Το έργο των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά «Δάφνες και πικροδάφνες» τριάντα έξι χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα εξακολουθεί να συνομιλεί με το σήμερα στους ίδιους κωμικοτραγικούς τόνους. Ο παλαιοκομματισμός, οι πελατειακές σχέσεις, η διαφθορά, η σήψη του πολιτικού μας συστήματος σε όλο τους το μεγαλείο. Ο Θοδωρής Γκόνης σκηνοθετεί το έργο στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας αντιμετωπίζοντάς το με φρέσκια ματιά, δίνοντας λόγο στη σωματικότητα, υπογραμμίζοντας σε βάθος το νυν και αεί της ελληνικής νοοτροπίας.
H παράσταση επικαιροποιεί το κείμενο εύστοχα και ισορροπημένα, χωρίς να απομακρύνεται πόντο από αυτό, τοποθετώντας το καταμεσής της οικονομικής κρίσης, ενώ τα μνημόνια πάνε κι έρχονται. Αλλωστε στο φινάλε ακούμε τα ονόματα των βουλευτών να «πέφτουν» το ένα πάνω στο άλλο στην ψήφιση των νομοσχεδίων: «Ναι σε όλα» αλλά και «Οχι σε όλα»…
Σ’ ένα λιτό σκηνικό με υψωμένες στην άκρη την ελληνική αλλά και την ευρωπαϊκή σημαία παρακολουθούμε επεισόδια από ένα πολύ οικείο «έργο». Προεκλογική περίοδος και τέσσερις μικροκομματάρχες στον Νομό Αρκαδίας βυσσοδομούν. Ο καθένας υπερασπίζεται με φανατισμό τον δικό του υποψήφιο βουλευτή δολοπλοκώντας, εκβιάζοντας, αποκαλύπτοντας μυστικά, στήνοντας ίντριγκες. Κοινός παρονομαστής στην πολεμική τους το προσωπικό συμφέρον, η ψευδαίσθηση ότι έχουν ισχύ κι ότι θα μπορέσουν να εκπληρώσουν τις φιλοδοξίες τους για χρήμα, δόξα, κοινωνική άνοδο. Θέλουν να βολευτούν, να τακτοποιήσουν παιδιά και ανίψια γενεές επί γενεών…
Στον Θοδωρή Γκόνη αρέσει πολύ το έργο.
Αυτοί οι τέσσερις απατεώνες, τα «μοντέρνα τέρατα» της προεκλογικής Αρκαδίας, θύματα και θύτες μαζί. Οι πλεκτάνες, οι επιθέσεις, οι υποχωρήσεις, η πίκρα του φινάλε, ένα παιχνίδι που μοιάζει σαν τις μάχες ενός ξεπεσμένου Δον Κιχώτη που αντί για ανεμόμυλους βλέπει κάλπες, λίστες, ψηφοδέλτια. Επίσης η γοητεία μιας γυναίκας, απούσας στο έργο αλλά κυρίαρχης, όπως συμβαίνει και σε άλλα έργα του Κε- χαΐδη. Κι ενώ είναι άνθρωποι άχρηστοι, ανίκανοι για κάτι μεγάλο και άξιο, οι συγγραφείς μάς κάνουν να τους αγαπήσουμε. «Δεν μπορώ να μη βλέπω με συμπάθεια κάθε πλάσμα που είναι καταδικασμένο να πεθάνει κάποτε», λέει ο Κεχαΐδης. «Το έργο είναι κλασικό, άρα δεν παλιώνει ούτε γίνεται καινούργιο, δεν ασχολείται με τις δικές μας ρυτίδες. Είναι σαν να ονομάζουμε παλιό ένα έργο του Γκολντόνι ή του Μολιέρου. Παλιό ή καινούργιο είναι το όποιο ανέβασμα, αλλά γι’ αυτό δεν ευθύνεται το έργο. Νομίζω πως μια παράσταση δεν κρίνεται για τη μοντερνικότητά της, αλλά μιλάει για κάτι ουσιαστικό αν καταφέραμε να μας καταδεχτεί, να μας επισκεφτεί στη γιορτή που της στήσαμε. Αν μπορέσαμε να αφεθούμε να μας πάει μακριά, να μας υψώσει πέρα, πάνω από τον νου και τις απόψεις μας».
Η οπτική της παράστασης προέκυψε στις πρόβες. «Μπήκα όπως ένα σκυλί στο οικόπεδο, τριγυρνούσα χωρίς να ακολουθώ μια προδιαγεγραμμένη πορεία, σκέψη, σύστημα. Εβαλα κάτω το “ρύγχος” μου και έψαχνα χαζεύοντας, μυρίζοντας δεξιά κι αριστερά μαζί με τους ηθοποιούς. Κι όπως σχεδόν πάντα ο σκύλος βρίσκει αυτό που ψάχνει, συνέβη και σε εμάς. Ξεκινάς με έναν μικρό αριθμό ευρημάτων και στην πορεία συγκεντρώνεις κι άλλα, ώσπου όλο αυτό έρχεται και μεγαλώνει βγάζοντάς σε κάπου, αρκεί να του αφεθείς με εμπιστοσύνη».
Το σκηνικό αποτυπώνει το πολιτικό γραφείο ενός επαρχιώτη βουλευτή όπου όμως εκεί μπορεί να κατοικεί και ο κομματάρχης του, η ορντινάντσα του, επιπλωμένο από τον «Δρομέα», με ηλεκτρική σόμπα, τραπέζι, καλόγηρο. «Δεν επιδιώξαμε τη σημερινή επικαιρότητα. Ηρθε μόνη της, μας επισκέφτηκε και δεν της χαλάσαμε το χατίρι, τη βάλαμε στην παρέα μας γιατί ήταν επίμονη – η επιμονή είναι αρετή του θεάτρου».
Ο σκηνοθέτης δούλεψε με τους τέσσερις ηθοποιούς σκληρά, πολλές ώρες πέραν ωραρίων, κέρδος που αναγνωρίζεις στις ερμηνείες τους. «Τους επέλεξα πατώντας στο ότι ταίριαζαν μ’ αυτό που νόμιζα πως ήθελα, και ευτυχώς στην πορεία είδα ότι είχα κάνει λάθος… Δεν ταίριαζαν με αυτό που ήθελα εγώ, αλλά με αυτό που έφερνε η πρόβα. Ετσι τους ζήτησα να μην κάνουν αυτό που νόμιζα εγώ και αυτό που πίστευαν εκείνοι, αλλά αυτό που πιστεύει και βγάζει η πρόβα, ο “σκύλος”. Αυτόν ας ταΐσουμε. Είναι μυστήριο “σκυλί” η πρόβα»…
Λίγα, αλλά τόσο σημαντικά έργα
«Οι Κεχαΐδης-Χαβιαρά, ενώ έχουν γράψει λίγα έργα, είναι όλα τόσο σημαντικά που φαίνονται πολλά», λέει ο Θοδωρής Γκόνης. «Για τον Δημήτρη Κεχαΐδη τρέφω μεγάλο σεβασμό και αγάπη, είναι ίσως ο μεγαλύτερος νεοέλληνας θεατρικός συγγραφέας και νιώθω τυχερός που καταπιάστηκα με τις “Δάφνες” τη συγκεκριμένη περίοδο. Ηταν ιαματικό, όπως και για τους συνεργάτες μου Ελένη Στρούλια, Τάσο Παλαιορούτα».
Info:
Η παράσταση είναι σε περιοδεία. Παίζουν: Αλέξανδρος Καλπακίδης, Δημήτρης Κοντός, Παύλος Σταυρόπουλος, Ανδρέας Τσιαπτσιάδης.
