ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Έφη Μαρίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Στη Μόσχα αδελφές μου, στη Μόσχα». Ενα συνωμοτικό κάλεσμα για έξοδο, η φαντασίωση για ζωή κάπου αλλού, μια φράση που έγινε κλισέ ακόμα και στο στόμα εκείνων που αγνοούν το θεατρικό έργο στο οποίο ακούγεται, που δεν ξέρουν καλά καλά ποιος είναι ο Τσέχοφ. Η φράση πέρασε στο σύγχρονο λεξιλόγιο περιγράφοντας το ανέφικτο της επιθυμίας.

Τις «Τρεις αδελφές» του Αντον Τσέχοφ παρουσιάζει η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, στην Κεντρική Σκηνή, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ξανθόπουλου από τις 16 έως τις 27 Ιανουαρίου.

Τρεις αδελφές, κόρες του στρατηγού Πραζόροφ. Η πρωτότοκη Ολγα, δασκάλα, αυστηρή, μελαγχολική, με ισχυρό το αίσθημα του καθήκοντος. Η Μάσα, κυκλοθυμική, απότομη, ευαίσθητη, θερμή. Παντρεμένη μ’ έναν αφελή δάσκαλο τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για τη θλίψη, την απογοήτευσή της από τα πάντα. Η μικρότερη αδελφή, η Ιρίνα, γελαστή, αυθόρμητη, έτοιμη να αφιερωθεί και να προσφέρει κάπου. Η δράση εκτυλίσσεται σε μια μουντή, μικρή επαρχιακή πόλη, σαν αυτή όπου είχε ζήσει ο συγγραφέας, το Βοσκρεσένσκ, όπου διανοούμενοι και αξιωματικοί της Φρουράς ήταν παραδομένοι στην πλήξη, τη ρουτίνα, το χωρίς νόημα κουβεντολόι.

Η επωδός «στη Μόσχα, στη Μόσχα» διατρέχει το έργο. Οι τρεις αδελφές θέλουν να αποδράσουν από την πεζή και ασήμαντη ζωή της επαρχίας. Τη Μόσχα ονειρεύεται και ο αδελφός τους Αντρέι, με μία θέση στο Πανεπιστήμιό της για να συνεχίσει την καριέρα του. Ομως όταν εγκαθίσταται στην πόλη ένα σύνταγμα Πυροβολικού, όλοι ξυπνούν από τον λήθαργο. Το γεγονός αλλάζει τις μονότονες συνήθειες των αδελφών, τις βγάζει από τη νάρκη, δίνει ένα νόημα στα πράγματα. Η Μάσα ερωτεύεται τον συνταγματάρχη Βερσίνιν, η Ιρίνα δέχεται την πρόταση γάμου από κάποιον αξιωματικό, η Ολγα σκέφτεται να εγκαταλείψει το σχολείο.

Κάποτε όμως το σύνταγμα Πυροβολικού φεύγει, για να σταθμεύσει σε άλλη πόλη. Οι αξιωματικοί αποχαιρετούν και οι γυναίκες βυθίζονται ξανά στο τέλμα. Η Μάσα, κατηφής και μνησίκακη, επιστρέφει στον δάσκαλο, η Ιρίνα μένει χωρίς αρραβωνιαστικό -έχει σκοτωθεί σε μονομαχία. Η Ολγα ξαναβρίσκει τους μαθητές της και ενθαρρύνει τις αδελφές της: «Αγαπημένες αδελφές, η ζωή μας δεν τελείωσε ακόμη. Θα ζήσουμε. Η μουσική παίζει τόσο εύθυμα, τόσο χαρούμενα και φαίνεται πως λίγο ακόμη και θα ξέρουμε γιατί ζούμε, γιατί υποφέρουμε. Ω, να ξέραμε μονάχα! Να ξέραμε!»

Αλλά ποιο είναι το νόημα για το οποίο τόση κουβέντα γίνεται στο έργο; Πώς πρέπει να ζούμε; αναρωτιέται ο Τσέχοφ γράφοντας τις «Τρεις αδελφές», μια ιλαροτραγωδία για τη ζωή, για τις προσδοκίες, τη διάψευση.

Τον Αύγουστο του 1900 ο Τσέχοφ εξομολογούνταν στη σύντροφό του ηθοποιό Ολγα Κνίπερ: «Γράφω ένα θεατρικό έργο, αλλά φοβάμαι πως θα είναι βαρετό. Αν βγει έτσι, θα το αφήσω σε μια γωνιά μέχρι του χρόνου ή μέχρις ότου βρω τη διάθεση να το ξαναπιάσω». Τον επόμενο Οκτώβριο έγραφε στον Γκόργκι: «Κουράστηκα πολύ να γράψω τις “Τρεις αδελφές”. Κι αυτό γιατί υπάρχουν τρεις ηρωίδες, καθεμιά πρέπει να έχει τον δικό της τύπο».

Στη διάρκεια των προβών του έργου, που θα ανέβαινε στις 31 Ιανουαρίου του 1901 στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας σε σκηνοθεσία Στανισλάφσκι, ο Τσέχοφ συμβούλευε την Ολγα Κνίπερ η οποία κρατούσε τον ρόλο της Μάσα: «Πρόσεξε, δεν πρέπει σε καμιά στιγμή του έργου να έχεις θλιμμένο ύφος, ενοχλημένο ναι, αλλά όχι λυπημένο. Οι άνθρωποι που έχουν μέσα τους για καιρό μια θλίψη, τη συνηθίζουν και αρκούνται να σιγοσφυρίζουν σκεφτικοί. Ετσι κι εσύ θα πρέπει πότε πότε να παίρνεις ύφος σκεφτικό στη σκηνή».

Ο Δημήτρης Ξανθόπουλος ανεβάζει τις «Τρεις αδελφές» δέκα χρόνια μετά τον «Γλάρο» του Τσέχοφ, το έργο με το οποίο ξεκίνησε ως σκηνοθέτης. Βλέπει το έργο μακριά από την προεπαναστατική Ρωσία και τη Μόσχα, έχοντας τη γνώμη πως όλοι οι τόποι και όλες οι εποχές βρίσκονται πάνω σε ένα ρήγμα, σε μια κατάσταση διαρκούς αναταραχής. Διατηρεί ωστόσο το στρατιωτικό περιβάλλον της επαρχιακής κωμόπολης, όπου έχουν εγκλωβιστεί οι τρεις κόρες και ο μοναχογιός του νεκρού πια στρατηγού. Ολοι τους έχουν τον διακαή πόθο να επιστρέψουν στην εξιδανικευμένη πόλη των παιδικών τους χρόνων. Αδυνατούν όμως να κάνουν κάτι για αυτό.

«Βαλτώνουν σε μια κατάσταση αδράνειας, στη φαντασίωση κάποιας “ζωής” σε κάποια “Μόσχα”» σημειώνει ο σκηνοθέτης. «Παγιδευμένοι στον εαυτό τους, χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα. Εξω από τους τοίχους του σπιτιού τους συντρίβονται. Αυτή η αναμέτρηση με το “έξω” γίνεται το κέντρο της παράστασης. Αυτή η αναμέτρηση είναι και η ιστορία του καθενός μας. Η αγωνία να βρούμε τη θέση μας σε έναν κόσμο στον οποίο ήρθαμε ξαφνικά, χωρίς λόγο και αιτία».

Στην παράσταση τον ρόλο της μικρότερης αδελφής, της Ιρίνα, ερμηνεύει μια 18χρονη μη επαγγελματίας ηθοποιός, η Καλλιόπη Κανελλοπούλου-Στάμου, η οποία ως ερασιτέχνης διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Εφηβικού Θεάτρου της Στέγης.

INFO: Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση/Κεντρική Σκηνή (Συγγρού 107, τηλ.: 210-9005800) «Οι τρεις αδελφές» του Αντον Τσέχοφ. Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Αλέξης Καλοφωλιάς, Δημήτρης Ξανθόπουλος. Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Μουσική: Αλέξης Καλοφωλιάς. Επιμέλεια κίνησης: Βάσω Γιαννακοπούλου. Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας. Παίζουν: Μαντώ Γιαννίκου (Ολγα), Αγγελική Παπαθεμελή (Μάσα), Καλλιόπη Κανελλοπούλου-Στάμου (Ιρίνα), Αρης Αρμαγανίδης, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Βασίλης Καραμπούλας, Αντώνης Μυριαγκός, Γιώργος Φριντζήλας, Αρης Μπαλής, Γιώργος Βαλαής, Γιώργος Στάμος, Θοδωρής Σκυφτούλης, Νικολίτσα Ντρίζη. 16-27 Ιανουαρίου. Παραστάσεις: Τετάρτη έως και Κυριακή στις 20.30.