Να τ’ αγαπάς τα ανήμερα που μέσα σου φωλιάζουν. Να τα φιλεύεις όλο σου το στόμα
«Οσα η καρδιά μου στην καταιγίδα», το έργο που έγραψε ο Ακης Δήμου βασισμένος στην «Πρώτη αγάπη» του Ιωάννη Κονδυλάκη, μια παραλλαγή του γνωστού διηγήματος πάνω στην ιερότητα και την απελπισία της πρώτης αγάπης, παρουσιάζεται από το ΚΘΒΕ στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Πάνου Δεληνικόπουλου.
Σ’ ένα ορεινό χωριό της Κρήτης στις αρχές του περασμένου αιώνα ένα αγόρι ερωτεύεται για πρώτη φορά, όχι ένα κορίτσι αλλά μια γυναίκα. Κι όταν η μάνα του τον απομακρύνει βίαια από τη σχέση, εκείνος με την ορμητική φόρα του αφυπνισμένου έρωτα της πρώτης νιότης, συγκινείται από έναν άντρα. Τον ίδιο άντρα που, κάποτε, ερωτεύτηκε η μητέρα του.
Η ιδέα για τη μεταγραφή της νουβέλας του Ιωάννη Κονδυλάκη «Πρώτη αγάπη» σε θεατρικό κείμενο γεννήθηκε ξαφνικά, λέει ο Ακης Δήμου: «Λίγο με απασχόλησε πώς θα το γράψω. Περισσότερο με τριβέλιζε το γιατί: για ποιο λόγο έπρεπε να ξαναειπωθεί η ιστορία της ερωτικής αφύπνισης ενός νεαρού άντρα με τα σαρωτικά ξεσπάσματα, την υφέρπουσα απελπισία, τις καταθλιπτικές υφέσεις, τις δοξαστικές κορυφώσεις και τις εκκωφαντικές της αμφισημίες (κυρίως αυτές).
Εγραφα με το ερωτηματικό στον κρόταφο κυνηγώντας την απάντηση-φάντασμα, που συνεχώς ξεγλιστρούσε κρυμμένη πίσω απ’ τις φυλλωσιές των λέξεων. Μέχρι που οι λέξεις έριξαν τα φύλλα τους. Και τότε –όταν το έργο είχε αποκτήσει πλέον σώμα– κατάλαβα ότι λέγοντας την ίδια ερωτική ιστορία ξανά και ξανά, τις δικές σου ομίχλες επιχειρείς να ξεδιαλύνεις. Ετσι συνέβαινε το 1919, έτσι συμβαίνει το 2018, έτσι θα συμβαίνει πάντοτε. Γιατί οι ερωτικές μας ιστορίες δεν έχουν να κάνουν με τους έρωτες που ζούμε, αλλά με τον τρόπο που τους αφηγούμαστε όταν τελειώσουν».
Το κείμενο ακροβατεί ανάμεσα στον ποιητικό λόγο και τον ρεαλισμό. Η Μαρία Τσιμά ερμηνεύοντας τη μητέρα απέφυγε τον κίνδυνο των κλισέ που ο ρόλος μπορεί να εμφανίσει:
«Επρεπε να ξεχάσεις δικούς σου τρόπους, να μην καταφύγεις στην ηθογραφία, να αφεθείς σε μια άλλη συνθήκη για να μη δημιουργήσεις πάνω στη σκηνή κάτι ξένο με την εποχή μας, αλλά ούτε κάτι ανοίκειο στον τρόπο γραφής του έργου καθώς λέξεις και συμπεριφορές έρχονται από το παρελθόν. Πρόκειται για την ιστορία ενός αγοριού που αφυπνίζεται σεξουαλικά, μυείται στην ερωτική επιθυμία από μια γυναίκα 15 χρόνια μεγαλύτερή του. Αυτή η σχέση εμποδίζεται από το περιβάλλον.
»Η μάνα του προσπαθώντας να τον απομακρύνει από το άγκιστρο της γυναίκας, να τον σκληρύνει σαν χαρακτήρα, τον στέλνει στο βουνό. Εκεί ο νέος δημιουργεί μια υπολανθάνουσα ερωτική σχέση μ’ έναν κυνηγό. Τον ίδιο άντρα που η μητέρα, νεαρή χήρα κάποτε, επιθυμούσε ερωτικά.
Βλέπουμε τέσσερις ανθρώπους που τους συνδέει ο έρωτας με όλες τις κορυφώσεις και αμφισημίες του, από την έλξη ώς την απόγνωση, τον φόβο, Την παράσταση διατρέχει μια ιδέα που βρίσκω ωραία, ενδιαφέρουσα: η οπτική μιας μεγάλης συμπάθειας για τους ανθρώπους που πληγώθηκαν και αφανίστηκαν από την αγάπη, που δεν κατάφεραν να βρουν ταίρι ή το επιθυμητό ταίρι, που αποκλείστηκαν, που αρρώστησαν από έρωτα. Κι αυτό το στοιχείο είναι πολύ αληθινό.
»Δεν ζούμε ήσυχα οι άνθρωποι, δεν γεννηθήκαμε για τα “κανονικά”, όλοι ψάχνουμε να νιώσουμε κάτι. Υπάρχει η ρεαλιστική καταγραφή σκηνών, η αφήγηση και παράλληλα μονόλογοι και σιωπές που σχολιάζουν τις σκέψεις και τις επιθυμίες των ηρώων».
Σ’ ένα αφαιρετικό σκηνικό ένας νέος σκηνοθέτης δούλεψε ομαδικά με τους άλλους συντελεστές με κέφι, ευγένεια, αγάπη για την παράσταση και τους ηθοποιούς. Ως μια ιστορία για τα πάθη και τα μυστήρια του έρωτα είδε την παράσταση ο σκηνοθέτης Πάνος Δεληνικόπουλος:
«Τέσσερις άνθρωποι ερωτούν τι είναι έρωτας και προσπαθούν να απαντήσουν. Ενας άντρας, μια γυναίκα, μια μάνα, ένα παιδί παίζουν με τον έρωτα και γίνονται παιχνίδι του. Τον θυμούνται και τον ξεχνούν. Τον διεκδικούν και τον αρνούνται. Τους έλκει και τους απομακρύνει, τους εξυψώνει και τους καταστρέφει, χάνονται μέσα του και μέσα του ξαναγεννιούνται. Τέσσερα σώματα, η επαφή, το άγγιγμά τους. Ενα νεαρό παιδί λαχταράει να υπάρξει.
»Το κορμί ξεχειλίζει μέσα του χωρίς λύπη, περίσκεψη, ντροπή. Δεν ξέρει, δεν έχει μάθει ακόμα να ντρέπεται για ό,τι ζητάει το σώμα του. Ερωτεύεται για πρώτη φορά τόσο φυσικά, αυτονόητα, όσο ανασαίνει. Γι’ αυτό και εξίσου αυτονόητα ξυπνάει τριγύρω του έρωτες θαμμένους, αδιέξοδους, απαγορευμένους, ανεκπλήρωτους, όμως ζωντανούς ακόμα, απαιτητικούς. Γιατί το σώμα δεν μπορεί να ξεμάθει. Απλώς λησμονεί. Κι όταν έρχεται η αρρώστια, η φθορά που φανερώνει την άλλη πλευρά του έρωτα, την οδύνη, την άρνηση, ξεσπάει η καταιγίδα.
»Σ’ αυτό το οριακό σημείο της συνειδητοποίησης, οι τέσσερις άνθρωποι δένονται μεταξύ τους σ’ έναν παροξυσμικό χορό που θα παρασύρει βεβαιότητες, συμβάσεις, ταυτότητες, επιθυμίες. Τι είναι ο έρωτας τελικά; Η απάντηση συνεχώς να μας διαφεύγει. Οπως σ’ όλα τα ερωτήματα που έχουν πραγματικά σημασία. Ωστόσο είναι το ερώτημα που κανείς ποτέ δεν θα πάψει να ρωτάει συνεχώς».

ΚΘΒΕ/ Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών. «Οσα η καρδιά μου στην καταιγίδα» του Ακη Δήμου. Σκηνοθεσία: Πάνος Δεληνικόπουλος. Σκηνικά-Κοστούμια: Φανή Σκουλικίδη Μπουκουβάλα. Φωτισμοί: Ελένη Χούμου. Επιμέλεια κίνησης: Ειρήνη Καλογηρά. Παίζουν: Μομώ Βλάχου (Βαγγελιώ), Γιώργος Κολοβός (Αντρας), Κωνσταντίνος Λιάρος (Γιώργης), Μαρία Τσιμά (Μάνα). Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη 18.00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00, Κυριακή 19.00
