Ακούμε πολλές φορές την προτροπή ότι η ντροπή, ο φόβος, η ψυχική και σωματική οδύνη δεν πρέπει να εμποδίζουν μια γυναίκα να καταγγείλει τον βιασμό της. Τι γίνεται όμως όταν ο λόγος της είναι ενάντια στον λόγο του άλλου, αλλά και ενάντια στη φωνή μιας ολόκληρης «καθωσπρέπει» κοινωνίας μιας επαρχιακής πόλης η οποία σπεύδει να υπερασπιστεί τους κατηγορούμενους ως βιαστές; Και πόσο μπορεί να εκμηδενιστεί η γενναία φωνή της καταγγελίας όταν η γυναίκα που καταγγέλλει είναι βουλγαρικής καταγωγής;
«Αμάρυνθος», η παράσταση της Μάρθας Μπουζιούρη στην Πειραιώς 260, στις 4, 5, 6 Ιουλίου, διερευνά τον τρόπο με τον οποίο η τοπική κοινωνία στάθηκε απέναντι στην καταγγελία ενός βιασμού, εξετάζοντας τον ρόλο που έπαιξαν το φύλο, η εθνική καταγωγή και η κοινωνική τάξη της καταγγέλλουσας.
Η παράσταση φέρνει στη μνήμη μας μια πραγματική ιστορία. Ηταν τέλος Οκτωβρίου του 2006 στην Αμάρυνθο της Εύβοιας. Μια δεκαπεντάχρονη αριστούχος μαθήτρια βουλγαρικής καταγωγής εμφανίζεται στο αστυνομικό τμήμα συνοδευόμενη από τη μητέρα της και καταθέτει ότι βιάστηκε από ομάδα συμμαθητών της στις τουαλέτες του σχολείου. Ισχυρίζεται ότι τέσσερα αγόρια την κακοποίησαν σωματικά, ενώ δύο κορίτσια βιντεοσκοπούσαν τον βιασμό με το κινητό τους.
Η υπόθεση σοκάρει την κοινή γνώμη, όμως η τοπική κοινωνία κάνει λόγο για συκοφαντία και διασυρμό, συσπειρώνεται, εξοργίζεται και αντεπιτίθεται με βία. Συντάσσεται στο πλευρό των εφήβων που κατηγορούνται ως βιαστές με επιχείρημα «την ανατροφή και την καλή οικογενειακή φήμη». Και διακηρύσσει ότι από την άλλη μεριά το κορίτσι είναι «παιδί διαλυμένης οικογένειας», «η μητέρα είναι μπαρόβια και ύποπτης ηθικής», «ο πατέρας αλκοολικός και χαρτοπαίκτης που τον κυνηγάει η μισή Ιντερπόλ». Ας αφήσουμε ότι «πήγαινε γυρεύοντας»…
Το κορίτσι κρίνεται από την τοπική κοινωνία ως «σεξουαλικά ενεργή», «είχε αποπλανήσει αθώα αγόρια και έθιγε τον ανδρισμό τους»… Και σ’ αυτά τα εγκλήματα να προσθέσουμε ότι δεν πρόκειται καν για Ελληνίδα αλλά για μια αλλοδαπή που «δεν σεβάστηκε την πόλη που τη φιλοξενούσε…».
Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ασχολούνται με το περιστατικό ανακυκλώνοντας δηλώσεις, εικασίες και «βεβαιότητες» που αραδιάζουν οι κάτοικοι, ειδικοί, σχετικοί και άσχετοι με την υπόθεση. Επειτα από τέσσερα χρόνια γίνεται το δικαστήριο. Σαράντα μάρτυρες καταθέτουν υπέρ των κατηγορουμένων, μοναδική μάρτυρας υπεράσπισης του κοριτσιού είναι η μητέρα του. Το ντοκουμέντο της καταγραφής του κινητού εξαφανίζεται, η γνωμάτευση για τη μετατραυματική ψυχολογική κατάσταση του θύματος δεν παίζει κανένα ρόλο.
Οι έφηβοι αθωώνονται παμψηφεί από την ελληνική Δικαιοσύνη. Το Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων Χαλκίδας καταλήγει ομόφωνα πως αυτό που συνέβη ήταν μια συναινετική ομαδική συνεύρεση. Η κοπέλα καταρρέει μέσα στην αίθουσα στο άκουσμα της ετυμηγορίας. Λίγο αργότερα, οι πρώην κατηγορούμενοι περνούν στην αντεπίθεση, μηνύοντας το θύμα για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση. Mητέρα και κόρη αναγκάζονται να βρουν καταφύγιο με τη βοήθεια της πολιτείας και κοινωνικών οργανώσεων στην Αθήνα. Το κορίτσι συνεχίζει σε ιδιωτικό σχολείο.
Τι πραγματικά συνέβη στην Αμάρυνθο; Ομαδική ασέλγεια; Ρατσιστική συμπεριφορά; Παραβίαση της ιδιωτικότητας; Σχολικό μπούλινγκ; Η υπόθεση παραμένει ένα τεράστιο ερωτηματικό, ωστόσο ανέδειξε πολλές και διαφορετικές εκφάνσεις βίας που ήρθαν να πλαισιώσουν το αρχικό αμφιλεγόμενο περιστατικό.
Υπό το πρίσμα των ερωτήσεων η παράσταση δεν επιχειρεί να ξετυλίξει μια τυπική έρευνα ενός υποτιθέμενου βιασμού, αλλά να φωτίσει τους μηχανισμούς κατασκευής της αλήθειας και να διαπραγματευτεί τις επιτελέσεις της εξουσίας, των προκαταλήψεων, των διακρίσεων και του κοινωνικού στιγματισμού. Μέσα από την αξιοποίηση υλικού τεκμηρίωσης -προσωπικές αφηγήσεις, μαρτυρίες, δημόσια αρχεία, οπτικοακουστικό υλικό- διερευνώνται οι μηχανισμοί που καθορίζουν συλλογικά ποιος άνθρωπος είναι άξιος υπεράσπισης και ποιος άξιος καταδίκης. Πώς διαμορφώνονται οι απόψεις και πώς συγκροτείται τελικά η αλήθεια;
«Η υπόθεση της Αμαρύνθου επιλύθηκε μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου», λέει η σκηνοθέτις. «Ωστόσο, έξω από αυτήν, άφησε αγεφύρωτο ένα χάσμα ανάμεσα στις δύο επικρατούσες εκδοχές της ιστορίας. Κάθε μία διατήρησε για τον εαυτό της το προνόμιο της αλήθειας, απαρνούμενη το προνόμιο του διαλόγου και του αναστοχασμού. Μεταφέροντάς τη στη σκηνή επιχειρούμε την αποκωδικοποίηση και προβληματοποίηση αυτών των μηχανισμών κατασκευής της αλήθειας και απόδοσης δικαιοσύνης, οι οποίοι επιβλήθηκαν με όρους βεβιασμένους, ισοπεδωτικούς και τραυματικούς για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα».
Η Μάρθα Μπουζιούρη προσεγγίζει σκηνοθετικά την υπόθεση μέσα από τους όρους του θεάτρου ντοκιμαντέρ. «Το θέατρο διανοίγει έναν μικρό, εφήμερο χώρο προς συγκατοίκηση. Ερχόμαστε να τον διεκδικήσουμε, έχοντας την επίγνωση της ευθύνης ενός έργου που καταπιάνεται με μια ευαίσθητη, πολύπλοκη υπόθεση που αφορούσε παιδιά και που άφησε όλες τις πλευρές ηττημένες, πληγωμένες από πολλές και διαφορετικές εκφάνσεις βίας που προηγήθηκαν ή προστέθηκαν στο αρχικό γεγονός ενός καταγγελθέντος βιασμού. Η παράσταση δεν εστιάζει στο τι συνέβη το επίμαχο πρωινό στις τουαλέτες τού υπό κατάληψη Λυκείου.
Δεν έρχεται να ξαναδικάσει, ούτε να προτείνει μια βολικά αποστασιοποιημένη ουδετερότητα. Εκείνο που επιχειρεί είναι να ανασύρει όλα όσα μας οδήγησαν στιγμιαία να φωνάξουμε, στη συνέχεια να αποσυρθούμε και τελικά να ξεχάσουμε. Πώς ερμηνεύτηκε, επικοινωνήθηκε και κεφαλαιοποιήθηκε η υπόθεση της Αμαρύνθου; Πώς δίχασε, πώς κορυφώθηκε, πώς έσβησε και ποιο είναι το ίχνος της σήμερα; Πώς τη θυμόμαστε, όσοι τη θυμόμαστε; Θυμίζει άραγε σε κάτι άλλες Αμαρύνθους, πριν και ύστερα από αυτήν;».
INFO: Πειραιώς 260, Χώρος Ε. «Αμάρυνθος». Κείμενο-Δραματουργία-Σκηνοθεσία: Μάρθα Μπουζιούρη. Σύμβουλος έρευνας: Αθηνά Αθανασίου. Ερευνητική ομάδα-Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Παντείου Πανεπιστημίου: Γρηγόρης Γκουγκούσης, Νούρη Διακάκη, Αθηνά Σίμογλου. Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Στρούλια, Ζαΐρα Φαληρέα. Φωτισμοί: Ολυμπία Μυτιληναίου. Video-Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης. Ηχητικός σχεδιασμός: Voltnoi Brege. Παίζουν: Πολύδωρος Βογιατζής, Χαρά Μάτα Γιαννάτου, Γιώργος Κισσανδράκης, Θεανώ Μεταξά. 4 έως 6/7, στις 21.00.
