Το Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας της Ακαδημίας Αθηνών συναντά τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου με ειδικό αντικείμενο μια χαμένη στο μεγαλύτερο μέρος της τριλογία του Αισχύλου, η οποία όμως βασίζεται σε προγενέστερο, πλήρως σωζόμενο υλικό, την Ιλιάδα.
Ο Νίκος Μανουσάκης, μεταδιδακτορικός ερευνητής στον Τομέα Κλασικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ αλλά και ως επιστημονικός συνεργάτης στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας της Ακαδημίας Αθηνών, δούλεψε με τους τριτοετείς σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Τα μαθήματα σταδιακά μετεξελίχτηκαν σε σεμινάριο. Στη συνέχεια άρχισαν οι πρόβες στη σκηνή και τον Ιούνιο η παράσταση θα παρουσιαστεί στο «Ειρήνη Παππά», ενταγμένη στις πτυχιακές εξετάσεις των σπουδαστών.

Η συγκεκριμένη αισχύλεια τριλογία δεν σώζεται. Ωστόσο, σώζονται αποσπάσματα των έργων («Μυρμιδόνες», «Νηρηίδες», «Φρύγες»), αλλά και μια σειρά από μαρτυρίες για το περιεχόμενό τους – γεγονός που επιτρέπει να αντιληφθούμε σε ποια στοιχεία στάθηκε ο Αισχύλος στη σύνθεσή του. Το υλικό αυτό (οι ραψωδίες της Ιλιάδας, τα αποσπάσματα του Αισχύλου και οι αρχαίες μαρτυρίες) βρίσκεται στο κέντρο της συνεργασίας της Ακαδημίας Αθηνών με το Εθνικό Θέατρο, για τη φιλολογική και σκηνική διερεύνηση της αισχύλειας τριλογίας.
Για τη σύνθεση του κειμένου που προέκυψε στη διάρκεια του πρότζεκτ χρησιμοποιείται η μετάφραση της Ιλιάδας του Δ. Ν. Μαρωνίτη. Η μετάφραση των αποσπασμάτων του Αισχύλου είναι του υπεύθυνου του έργου από την πλευρά του Κέντρου της Ακαδημίας, Νίκου Μανουσάκη, ο οποίος αυτόν τον καιρό είναι φιλολογικός σύμβουλος του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη στον «Οιδίποδα Τύραννο» που θα παρουσιαστεί το καλοκαίρι στην Επίδαυρο.
«Η συναίνεση στη συνεργασία, τόσο από την Ακαδημία όσο και από το Εθνικό Θέατρο, έγινε ύστερα από έναν δόκιμο προβληματισμό», λέει ο Νίκος Μανουσάκης. «Kαι οι δύο φορείς φέρουν έναν σαφή κώδικα τον οποίο υπερασπίστηκαν, ωστόσο έδωσαν χώρο και χρόνο για να δοκιμάσουμε, να πειραματιστούμε. Η Ακαδημία επιζητά να επαναπροσδιορίσει τη θέση της στον ερευνητικό και εκπαιδευτικό χάρτη ως ζωντανό κύτταρο.
Κι αυτή η παιδαγωγική διάσταση κάνει ενδιαφέρουσα τη συνεργασία. Το Εθνικό Θέατρο διεκδικούσε από την πλευρά του η πρόταση να μην περιοριστεί σε “ακαδημαϊκά” χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι έχω εργαστεί στη θεατρική πράξη έπαιξε ρόλο. Πρόκειται λοιπόν για κίνηση ανοίγματος της Ακαδημίας, μια προσπάθεια επικοινωνίας με άλλους θεσμικούς χώρους, ερευνητικούς φορείς. Μακάρι να συνεχιστεί στο μέλλον, ν’ ανοίξει ο δρόμος για επόμενες συμπράξεις».
Αλλά είναι εφικτή η ανασύνθεση της τριλογίας όταν έχουν σωθεί μόνο εκατό στίχοι και από τις τρεις τραγωδίες; Το κείμενο πόσο κοντά μπορεί να είναι στο χαμένο πρωτότυπο; Και πώς μπορεί να είναι παραστάσιμο, ενδιαφέρον προς το κοινό κι όχι μια φιλολογική πραγματεία που απευθύνεται στους ειδικούς; Προβληματισμοί που «αίρονται» εφόσον το πεδίο πειραματισμού είναι αυτό της εκπαίδευσης, η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
«Ανέλαβα το διασκευαστικό μέρος, τη σκηνοθεσία ο Αρης Τρουπάκης, δάσκαλος των παιδιών, και ο Καμίλο Μπετανκόρ την κίνηση», λέει ο Νίκος Μανουσάκης. «Μ’ έναν τρόπο δουλέψαμε όπως και ο Αισχύλος όταν διασκεύαζε την Ιλιάδα. Το ίδιο υλικό που είχε εκείνος μπροστά του είχαμε και εμείς. Προέκυψε ένα ενδιαφέρον κείμενο, τολμώ να πω εντελές.
Τα τρία έργα είναι περιορισμένα σε σχέση με το αρχαίο – χωρίς τα λυρικά μέρη βέβαια. Συνεργαστήκαμε απρόσμενα καλά με τους σπουδαστές στα μαθήματα και αργότερα στις πρόβες. Εξ όσων γνωρίζουμε, ο πρώτος που μετέγραψε ποτέ για τη σκηνή ένα έργο άλλου λογοτεχνικού είδους, που δημιούργησε δηλαδή –με σύγχρονους όρους– μια παράσταση δραματοποιημένης λογοτεχνίας, ήταν ο Αισχύλος τον 5ο αιώνα π.Χ.
Ο ποιητής δραματοποίησε σε μια τριλογία το αρχαιότερο σωζόμενο σήμερα έπος, την Ιλιάδα, εστιάζοντας στις ραψωδίες που αφορούν ειδικά τις πράξεις και το πεπρωμένο του Αχιλλέα, όπως π.χ. ο θάνατος του αγαπημένου του Αχιλλέα Πάτροκλου, η επιστροφή του ήρωα στο πεδίο της μάχης έπειτα από μακρά αποχή, η ολοθυμική τελική συνάντηση Αχιλλέα και Πρίαμου, αναδεικνύοντας έτσι τις εγγενώς δραματικές πτυχές του έπους».
Από πού αντλούνται οι αρχαίες μαρτυρίες πάνω στα συγκεκριμένα έργα που προστέθηκαν στο υλικό των σωζόμενων αποσπασμάτων και της Ιλιάδας από την οποία εμπνεύστηκε ο ποιητής;
«Για παράδειγμα, για το πρώτο έργο της τριλογίας εντοπίζουμε ένα σχόλιο στους “Βατράχους” του Αριστοφάνη, στην αψιμαχία μεταξύ Ευριπίδη και Αισχύλου όταν ο πρώτος κοροϊδεύει τον δεύτερο για τη στάση του Αχιλλέα: “Βάζεις τον Αχιλλέα να κάθεται σιωπηλός τόση ώρα”… Μας δίνει δηλαδή μια σημαντική λεπτομέρεια για τη σκηνοθεσία του Αισχύλου, στοιχείο ενδιαφέρον φιλολογικά αλλά και σκηνικά».
Τρία έργα βασισμένα στην ιστορία του Αχιλλέα, το ηρωικό πρότυπο μιας ολόκληρης εποχής. Ο Αχιλλέας, ως άνθρωπος που υποφέρει, θυμώνει, ερωτεύεται, συγχωρεί, διαχειρίζεται τον θάνατο του αγαπημένου του Πάτροκλου, επιστρέφει στη μάχη, παραδίδει με τα χέρια του το σώμα του Εκτορα στον πατέρα του, τον βασιλιά της Τροίας, τον Πρίαμο. Την τριλογία διατρέχει η ιδέα του σώματος. Τρία έργα, τρία σώματα: του Αχιλλέα, του Πάτροκλου, του Εκτορα.
«Πάνω στο σώμα εναλλάσσεται η αίσθηση της θνητότητας. Σώματα ρωμαλέα αλλά όχι απρόσβλητα. Οι Ελληνες διεκδικούν το σώμα του Αχιλλέα πίσω στη μάχη για να κερδίσουν τον πόλεμο, το σώμα του αγαπημένου Πάτροκλου πρέπει να σωθεί, το σώμα του Εκτορα πρέπει να παραδοθεί στον πατέρα του Πρίαμο από τα χέρια του ίδιου του φονιά, του Αχιλλέα. Αριστουργηματικές είναι οι σκηνές σχέσης μάνας-γιου. Η Θέτις με τον Αχιλλέα, το μοιρολόι της Εκάβης για τον δικό της γιο, τον Εκτορα.
Επίσης το σημείο όπου ο Φοίνικας, παιδαγωγός του Αχιλλέα, ικετεύει τον ήρωα να επιστρέψει στη μάχη: “Θα φύγω τώρα γιατί καμιά μουσική στα λόγια μου δεν είναι ικανή να σε πείσει”. Η λέξη “επωδός”, σαν μουσική και συγχρόνως σαν ένα ξόρκι. Σαν να του λέει “τα μάγια των λόγων μου δεν σε μεταπείθουν”. Αντίστοιχα έπη είχαν γραφεί πολλά. Η Ιλιάδα σώθηκε γιατί είχε δραματουργική δομή. Αν ο Σοφοκλής ήταν κορυφαίος δραματουργός, ο Αισχύλος υπήρξε μέγας ποιητής, μυαλό ανοιχτό κι αυτό φαίνεται στον τρόπο που χειρίζεται τον μύθο».
