Γράφω αυτό το σημείωμα με την αίσθηση του κατεπείγοντος, προκειμένου να προλάβω τον δυστυχώς σύντομο χρόνο ανεβάσματος του νέου έργου του Ευθύμη Φιλίππου από τον Δημήτρη Καραντζά στη Στέγη.
Πρόκειται για εκείνους τους σπάνιους εκβιασμούς της βεβαιότητάς μου για κάτι το νέο, σημαντικό και ακέραιο, που κινείται εκτός των μέτρων και των ορίων της ευκαιριακής κριτικής. Και σε αυτές τις περιπτώσεις το ελάχιστο που μπορούν να κάνουν σημειώματα όπως αυτό, είναι να υπομνηματίσουν στους επόμενους τη μαρτυρία μου, για να την εξετάσουν αργότερα με τη συνδρομή του χρόνου και στην ασφάλειά του.
Προς το παρόν δηλώνω απλώς εντυπωσιασμένος. Προμηνούσε ασφαλώς κάτι καλό η συνάντηση του Φιλίππου και του Καραντζά κάτω από τη Στέγη, με έργο συν-δημιουργημένο από τους δύο ώστε να διαθέτει εξαρχής δραματουργική και σκηνική συνάφεια. Το «Ρομπ» ανήκει στην πρόσφατη δημιουργική γενιά έργων στα οποία σκηνοθεσία και δραματουργία ενώνονται από την κορυφή μέχρι τα νύχια, εικόνα και λέξη γεννιούνται σαν σιαμαία στα βασικά τους όργανα, και γι’ αυτό ζουν λειτουργικώς αδιαχώριστα.
Εδώ όμως έχουμε κάτι περισσότερο. Μια δημιουργία κλίμακας (και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα) κατακλύζει τη σκηνή, εντάσσεται στην καθημερινότητά μας, προβάλλει από την τύρβη της καλλιτεχνικής ρουτίνας. Περιμένω από όσους διαθέτουν αρκετή ευφυΐα να διακρίνουν πως από εδώ ξεκινά μια ηλικία του θεάτρου μας.
Καθώς το «Ρομπ» ανοίγει μια νέα σελίδα, δεν ευρετηριάζεται προς το παρόν πουθενά. Σαφώς και συνομιλεί με τον σουρεαλισμό και το παράλογο (με πιο κοντινό συγγενή, στα ελληνικά, τον Ζιώγα). Αυτά όμως όλα, εκ των υστέρων, όταν η ίδια η εντύπωση της παράστασης έχει πλέον παρέλθει. Την ώρα της αυτό που συμβαίνει μπροστά μας είναι η έκρηξη της φόρμας και της εικόνας, ασύμβατη με κάθε προσδοκία, και γι’ αυτό νοσηρή, ασαφής και υφολογικά «παράδοξη» έως εξαντλήσεως.
Το έναυσμα έρχεται μάλλον -έτσι τουλάχιστον παραδέχονται οι δημιουργοί- από τον περίφημο «Ρομπέρτο Τσούκο» του Κολτές, το πρόσωπο ενός δολοφόνου -σωτήρα και μάρτυρα- που μόνον στο θέατρο και με τους όρους του δεδικαίωται. Κατά τη γνώμη μου ωστόσο η αναφορά είναι παραπειστική.
Αυτό που αλήθεια συμβαίνει εδώ είναι η (πολλοστή) μεταφορά στη σκηνή του «δαίμονα», από τον οποίο περιμένουμε τον θάνατο και την αναγέννηση, τον οποίο σταθερά από τους αρχαίους χρόνους θρηνούμε, καταδικάζουμε, κόβουμε σε κομμάτια, δεχόμαστε την οργή και τα τερτίπια του, θάβουμε στο χώμα και προσδοκούμε έπειτα την αγάπη του. Αυτός που έρχεται μεταμφιεσμένος σε κάτι τόσο τρομακτικό και άγριο έρχεται για να διαλύσει πολιτείες, βεβαιότητες και κλισέ, για να δείξει πως ό,τι ψάχνουμε βρίσκεται πρώτα στο χώμα και ύστερα στον καρπό.
Μα αυτά είναι δικά μου, πρώτα σκιρτήματα, απέναντι στο έργο του Φιλίππου. Στην πράξη -περιγράφω- το έργο παρασταίνει μια επιμνημόσυνη δέηση από όσους συνδέθηκαν με δεσμούς αίματος (κυριολεκτικά και μεταφορικά) με το Κτήνος: τον Επιθεωρητή που τον συνέλαβε, τον Φύλακα που τον φυλούσε στη φυλακή, τον θαυμαστή του και τον φίλο του, μέχρι τη δολοφονημένη (από τον ίδιο) οικογένειά του, την κοπέλα του και την πωλήτρια που έπεσε θύμα των οπαδών του…
Τα πάντα θα μπορούσαν να είναι απολύτως σοβαρά. Μόνο που ο Φιλίππου, όπως κάνει στον κινηματογράφο, και στο θέατρο εναλλάσσει ελεύθερα το ιερό με το ανίερο. Στη σκέψη του τα πάντα εμπλέκονται και παρουσιάζονται με την παρωδία τους.
Πού άραγε να ανακάλυψε ο Καραντζάς τον τόνο αυτού του παράδοξου ιερού και ανίερου σύμπαντος που χτίζει στο «Ρομπ»; (Θυμίζω ότι στην «Πλατεία Ηρώων» είχαμε μια αντίστοιχη δέηση-μνημόσυνο ενός νεκρού από τους επί γης πληρεξούσιους της σαγήνης του. Αλλά τι απόσταση ανάμεσα στις παραστάσεις!) Πού βρήκε τη γλυκιά απαντοχή των μυημένων και μαρτύρων του δαίμονα, που, εξωτερικά, σε εμάς μοιάζει αφέλεια, απλοϊκότητα, ίσως και απάθεια; Θέλει προσοχή.
Το ότι παραδεχόμαστε τη «δύναμη» του Ρομπ δεν σημαίνει πως δικαιολογούμε τις πράξεις του. Μπορεί να σημαίνει εξίσου ότι θα παραμείνουμε μέχρι τέλους εγκλωβισμένοι στο ανάγλυφο της δισδιάστατης λογικής (όπως οι ρόλοι), δεσμώτες της καθωσπρέπει συμπεριφοράς, των στερεότυπων και των κανόνων, ακόμα και της βίας με την οποία έχουμε μάθει να διακοσμούμε την κάθε επιβολή.
Σημαίνει όμως κι άλλα πολλά… Οι δέκα επί σκηνής φωνές για τον Rob συγκροτούν έναν διθύραμβο. Πέρα από το μυστήριο για το ποιος ή τι είναι ο Rob, τη φρίκη για τα εγκλήματά του, την έλξη ή απώθηση για το πρόσωπό του, ξεπηδά το μέγα Ερώτημα: Φτάνει η ζωή για να αγγίξουμε το Αλογο; Μπορεί η βία να μας λυτρώσει; Να φύσηξε τελικά στο μέρος όπου θυσιάσαμε κάποτε για χάρη της ελπίδας μας ένα μικρό παιδί;
Η απάντηση, όπως φτάνει σε εμένα, είναι απλή. Οχι, δεν φτάνει. Τίποτα δεν αρκεί για να διαλύσει τη σούπα γελοιότητας και σοβαρότητας, παραδοξότητας και πραγματικότητας όπου έχουμε βυθιστεί. Εκτός από μία μόνο σκηνή. Κεντρικά στην παράσταση συμβαίνει αυτό που είναι πιστεύω η καθοριστική συμβολή του Καραντζά στο «Ρομπ».
Πρόκειται για μια εικόνα βακχείας, κατά την οποία το δισδιάστατο μέχρι εκείνη τη στιγμή καναβάτσο μετατρέπεται για λίγο σε τρισδιάστατο σύμπλεγμα σωμάτων και η πρότερη ακινησία των προσώπων γίνεται χορός οργιώδους και εκρηκτικής σωματικότητας. Σε αυτό το «σύμπλεγμα του Λαοκόοντα», ο Καραντζάς δίνει με μία μόνο εικόνα τη μείξη ονείρου και αλήθειας, ανθρώπου και «αλόγου», σαν κάποιον σκοτεινό και λησμονημένο μύθο ένωσης των αντιθέτων.
Δεν χρωστάμε μόνο στον συγγραφέα και σκηνοθέτη το επίτευγμα. Συμμετέχουν σε αυτό όλοι οι συντελεστές. Η μουσική δραματουργία του Δημήτρη Καμαρωτού. Η λοξή και με έναν τρόπο «βίαιη» σκηνογραφία της Κλειώς Μπομπότη. Η ανεπαίσθητη εικαστικότητα της κίνησης του Τάσου Καραχάλιου. Ή οι ζωγραφικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου… Ξεχάστε αν θέλετε όσα διαβάσατε μέχρι αυτό το σημείο και ξαναδείτε την ίδια παράσταση σαν αναγεννησιακή ρετροσπεκτίβα για το ιερό και το ευτελές… θα αποκτήσει την ίδια βαρύτητα.
Δεν περισσεύουν λέξεις για τους ηθοποιούς και την προσφορά τους… Οι εκ μέρους τους δέκα εκφάνσεις της μαρτυρίας κουρδίζονται για να διαλύουν και να ξανασυνθέτουν το ιερό ακόμα και μέσα στην ίδια φράση… Η παράσταση είναι τελικά δική τους, καθώς δεν υπάρχει τίποτα άλλο για τον Ρομπ πέρα από τον τρόπο που αφηγούμαστε πρώτα αυτόν και ύστερα μέσω αυτού τον εαυτό μας: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Γιάννης Κλίνης, Χρήστος Λούλης, Βασίλης Μαγουλιώτης, Αγγελική Παπούλια, Ελίνα Ρίζου, Εύη Σαουλίδου, Μιχάλης Σαράντης, Σταυρούλα Σιάμου και Μαρία Σκουλά.
Συμβαίνει κάποτε όταν εμφανίζεται το νέο να μοιάζει νοσηρό ή ασαφές. Αυτό συμβαίνει εδώ, το ίδιο συνέβη παλιά και στο «Περιμένοντας τον Γκοντό»… Θεωρώ το ένα εξέλιξη του άλλου, γιατί τα ακούω να αντιλαλούν το ίδιο παράδοξο. Πως τα πράγματα είναι προφανώς για γέλια – αυτό που αναζητούμε δεν βρίσκεται εκεί που νομίζουμε. Κι ωστόσο, δεν αξίζει να απελπιζόμαστε. Αυτό που ακόμη ψάχνουμε, αληθινά, υπάρχει.
