Το κάλεσμα του Αργύρη Ξάφη προς τους συναδέλφους του να δηλώσουν με κάποιον τρόπο την παρουσία τους ακόμα και μετά την απόφαση για αναστολή λειτουργίας των θεάτρων οδήγησε τον ίδιο πρώτα και έπειτα αρκετούς συναδέλφους του να ανεβάσουν παλιότερες παραστάσεις τους στο διαδίκτυο σε ψηφιακή μορφή. Ετσι, πολύ σύντομα αξιόλογες σκηνικές απόπειρες επιχείρησαν να μας κρατήσουν συντροφιά κατά την εθελούσια απομόνωσή μας, σαν κίνηση καλής θέλησης και αλληλεγγύης της θεατρικής κοινότητας προς όλους μας. Αλλωστε, έτσι όπως είμαστε τώρα, με ό,τι έχει ο καθένας ας συνδράμει. Κι οι θεατράνθρωποι αυτό έχουν – εργασίες ικανές να ανασκαλεύουν τη μνήμη και να μετατρέπουν τον «χαμένο» χρόνο μας σε επένδυση.
Υπήρξε θερμή η υποδοχή της πρότασης και η πρόσκληση ίσως παρακίνησε αρκετούς από εμάς να παρακολουθήσουμε τις ανεβασμένες στο δίκτυο προτάσεις. Θα μου επιτρέψετε όμως να αμφιβάλλω για το πόσες τελικά από αυτές μας καθήλωσαν ως «κοινό» του Youtube και του Vimeo. Ο λόγος είναι απλός. Οι περισσότερες από τις μαγνητοσκοπήσεις ελάχιστα κουβαλούν την αρχική συνθήκη της παράστασης που αποτυπώνουν. Ετσι μάλιστα που το κάλεσμα ξεκίνησε από έναν εκπρόσωπο του νεότερου κύματος του θεάτρου και αφορούσε τους καλλιτεχνικούς συνοδοιπόρους του, ό,τι ανέβηκε στο ίντερνετ ήταν ακριβώς το θέατρο εκείνο που διέθετε τις λιγότερες προϋποθέσεις για να θέλξει ένα εξ αποστάσεως κοινό. Ενα από τα κίνητρα αυτού του θεάτρου βρίσκεται σε ριζικά και αμετάφραστα θεατρικές ποιότητες, στην κοντινή επαφή, τη δημιουργία ατμόσφαιρας, στο εδώ και τώρα γεγονός και στην αναπόδραστη πράξη της παράστασης. Αυτές οι ποιότητες ακούν σε πολλά και διαφορετικά ονόματα κινημάτων, βρίσκονται ωστόσο όλα πίσω από κάθε απόπειρα του πρωτοποριακού θεάτρου εδώ και δεκαετίες, όπως εξάλλου εκείνη η πεισματική φωνή που καθόρισε την πρωτοπορία του ‘60: Το θέατρο οφείλει να απομακρυνθεί από τα στοιχεία του θεάματος που βαραίνουν την ουσία του (και, μεταξύ μας, καλύτερα υπηρετούνται από τον εμπορικό κινηματογράφο) και να επιστρέψει σε ό,τι καταρχάς είναι δικό του και αναντικατάστατο. Να γυρίσει πίσω στη μαρτυρία του ηθοποιού και τη βάσανό του, στην «επικίνδυνη» θέση, στη διά ζώσης και εκατέρωθεν ανταλλαγή του σύγχρονου υπαρξιακού βιώματος.
Για το σύγχρονο θέατρο όλα αυτά δεν βρίσκονται μόνο στον πυρήνα της ιδεολογίας του. Καθόρισαν εν πολλοίς και την αισθητική του. Κι άντε τώρα να μεταδώσεις κάτι από αυτά στον μακρινό, καθισμένο μπροστά στην οθόνη θεατή σου, τον αντίλαλο της αρχικής πρόθεσής σου, σαν σπασμένο τηλέφωνο.
Μαγνητοσκόπηση και κινηματογράφηση
Χρειάζονται ωστόσο εδώ ορισμένες διευκρινίσεις. Οπως ότι υπάρχει καταρχάς διαφορά ανάμεσα στη μαγνητοσκόπηση και την κινηματογράφηση μιας παράστασης. Στην πρώτη κάποιος αποφασίζει να στήσει απέναντι από τη σκηνή μια κάμερα για να αποτυπώσει τη συγκεκριμένη κίνηση. Εδώ τα αποτελέσματα δεν είναι μόνο φτωχά. Κινδυνεύουν να είναι και εντελώς παραπειστικά. Ειδικά όταν ανάμεσα σε ένα κακοφωτισμένο κάδρο και σε μια κακή ακουστική αυτό που αγωνίζεται να διασωθεί είναι η χαμένη «θεατρικότητα». Προσωπικά δεν το κρύβω πως μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι μπορεί κάποιος να εκτιμήσει τον κόπο μιας παράστασης από ένα τέτοιο υλικό, χωρίς να την έχει δει προηγουμένως ζωντανά ώστε να ανακαλέσει στη μνήμη κάτι από τη ζωντάνια της.
Οι λόγοι όμως για αυτές τις μαγνητοσκοπήσεις είναι συνήθως αρχειακοί. Και όσο και να μοιάζουν «αντι-καλλιτεχνικοί» εξαρχής, παραμένουν εξαιρετικά χρήσιμοι για μια in vitro εξέταση παλιότερων παραγωγών. Λειτουργούν λίγο πολύ όπως οι ιατρικές ακτινογραφίες. Πρέπει να χρησιμοποιούνται από ειδικούς (θεατρολόγους), δεν αποτυπώνουν αλλά υποδεικνύουν, και ό,τι διασώζουν αφορά μια εργαστηριακή και των εκ των υστέρων ανάλυση με μεθοδολογικά εργαλεία.
Επειτα έχουμε την «κινηματογράφηση» μιας θεατρικής παραγωγής, με άλλα λόγια τη μετάφραση της μιας τέχνης στην άλλη. Λέμε συνήθως πως ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση, μα και πως οι περισσότερο δύσκολες μεταφράσεις είναι όσες αφορούν κοντινές γλώσσες. Σωστά. Θέατρο και κινηματογράφος μοιράζονται κοινά γονίδια κι όμως ό,τι θεατρικό μοιάζει εκ φύσεως αντι-κινηματογραφικό. Οχι πως λείπουν μεταξύ τους επιτυχημένοι γάμοι (θυμηθείτε παλιότερα τη διπλή ιδιότητα του Πίτερ Μπρουκ ως θεατρικού και κινηματογραφικού σκηνοθέτη του «Μαρά/Σαντ» ή τον Ντε Πάλμα να επινοεί για χάρη της αποτύπωσης του «Διόνυσου ‘69» το split screen), ή αποδόσεις στο σελιλόιντ θεατρικών έργων. Μα τις περισσότερες φορές κάθε μια από τις δυο τέχνες στενεύεται στα ρούχα της άλλης. Το θέατρο δεν θα σου δώσει ποτέ την αίσθηση ενός αληθινά κινηματογραφικού σύμπαντος. Και το σινεμά δεν θα σου επιτρέψει ποτέ να νιώσεις από κοντά έναν ηθοποιό να ανασαίνει τον ρόλο του.
To ρίγος της ζωντανής παρουσίας
Τι απομένει ανάμεσά τους; Μα βέβαια ένας τρίτος δρόμος, εν πολλοίς αδιερεύνητος, μα που μοιάζει να οδηγεί μακριά. Στο διάκενο αναπτύσσεται μια υβριδική γλώσσα που αγωνίζεται να διατηρήσει στοιχεία και των δύο τεχνών και θεωρητικά ικανοποιεί την αποτύπωση του βιώματος αλλά και την απόδοσή του με τα μέσα της εικόνας και του ήχου. Οι περισσότεροι αναζητούν ακόμα ένα όνομα για την τέχνη αυτή του «ψηφιακού θεάτρου». Ο Rachael Castell, ιδρυτής και εκ των διευθυντών της πιο αξιόλογης σήμερα πλατφόρμας ψηφιακού θεάτρου (www.digitaltheatre.com), επισημαίνει πως κι αν στο τέλος αυτό που μοιάζει να επικρατεί είναι η κινηματογραφική γλώσσα («Filmed theatre: a new artform in itself?», στον Guardian, 31/1/2014), τα κοντινά πλάνα, το μοντάζ, τα μονοπλάνα κοκ, το ζητούμενο είναι να μεταφέρεις στο αποτέλεσμα κάτι από το ρίγος της ζωντανής παρουσίας του θεατή εμπρός στην παράσταση.
Τα πλεονεκτήματα εδώ, όπως είναι προφανές, είναι πολλά. Το κυριότερο βρίσκεται στη δυνατότητα αναμετάδοσης μιας παράστασης σε ένα ακροατήριο πολύ ευρύτερο από εκείνο της θεατρικής αίθουσας. Και, ακόμη, στη δυνατότητα να επιστρέφει κάποιος ξανά και ξανά στο ίδιο έργο, είτε για να ζήσει και πάλι την εμπειρία του είτε για να το μελετήσει καλύτερα.
Το πρώτο πλεονέκτημα μπορούν να το επιβεβαιώσουν όσοι θεατές έσπευσαν τα τελευταία χρόνια στο Μέγαρο για να παρακολουθήσουν τις παραγωγές του Βασιλικού Θεάτρου του Λονδίνου. Ηταν «θέατρο» αυτό που είδαν;… Ή «κινηματογράφος»;.. Δύσκολο να διακρίνει κανείς και κάπως αδιάφορο. Θα πρέπει να παραδεχθούμε τουλάχιστον πως δεν αδικούσε καμιά από τις δυο τέχνες.
Επειτα το νέο εγχείρημα δίνει επιτέλους τη δυνατότητα να απλωθεί σε περισσότερους η συμβολή σπουδαίων ηθοποιών που είναι «θεατρικοί» ή απέχουν των κινηματογραφικών πλατό. Μόλις πριν από δύο χρόνια το Εθνικό έκανε μια πρώτη απόπειρα να μεταφέρει «απευθείας» σε ακριτικά μέρη της χώρας μας με δημόσιες προβολές παραστάσεις της σκηνής του. Δεν γνωρίζω την απήχηση που είχαν. Ανησυχώ πάντως πως χωρίς κατάλληλη προεργασία στον τρόπο απόδοσης, ακόμα και μπροστά στις αδιαμφισβήτητες επιτυχίες, πολλοί από τους συμπατριώτες μας στην Ορεστιάδα και τη Σαμοθράκη, στους Φούρνους, στη Λέρο και την Κάσο, θα κοιτούσαν κρυφίως το ρολόι τους.
Πριν από εκατό χρόνια οι άνθρωποι της μουσικής ανησυχούσαν, λέει, μήπως η ραδιοφωνική μετάδοση των συναυλιών μείωνε μελλοντικά το κοινό και τα έσοδα. Κάτι τέτοιο πιθανόν φοβόντουσαν και ορισμένοι όταν ξεκινούσε σε εμάς το θέατρο στο ραδιόφωνο. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος φόβος, βέβαια, επαληθεύτηκαν. Αν το καλοσκεφτούμε μάλιστα, το ραδιόφωνο έφτασε να διαμορφώσει ένα νέο κατά βάση είδος απόδοσης, μια περίεργη δική του «τέχνη», που ώθησε πολλούς να στραφούν προς το αρχέτυπο και να επισκεφθούν μετά ζωντανές θεατρικές σκηνές. Ας μην το ξεχνάμε. Πολλοί παλιοί θεατρόφιλοι, πριν γίνουν εραστές του θεάτρου, υπήρξαν ακροατές της ραδιοφωνικής μετοικεσίας του.
Ας γίνει έτσι και με την ψηφιακή μεταφορά του θεάτρου.
