ο «Βυσσινόκηπος» (1904) είναι ένα έργο αποχαιρετισμού, ένα έργο για το τέλος μιας εποχής. Ο κόσμος αλλάζει και σε αυτό το μεταίχμιο ο συγγραφέας στήνει μια γιορτή της απώλειας. Ο υπέροχος βυσσινόκηπος βγαίνει στο σφυρί, οι ιδιοκτήτες του, αρνούμενοι να αποδεχτούν την αλλαγή, δεν κάνουν τίποτα για να τον σώσουν, η ανευθυνότητα και οι αυταπάτες κυριαρχούν, η χρεοκοπία έρχεται.
Η αφίσα με τον έγκυο Μίκυ Μάους έχει δώσει ήδη μια πρώτη γεύση από την ιδιαίτερη ματιά που θα διατρέχει την παράσταση, η οποία ανεβαίνει στη Στέγη Γραμμάτων από σήμερα έως τις 9 Μαΐου.
«Είναι ένα σύμβολο κάποιων μυστικών της παράστασης, όχι των μόνων», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Νίκος Καραθάνος. «Οι τρεις ηθοποιοί -τα φαντάσματα του κήπου και του σπιτιού-, που εμφανίζονται φορώντας τα μαύρα αυτιά του Μίκυ, είναι αόρατοι για τους χαρακτήρες του έργου. Στην πρώτη πράξη επιστρέφουν όλοι οι ήρωες στο παιδικό δωμάτιο. Έρχονται και συναντούν τα φαντάσματα του παρελθόντος. Επιστρέφουν στις ρίζες τους για να πουληθούν. Όπως συμβαίνει και στη ζωή μας», προσθέτει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιλογή του έργου έγινε ενστικτωδώς. «Βεβαίως, ο Τσέχοφ, όποια στιγμή και να τον ανεβάσεις, έχει κάτι να σου πει… Όταν καταπιάνεσαι μαζί του, αισθάνεσαι μία λύπη για την ανικανότητά σου να τα κατανοήσεις όλα και έναν ενθουσιασμό που ασχολείσαι με το έργο του», παραδέχεται. Άλλωστε, για τον ίδιο το έργο είναι διαχρονικό. «Για να ζήσει ένα έργο πρέπει να ξεφύγει από το κοινωνικό ή ιστορικό πλαίσιο που έχει γεννηθεί. Αν έμενε μόνο εκεί, δεν θα μας ενδιέφερε. Το ύψος του πνεύματος του Τσέχοφ και της γραφής του είναι ότι πετάει πάνω από τους αιώνες και μας αφορά όλους. Όλοι αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας μέσα εκεί», σημειώνει.
Ο Νίκος Καραθάνος, μαζί με μια ομάδα εξαίρετων ηθοποιών (Λένα Κιτσοπούλου, Λυδία Φωτοπούλου, Χρήστος Λούλης, Έμιλυ Κολιανδρή, Άγγελος Παπαδημητρίου κ.ά), προσεγγίζει το έργο ως «αιρετική κωμωδία μέσα σε ένα υπέροχο δράμα», συναντώντας -μοιραία- τη σημερινή ιστορική στιγμή. «Όλοι στο έργο ψάχνουν για χρήματα, δανείζονται, ο ίδιος ο βυσσινόκηπος βγαίνει σε πλειστηριασμό, κάτι μας θυμίζει όλο αυτό. Κανείς δεν έχει περιγράψει το θέμα της χρεοκοπίας του ανθρώπου καλύτερα απ’ ό,τι ο Τσέχοφ στον “Βυσσινόκηπο”».
Σε ερώτηση αν το έργο μιλά για την ψευδαίσθηση ή για το τέλος των ψεμάτων, ο σκηνοθέτης απαντά ότι ο Τσέχοφ δεν παίρνει θέση, αλλά βλέπει τα πράγματα από όλες τις πλευρές. «Στο θέμα της χρεοκοπίας, για παράδειγμα, όταν καλούν τη Λούμποβα να δει την αλήθεια, αυτή αναρωτιέται: Ποια είναι η αλήθεια; Αυτά που βλέπετε εσείς ή αυτά που βιώνω εγώ; Ποια είναι η αλήθεια για τη ζωή; Το να αποκτήσω χρήματα ή το να ησυχάσει η ψυχή μου;».
Οι ήρωες του Βυσσινόκηπου, συγχρόνως κωμικοί και τραγικοί, παγιδευμένοι στο έλεος μιας μεταβατικής εποχής, παλεύουν με πείσμα για λίγη ευτυχία. «Κάπου είχα διαβάσει ότι “το δράμα και η τραγωδία ανήκουν στον άνθρωπο και η κωμωδία στον Θεό”. Η ζωή μας απαρτίζεται από πολλά μικρά κωμικά κομμάτια ενός μεγάλου παζλ και όλα αυτά, όμως, συνθέτουν και έναν πόνο μαζί. Το έργο μιλάει για το τέλος μιας εποχής, το οποίο δεν είναι κάτι μαύρο, είναι απλώς μία αλλαγή. Στην τελευταία πράξη, όταν ο βυσσινόκηπος πουλιέται, ο Γκάγεφ παρηγορεί τη Λιουμπόφ: “Είδες, τώρα που τελείωσαν όλα πώς γαληνέψαμε; Πριν ανησυχούσαμε. Τώρα ηρεμήσαμε και μπορούμε και κοιμόμαστε”» αναφέρει ο σκηνοθέτης.
«Στο έργο», συνεχίζει, «ο Τσέχοφ μιλά λες και όλες οι γενιές των ανθρώπων είμαστε ένα, σε μια αέναη πορεία προς την αναζήτηση της ευτυχίας. Όπως λέει και ο Τροφίμοφ: “Προαισθάνομαι την ευτυχία, τη βλέπω κιόλας, ίσως δεν τη ζήσουμε εμείς. Μα τι πειράζει; Θα τη ζήσουν άλλοι”».
Σε ό,τι αφορά τους ηθοποιούς, ο Ν. Καραθάνος έχει ακολουθήσει μία ιδιαίτερα διανομή: η Γαλήνη Χατζηπασχάλη κρατά τον ρόλο της πενηντάρας Λιουμπόφ και η Λυδία Φωτοπούλου υποδύεται την 17χρονη κόρη της. Ο δε υπηρέτης, ο 87χρονος Φιρστ, ερμηνεύεται από τη 23χρονη Δάφνη Πατακιά. «Μ’ ενδιέφερε περισσότερο μία ψυχική διανομή, παρά μία διανομή φυσικών σωμάτων. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να χάνονται τα φύλα και οι ηλικίες. Ο ηθοποιός πάνω στη σκηνή, είναι ένας δαίμονας, δεν είναι το σώμα του, ούτε η ηλικία του».
Έχοντας στο ενεργητικό του ιδιαίτερα επιτυχημένες παραστάσεις, πώς αισθάνεται που το κοινό αγκαλιάζει κάθε νέο του εγχείρημα; «Είναι κάτι πολύ ευχάριστο και κάτι που δεν λέει και τίποτα. Δεν με ενδιαφέρει πόσος κόσμος έρχεται, αλλά πώς φεύγει αυτός που έρχεται. Τι να το κάνεις άμα καλέσεις κόσμο σπίτι σου και δεν περάσουν καλά; Και δεν αλλάξει κάτι μέσα τους ή την άλλη μέρα δεν ξανασκεφτούν αυτό που είδαν; Αυτός είναι ο στόχος μου» καταλήγει.
