Η σκηνοθέτις Γεωργία Μαυραγάνη συναντιέται στη σκηνή με εννέα γυναίκες που στη ζωή τους έχουν να διαχειριστούν την επίσκεψη του πιο μισητού επισκέπτη: του καρκίνου. Το «Παρ’ όλα αυτά» παίζεται κάθε Παρασκευή απόγευμα στο Από Μηχανής Θέατρο και δεν είναι μια παράσταση για τον καρκίνο.
Είναι μια παράσταση στην οποία παίζουν γυναίκες που πάσχουν από καρκίνο, σ’ ένα κείμενο που προέκυψε με αφορμή τον καρκίνο, παράλληλα με τον καρκίνο. Μια παράσταση που απευθύνεται στη ζωή κι όχι στον θάνατο. Οχι, δεν υπάρχουν θλιβερές ιστορίες, ανατριχιαστικές περιγραφές, οδύνη, απελπισία.
Αφορά τους καρκινοπαθείς; Οχι, αφορά όλους μας, κι αυτούς που έχουν νοσήσει, κι αυτούς που, ακόμα, δεν έχουν καρκίνο. Είναι μια παράσταση φτιαγμένη με υλικά της ζωής που τρέχει αλλά και με την ποίηση του θεάτρου. Είναι το θέατρο που κάνει η Γεωργία Μαυραγάνη, πιστό στη μυστική ιδέα που συγκινεί την ίδια, στον αγαπητικό τρόπο που βλέπει τα πράγματα γύρω της, στη τέχνη αλλά και τη ζωή.
«Στο κάλεσμα της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας ανταποκρίθηκαν οι συγκεκριμένες γυναίκες. Δώσαμε ένα σταθερό ραντεβού κι άρχισαν οι συναντήσεις μας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κάποιες εξ αυτών, για διάφορους λόγους, δεν κατάφεραν να παραμείνουν.
Ενώ συναντιούνταν για πρώτη φορά, γνωρίζονταν καλά μεταξύ τους. Υπήρχε οικειότητα, η γνώση της κοινής εμπειρίας. «Εγώ σας ξέρω όλες» ήταν η φράση που ακουγόταν. Κι ήταν όλες γυναίκες από διαφορετικούς κόσμους, τόπους, ηλικίες. Μία εξ αυτών κράτησε απόσταση για ένα διάστημα, επέστρεψε στις τελευταίες πρόβες. Ηταν η πρώτη χημειοθεραπεία. Δεν είχε καταλάβει τι της είχε συμβεί, μέσα από τις συναντήσεις συνειδητοποίησε ότι έχει καρκίνο. Από κάποια στιγμή άρχισαν να χαίρονται τις συναντήσεις. Η καθημερινότητά τους είχε σπάσει από κάτι διαφορετικό, έγιναν μια ωραία παρέα. Υπήρχαν στιγμές που δεν έκανα τίποτα, απλώς τις παρακολουθούσα και γελούσα».
• Πώς δουλεύει κανείς ένα τέτοιο θέμα αποφεύγοντας την εύκολη συγκίνηση, τη δραματική κυριαρχία της ασθένειας;
Οταν το πράγμα πήγαινε προς ευθεία απεύθυνση, ένιωθα κάπως σαν να το πουλάς, με απωθούσε και το έδιωχνα αμέσως. Στο μυαλό μου υπήρχε η ανάγκη να αναδειχτεί με φυσικότητα η ποίηση από τις ιστορίες. Συγκεντρώθηκα σ’ αυτό που συνέβαινε μεταξύ τους. Από την πρώτη στιγμή δεν ένιωσα το αίσθημα λύπης.
Ούτε οι ίδιες άλλωστε. Για ικανό διάστημα μόνον άκουγα, παρακολουθούσα. Είχα την εμπειρία του καρκίνου του πατέρα μου, αλλά, πίστεψέ με, δεν μετρούσε και πολύ. Από την αρχή προσπάθησα να ισχύσει μια απλή θεατρική συνθήκη, μια αφήγηση μπροστά στο μικρόφωνο. Σιγά που χρειάστηκε… Οι γυναίκες ήθελαν τόσο πολύ να μιλήσουν. Αρκετοί από τους διαλόγους είναι αυθεντικοί, οι συνειρμοί, οι σκέψεις, τα λόγια, έφευγαν αβίαστα στον αέρα: «Ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς»…
• Σας φόβισε η μετωπική σχέση με το θέμα;
Στην αρχή κόμπλαρα, δεν είχα απόλυτη συναίσθηση αυτού που τους συμβαίνει. Και πώς να είχα; Οσο έμενα κολλημένη ενοχικά σ’ αυτή την αμηχανία, όσο πρόσεχα λόγια και ερωτήσεις, δεν συνέβαινε τίποτα. Κάποτε αποφάσισα να μιλήσω κανονικά: «Πώς είναι»; «Φοβάσαι τον θάνατο»; Τελικά αυτές είναι οι λέξεις, δεν υπάρχουν άλλες. Ναι, υπάρχει ο καρκίνος, υπάρχει ο φόβος, αλλά υπό το πρίσμα της ζωής.
• Πότε άρχισε να σχηματίζεται ένας θεατρικός κόσμος;
Πήρα πολύ μεγάλη χαρά όταν άρχισαν να μπαίνουν σε σειρά τα πράγματα κι έβλεπα να σχηματίζεται κάτι ποιητικό αλλά βιωμένο. Εβαζα αυτοσχεδιασμούς, απλές δράσεις, χωρίς να χρειάζονται λόγια, ζητούσα να μου φέρουν φωτογραφίες, αντικείμενα ευτυχισμένων στιγμών. Ρωτούσα, ποιος ήχος, ποια κίνηση θα ήταν ο καρκίνος. Προέκυψε κάτι εξαιρετικά αποκαλυπτικό, ενώ συγχρόνως δημιουργούνταν ρυθμός που κυλούσε μαλακά, παρά τον θυμό, την ένταση της μνήμης. Σκέψεις, αστεία περιστατικά, ξεχωριστές αναμνήσεις.
• Στην παράσταση ο πόνος, ο φόβος, η αγωνία για την έκβαση υπάρχουν χωρίς περιγραφές, χωρίς τις καθαυτό λέξεις, χωρίς εικόνες θλίψης.
Και τι να πεις για τον καρκίνο; Τι να πεις για τα κύτταρα; Ποιος ξέρει τι είναι αυτό; Στην αρχή είχα την ιδέα ότι ξέρω. Δεν σου κρύβω πως για ένα διάστημα με κατείχε η επιθυμία μιας κρυφής τάχα μου ψευτοψυχανάλυσης περί προσωπικότητας, βιωμάτων κ.λπ. Ερμηνείες, δηλαδή, για ένα θέμα που σου είναι ολότελα άγνωστο, κι ας ξέρεις ότι κυκλοφορεί τριγύρω, σε συγγενείς, φίλους. Στη ροή των συναντήσεων κοντραρίστηκα μ’ αυτές τις σκέψεις που πηγάζουν από την έμφυτη προσπάθεια να ελέγξουμε τα της ζωής.
Αυτή την ελαφρότατη διάθεση να δώσουμε νόημα, εξήγηση στα πράγματα. Σ’ ένα τροχαίο ρωτάμε πάντα: «φορούσε κράνος;» Μα γιατί το ρωτάμε; Φορούσε, και λοιπόν;… Ναι, έχουν νόημα τα πράγματα αλλά, εν τέλει, δεν ξέρουμε ποιο είναι. Ο καρκίνος θεωρείται ανίατη ασθένεια κι αυτό συχνά εκλαμβάνεται από τον ασθενή ως τιμωρία του. Για θυμό που δεν εκφράστηκε, για πράγματα που υποτίμησε κ.λπ. Το πιο φοβερό είναι πως αυτή την ενοχή δεν τολμάει να την πει, να την ομολογήσει. Κι ό,τι ακολουθεί τη διάγνωση, οι θεραπείες, είναι μια διαρκής υπόμνηση της ασθένειας.
• Πώς κατάφεραν οι γυναίκες ν’ ακολουθήσουν τους κώδικες, τον μηχανισμό του θεάτρου σ’ ένα τόσο βιωματικό κείμενο;
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που η Ελένη άρχισε να μεταφράζει στη σκηνή ένα τραγούδι την ώρα που το ακούγαμε. Αυτή η τρομερή συστολή που είχε πάνω στη σκηνή μού έφερνε δάκρυα στα μάτια. Αυτό ναι, ήταν πολύ σημαντικό. Γιατί έχω κουραστεί να βλέπω τη σούπερ επαγγελματική δεξιότητα, δεν μπορώ να συνδεθώ με την τόση ικανότητα… Μου φαίνεται εξωπραγματική, απάνθρωπη. Είχαν μεγάλη αγωνία για την παράσταση. Ρωτούσαν: Μα πώς θα πούμε τα ίδια πράγματα την ερχόμενη Παρασκευή;
Τα μαθαίνεις και τα λες ξανά. Συγκεντρώνεσαι να πεις μια ιστορία απ’ τη ζωή σου. Πάνω σ’ αυτό τον προβληματισμό η Πόπη είπε: «Λογικό φαίνεται μιας και θα μας ακούσουν άλλοι άνθρωποι, που δεν τα ξέρουν»… Στη δεύτερη παράσταση η έκθεση τις είχε απελευθερώσει, εξοικειώθηκαν στο βήμα του δημόσιου λόγου. Ακόμα και τα απλά πράγματα, η επαφή με τη σκηνογράφο, τα ρούχα που θα φορέσουν, το ελαφρύ μακιγιάζ, βοήθησαν να μπουν στη διαδικασία.
• Εχετε έναν ξεχωριστό τρόπο να επιλέγετε το θέμα, να το ερευνάτε, να το επεξεργάζεστε. Η δουλειά σας προδίδει τι άνθρωπος είστε. Καταφέρνετε να κάνετε θέατρο με τους δικούς σας όρους, όπου κι αν το παρουσιάζετε.
Αγαπάω πολύ ν’ ακούω ιστορίες, μπορώ να καθίσω ώρες. Δεν ξέρω γιατί… Κι αυτήν την τελευταία εμπειρία με τις γυναίκες, ακόμα ψάχνω να την τοποθετήσω κάπου μέσα μου. Καταλαβαίνεις ότι κάπως έχεις αλλάξει, αλλά δεν ξέρεις προς ποια κατεύθυνση, δεν βρίσκεις λέξεις να αρθρώσεις το πώς. Γίνεσαι πιο μαλακή, απομακρύνεις ευκολότερα τις εμμονές, τις σκοτεινές αναγνώσεις των πραγμάτων, την ενοχή για εκείνο που είχες στο μυαλό σου να πετύχεις αλλά δεν το κατάφερες.
Μέσα σ’ αυτή τη φοβερή συνθήκη του καρκίνου υπάρχει θλίψη, απελπισία, φόβος, κι άλλα που δεν μπορώ να αντιληφθώ – δεν γίνεται να μην υπάρχουν. Ομως συγχρόνως υπάρχει η ανάγκη για μάτια που κοιτάζονται. Πίσω από τον πόνο και το σκοτάδι υπάρχει γλύκα, αίτημα για τη χαρά της αγάπης.
Μπορεί ν’ ακούγεται κλισέ, αλλά εγώ μ’ αυτό συνδέομαι, έχω πρόβλημα με τον κυνισμό. Δίνουμε λόγο, βαρύτητα σε πράγματα που δεν μας αφορούν, χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε. Οταν έχεις αφουγκραστεί το υπερεπείγον, δεν γίνεται να μην αλλάξεις τη σειρά των αναγκών, των προτεραιοτήτων σου. Αλλά και τότε πάλι ξεχνάς. Η καθημερινότητα δεν σ’ αφήνει να θυμάσαι ποιο είναι το ζητούμενο.
• Και δασκάλα της Πέμπτης στο 63ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών…
Κι όταν διδάσκεις ορθογραφία, πόσο να σε απασχολεί ο «Οιδίπους Τύραννος», αυτό το κάτι που ψάχνεις σε μια παράσταση; Εμπλέκεσαι με το μάθημα, είσαι παρούσα στην τάξη, δεν γίνεται να διεκπεραιώνεις, γιατί αυτό σου στοιχίζει περισσότερο.
Εχω θέμα με το αίτημα, δεν γίνεται να μην ανταποκριθώ. Δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν το ακούω, δεν το βλέπω. Το σχολείο είναι ένα αντίβαρο, και παρ’ όλο που συχνά σκέφτομαι να το αφήσω, επικρατεί τελικά η ανάγκη του να παραμείνω ακόμα παιδί. Ταυτόχρονα λειτουργούν και οι αντιφάσεις μου.
• Οι καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, η ανάγκη να ταϊστεί το Εγώ;
Που δεν ξέρω αν ταΐζεται κιόλας… Ενα κομπλεξικό παιδί από την επαρχία είμαι κι εγώ. Να μη θέλω να αποδείξω κάτι; Αυτά συμβαίνουν όταν εντάσσεσαι σε μια επαγγελματική συνθήκη. Ομως όταν βλέπω την εμμονή να έρχεται, μαζεύομαι, γιατί ξέρω, ευτυχώς, ότι δεν θα με αφήσει να το κάνω καλά, δεν θα μου βγει η πρόβα ούτε κατ’ ελάχιστο. Πρέπει να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν συγκεκριμένα πράγματα για να συνεχίσω. Οταν μου αφαιρείται το κίνητρο, η αγάπη, έχω μέσα μου ισχυρή την αίσθηση ότι έχει τελειώσει όλο. Ούτε μια μουσικούλα δεν μπορώ να βρω, τίποτα. Μου έχει συμβεί κι έχω μετανιώσει που δεν τα παράτησα. Γιατί στο αποτέλεσμα δεν υπήρχα εγώ. Επειδή έχω μια αγαπητική σχέση με τα πράγματα, αν αφεθώ στη διαδικασία τού ν’ αποδείξω, χάνω αμέσως αυτή τη σχέση, άρα κι εμένα. Πλέον αυτή η γνώση με σώζει.
• Το ίδιο το καλλιτεχνικό περιβάλλον εργασίας παίζει ρόλο όταν συμβαίνει να χάνετε το κέντρο σας, να αποπροσανατολίζεστε; Το στοίχημα της επιτυχίας στο οποίο ποντάρει ο παραγωγός, ο ηθοποιός ακόμα και ο θεατής;
Ο καλλιτέχνης δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Εκτίθεται στην τέχνη όπως και στη ζωή. Πάει να διηγηθεί κάτι κι αυτό απαιτεί μια οργάνωση, ένα ρυθμό, μια συνεργασία. Εναν κύκλο ανθρώπων που επιβεβαιώνει τη θέση, την ύπαρξή του γύρω από αυτό το κάτι.
• Είναι μια αληθινή επιβεβαίωση τελικά;
Οχι, αλλά ούτε ξέρω πώς επιβεβαιώνεται κανείς. Μάλλον μέσα απ’ αυτό που το λένε αγάπη, αλλά άσ’ το τώρα, μεγάλη κουβέντα… Δεν είναι εύκολο να πετάξεις πράγματα, να ελευθερωθείς από ανούσια, αλλά διαρκώς παρόντα. Να χαλαρώσεις στην ιδέα αυτού που κυνηγάς, να αφουγκραστείς με ποια φωνή κρίνεις τον εαυτό σου. Κάποτε μπορεί να τον κρίνεις με τις φωνές αυτού του κύκλου. Κι αν το κάνεις, κινδυνεύεις να χαθείς. Αλλά και με τη φωνή της μάνας και του πατέρα σου αν κρίνεις ποιος είσαι, πάλι κινδυνεύεις να τρελαθείς. Πώς βρίσκει κανείς τη δική του φωνούλα;..
• Οι φίλοι σας είναι από τον χώρο του θεάτρου;
Οχι, μόνο μια φίλη. Δεν είναι εύκολο να βρεις τη φωνή σου στο περιβάλλον της δουλειάς. Δεν περνάω καλά, δεν συγκεντρώνομαι, ακούω μόνο ιστορίες περί θεάτρου.
• Για το καλοκαίρι τι σχέδια υπάρχουν;
Στο Λύκειο Επιδαύρου θα κάνω μια πρώτη απόπειρα πάνω στον «Οιδίποδα Τύραννο» και στην Καβάλα θα παρουσιάσουμε με τους τελειόφοιτους της δραματικής σχολής «Δήλος» τον «Προμηθέα Δεσμώτη». Θα συμμετάσχω με την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στο Φεστιβάλ «Future of Europe» στη Στουτγάρδη. Το θέμα της ελληνικής συμμετοχής είναι το μεταναστευτικό.
Δεν ήθελα μόνο ντοκιμαντέρ, παρ’ όλο που έκανα πολλές συνεντεύξεις με πρόσφυγες, γι’ αυτό ζήτησα από τον ευφυή Δημοσθένη Παπαμάρκο να μου γράψει κείμενο. Μιλώντας με μετανάστες εδώ, στην Ελλάδα, κάποιος με ρώτησε: «Πού θα παιχτεί αυτό;» Κι όταν άκουσε «Γερμανία», είπε: «Α, μπορείς να μου βρεις εκεί μια δουλειά;»!
• Δεν υπάρχει πιο άμεσο, πιο περιεκτικό σχόλιο πάνω στη θεματική του Φεστιβάλ με τίτλο «Το μέλλον της Ευρώπης»…
Πράγματι, ήταν το καλύτερο όλων. Γι’ αυτό και το ηχογραφημένο απόσπασμα παίζει στην παράσταση…
INFO: Από Μηχανής Θέατρο (Ακαδήμου 13, Αθήνα, τηλ.: 210-5232097) «Παρ’ όλα αυτά». Συμμετέχουν: Καλλιόπη Γανιάρη, Ελένη Γιαννακούρου, Θάλεια Νταλούκα, Γιώτα Παπαδάκη, Μάρα Παυλοπούλου, Μαίρη Τσουκαλά, Στέλλα Χατζημιχαήλ, Φωτεινή Χάψα, Τζένη Δούπη. Σκηνοθετική επιμέλεια: Γεωργία Μαυραγάνη. Σκηνογραφική επιμέλεια: Αρτεμις Φλέσσα. Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας. Κάθε Παρασκευή, στις 17.30. Είσοδος ελεύθερη – περιορισμένος αριθμός θέσεων. Η δράση είναι εξ ολοκλήρου παραγωγή της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας.
