Μ’ ένα σπουδαίο έργο, την «Αγριόπαπια» του Ερρίκου Ιψεν, ο Δημήτρης Τάρλοου συνεχίζει το θέατρο ρεπερτορίου που έχει ξεκινήσει να παρουσιάζει εδώ και 17 χρόνια στο θέατρο Πορεία. Τότε, το 2000, η «Φρεναπάτη» του Τόνι Κούσνερ ήταν το εναρκτήριο έργο, παράσταση που είχε κάνει πρεμιέρα λίγο νωρίτερα στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Και τώρα μια άλλη απάτη, αυτή που δημιουργούν τα «χρήσιμα» αλλά και μοιραία ζωτικά ψεύδη, έρχεται στη σκηνή μέσα από την «Αγριόπαπια». Ενα έργο ρεαλιστικό αλλά γεμάτο συμβολισμούς, με εμφανή τα στοιχεία που εντοπίζονται στα προηγούμενα έργα του συγγραφέα «Νόρα» και «Βρικόλακες».
Η οικογένεια του Γιάλμαρ Εκνταλ αντιμετωπίζει το σκοτεινό παρελθόν και τις δυσκολίες της ζωής εθελοτυφλώντας. Η επίφαση της ευτυχίας, η ψευδαίσθηση, το ψέμα είναι υλικά με τα οποία έχει χτίσει μια άλλη πραγματικότητα. Τις αυταπάτες συμβολίζει μια σακατεμένη αγριόπαπια, παρατημένη για να θεραπευτεί στη σοφίτα-τόπο κυνηγιού του σπιτιού… Η ψεύτικη ζωή της οικογένειας καταρρέει δραματικά όταν εισβάλλει ένας ξένος επιβάλλοντας την αποκατάσταση της αλήθειας.
Ο Γκρέγκερς έλειψε για πολλά χρόνια σ’ ένα ερημικό μέρος όπου ανέπτυξε τη φιλοσοφία του για τη ζωή, αυτήν που αποκαλεί «επιταγή του ιδεώδους» και συνοψίζεται στον αγώνα για επίτευξη της αλήθειας με κάθε θυσία. Τον συναντούμε όταν έχει επιστρέψει στην πατρίδα, εμφορούμενο απ’ αυτές τις καινούργιες απόψεις, από έναν ασυγκράτητο ιδεαλισμό.
Επισκέπτεται τον παιδικό του φίλο Γιάλμαρ που ζει βυθισμένος στην απόλυτη αυταπάτη σε ό,τι αφορά τη συνειδητοποίηση της προσωπικότητας και της οικογενειακής του κατάστασης. Για τον ιδεολόγο Γκρέγκερς το σπιτικό του παλιού φίλου αποτελεί το πιο πρόσφορο έδαφος για να τεθεί σε εφαρμογή η «νέα διαθήκη» που ευαγγελίζεται. Η οικογένεια πρέπει να συνειδητοποιήσει το ψέμα στο οποίο ζει, ν’ αντικρίσει την αλήθεια με όποιο κόστος, ακόμη κι αν χρειαστεί να πεθάνει ένας αθώος.
Η μοίρα του Γιάλμαρ έχει κριθεί. Ο Γκρέγκερς, ο γιατρός Ρέλινγκ και ο πάστορας συζητούν πάνω σ’ αυτήν αλλά ο κύβος έχει ριφθεί: «Η αλήθεια πρέπει να αποκαλύπτεται, όποιο κι αν είναι το κόστος, διότι μόνο τότε μπορεί κανείς να γίνει κοινωνός της ιδεώδους ζωής», υποστηρίζει ο Γκρέγκερς όταν ο πνευματικός του αντίπαλος αντιτείνει: «Το ζωτικό ψεύδος είναι η θεραπεία διά πάσαν νόσον»…
Με υπότιτλο της παράστασης «Η διαλεκτική της μετα-αρετής», η αυταπάτη είναι στο επίκεντρο, αυτή η θεραπευτική επινόηση που μας συντηρεί μια ολόκληρη ζωή για να μπορούμε να επιβιώνουμε κι ας είμαστε εκτός πραγματικότητας, κι ας έχει αλλοτριωθεί επικίνδυνα στα μάτια μας η εικόνα του εαυτού, των άλλων, του κόσμου που μας περιβάλλει.
Στη διάρκεια των προβών ένα μεγάλο ψηλό κλουβί στήθηκε στο πλάι της σκηνής για να στεγάσει κότες, λαγούς, περιστέρια, αλλά και μια πάπια που ήρθε από την Ανδρο. Ενα κλουβί με σκοπό να βιντεοσκοπηθεί ώστε να αποτελέσει μέρος του σκηνικού, σε αρκετές σκηνές της παράστασης.
Κατά τον Δημήτρη Τάρλοου το έργο ανήκει σ’ ένα «ύπουλο» μεσαίο είδος, την τραγικωμωδία.
«Ο Ιψεν, ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές κι επαναστάτες του παγκόσμιου θεάτρου, αποκαθηλώνει πρότυπα γράφοντας την “Αγριόπαπια”, μια ποιητική και γεμάτη συμβολισμούς τραγικωμωδία για τα ζωτικά ψεύδη και τις μετα-αρετές μας, που διαδραματίζεται μέσα στο χάσμα δύο οικογενειών. Ενα πολύ ωραίο έργο που στην πλήρη εκδοχή του είχε να παιχτεί πάνω από 20 χρόνια, τελευταία παράσταση ήταν σε σκηνοθεσία Τάσου Μπαντή στο θέατρο Εμπρός.
»Αν και η “Αγριόπαπια” κοιτάζει δύο αιώνες πίσω, είναι το έργο που περισσότερο “βλέπει μπροστά”, αφού περιέχει τους σπόρους για τον Πιραντέλο και τον Ευγένιο Ο’ Νιλ. Θεωρείται κλασικό, αποτελεί το παράδειγμα για τις μετέπειτα τραγικωμωδίες, και εξακολουθεί να παίζει σπουδαίο ρόλο για την κατανόηση του είδους γενικότερα. Το θέμα δεν έχει απλά ενδιαφέρον, θα έλεγα ότι είναι φλέγον σε σχέση με ό,τι σημαίνει ζωτικό ψεύδος, με το τι σημαίνει να ζεις μέσα στα ψέματα για χρόνια.
»Μια στάση που μπορείς να προβάλλεις σε διαφορετικές κλίμακες, στην οικογένεια, στην κοινωνία, στην πολιτική, στην ιδεολογία. Το επίσης σημαντικό στοιχείο είναι το ερώτημα που προκύπτει σχετικά με την αποκάλυψη αυτού του ψεύδους: Πρέπει να αποκαλύπτεται η αλήθεια, πότε και πώς, αν υπολογίσουμε τις συνέπειες που θα έχει;».
• Μια αλήθεια που σκοτώνει την κόρη, ένα 14χρονο κορίτσι, όταν βλέπει ξαφνικά τον κόσμο που ήξερε να καταρρέει.
Ο Ιψεν βάζει τη μικρή Εντβιγκ να αυτοκτονεί όταν χάνει τον πατέρα της, αυτόν που ήξερε ως πατέρα, όταν ό,τι θεωρούσε δεδομένο παύει να είναι. Ενδεχομένως κι επειδή καταλαβαίνει ότι η πράξη της μπορεί να δώσει την κάθαρση σ’ ένα θέμα που δεν έχει λύση. Μ’ έναν τρόπο είναι ένα είδος Ιφιγένειας. Αν υποθέσουμε ότι η Εντβιγκ συμβολοποιεί το ψεύδος, τότε η ίδια δίνοντας τέλος στη ζωή της καταργεί το ψέμα που στοιχειώνει για χρόνια τα μέλη της οικογένειας, τη σύμβαση μέσα στην οποία είχαν όλοι βολευτεί.
Ο Γκρέγκερς δεν εμφανίζεται ως καμποτίνος, ένας διαβολέας ή σαμποτέρ. Το κίνητρό του δεν είναι ταπεινό, η πίστη του στην αναγκαιότητα της αλήθειας οδηγεί τα πράγματα έτσι ώστε να αποκαλυφθούν. Σαφώς έχει τους λόγους του. Μην ξεχνάμε ότι το έργο αυτό γράφτηκε από τον Ιψεν σ’ ένα μεταίχμιο της δημιουργικότητάς του. Κι εδώ αναγνωρίζεις μια διάσταση μεταφυσικού στοιχείου καθώς ο Γκρέγκερς φέρει πάνω στη σκηνή την αίσθηση ότι αποτελεί ένα είδος Ιησού, ο οποίος έρχεται να μεταβάλει μια κατάσταση, να δώσει τέλος σε κάτι που σαπίζει μέσα στο τέλμα.
• Καμιά αμφιβολία δεν βασανίζει τον Γκρέγκερς για τις συνέπειες της αποκάλυψης;
Φυσικά ο θάνατος του κοριτσιού δεν είναι γι’ αυτόν επιθυμητό γεγονός, ωστόσο έπειτα από μια στιγμή αμηχανίας επανέρχεται ακλόνητος στην πεποίθησή του για την ανάγκη της αλήθειας, ακόμη και μ’ αυτό το κόστος. Πιστεύει ότι ο θάνατος του παιδιού θα δώσει άλλο νόημα στη σχέση του ζευγαριού, ότι θα συνεχίσει τη ζωή του με διαφορετικό τρόπο.
Ο γιατρός αμφιβάλλει, όπως και ο καθένας θα δυσπιστούσε σήμερα τηρουμένων των αναλογιών: Η αλήθεια θα αλλάξει τη ζωή ενός ζευγαριού ή μήπως θα το δούμε μετά από καιρό σ’ έναν καναπέ να βλέπει στην τηλεόραση «Survivor»;… Μήπως δηλαδή θα παραμείνει καθηλωμένο σ’ ένα άλλο τέλμα; Αυτό λοιπόν για εμένα παραμένει αναπάντητο. Και πρόκειται για θέμα καθαρά ιδεολογικό. Αν πιστεύει κανείς στο θαύμα, στην πυρηνική αλλαγή, ή η αλλαγή είναι επιφανειακή και επί της ουσίας συνεχίζεις να είσαι αυτό που ήσουν πάντα.
• Εσείς τι λέτε; Είναι λυτρωτικό ή επικίνδυνο να τελειώνει κανείς με τις αυταπάτες, με τα ζωτικά ψεύδη; Η αλήθεια πολλές φορές μπορεί να συντρίψει τους ανθρώπους.
Στο έργο η απάντηση μένει ανοιχτή ώς το τέλος, μπορείς σχεδόν να κάνεις γκάλοπ γύρω από το αν έπρεπε ή όχι να αποκαλυφθεί η αλήθεια σ’ αυτή την οικογένεια. Η ίδια η πράξη της αυτοκτονίας του κοριτσιού μετά την αποκάλυψη συνιστά για μια μεγάλη μερίδα του κοινού το καθοριστικό στοιχείο που θα κρίνει το κατά πόσο η αλήθεια είναι καλύτερη. Αλλά κι αυτό επιδέχεται συζήτηση, καθώς υπάρχουν ψέματα που ενδεχομένως θα έπρεπε να αποκαλυφθούν και άλλα όχι.
Η μικρή Εντβιγκ ως απότοκο του ζωτικού ψεύδους συμβολίζει μ’ έναν τρόπο αυτό τον προβληματισμό. Μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι η αυτοκτονία της είναι μια θυσία στο όνομα της αλήθειας, στην επιβολή του τέλους τής μη πραγματικότητας. Ενας μεγαλύτερος θάνατος δηλαδή μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία πράξη, ώστε να σταματήσει ένα μαρτύριο αλλεπάλληλων μικρών καθημερινών θανάτων.
Υπάρχουν πάρα πολλές εκδοχές -αποδεκτές από μένα- στο έργο, τις οποίες το κοινό θα κληθεί να αξιολογήσει και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Αλλωστε τα καλά έργα θέτουν ερωτήματα χωρίς να δίνουν τις απαντήσεις. Σε ό,τι αφορά την παράσταση, δεν σκοπεύουμε να πάρουμε μια σαφή θέση, το τέλος είναι αινιγματικό. Θα αφήσουμε να δούμε προς τα πού θα κλίνει η ζυγαριά.
Οι πολιτικοί είμαστε εμείς»
• Οι ψευδαισθήσεις μπορούν να κινούν και μια ολόκληρη χώρα μαζικά;
Ολες οι χώρες έχουν τη δική τους μυθολογία, τα δικά τους ψεύδη. Στη δική μας, ναι, διακινούνται ψέματα με τα οποία ο λαός έχει γαλουχηθεί, εκπαιδευτεί, επιβιώσει μαζί τους επί δεκαετίες. Το βλέπεις μέσα στην οικογένεια, στη σχέση του ζευγαριού, στη συνεργασία μας, στην αντίληψη που έχουμε για την αρχαία Ελλάδα, την Ευρώπη, τον Εμφύλιο, για το τι σημαίνει δεξιός κι αριστερός.
Η «Αγριόπαπια» υπάρχει σε μια χώρα όπου η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων της τρέφεται από τα ζωτικά της ψεύδη, ιδεολογικά και ιστορικά, σε μια χώρα που κανείς δεν θέλει να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, σ’ έναν τόπο που έχει εξορίσει ό,τι αληθινό και ουσιώδες, που έχει μετατρέψει τη φύση σε τσιμέντο.
Σε μια χώρα παθιασμένων αγωνιστών με φουσκωμένες τσέπες, εκείνων που εξαιτίας των δικών τους τραυμάτων, συμπλεγμάτων και ανεπαρκειών δεν διστάζουν να καταστρέψουν τα πάντα γύρω τους, σ’ έναν τόπο αυταπάτης, ντρόγκας και ακραίου συμφέροντος. Σε μια χώρα με θύματα παιδιά και εφήβους που σαν τις κυνηγημένες από τις άθλιες καραμπίνες αγριόπαπιες χώνουν το κεφάλι μέσα στη λάσπη του βυθού και μένουν για πάντα εκεί, ακίνητα και σιωπηλά.
• Γιατί επιλέγουμε το ψέμα, γιατί δεν ομολογούμε την αλήθεια ακόμα κι αν αυτή απαιτεί απώλειες;
Το ερώτημα είναι σύνθετο και πιστεύω ότι αφορά κυρίως την παιδεία μας. Η βούληση, ο τρόπος για να κοιτάξεις βαθιά μέσα σου, να αναζητήσεις την αλήθεια και να την ομολογήσεις είναι εργασία που προϋποθέτει και το κατάλληλο υπόβαθρο. Μόνο τότε μπορείς να αποδεχτείς λάθη, ελλείψεις, παραλείψεις, συμπλέγματα, προβληματικές σχέσεις με τους οικείους, τους φίλους, τους εργαζόμενους.
Οταν αυτό το στοιχείο απουσιάζει, τότε ορθώνεται ένας τοίχος που σε εμποδίζει να αποδεχτείς το κάθε τι. Η Ελλάδα πάσχει σοβαρά στο θέμα της παιδείας, βλέπουμε άλλωστε πόσο ευεπίφορο είναι το έδαφος στον λαϊκισμό, στο χοντρό πια ψέμα. Κι έτσι οι άνθρωποι πείθονται και πορεύονται μέσα στην απάτη που όμως αφορά την ποιότητα της ίδιας τους της ζωής.
• Δεν είναι και θέμα πολιτικής;
Ναι, αλλά οι πολιτικοί δεν είναι τίποτα άλλο από εκπρόσωποι του λαού, ο οποίος τους ψηφίζει αναθέτοντάς τους το έργο της διοίκησης. Εμείς οι ίδιοι είμαστε οι πολιτικοί, εμείς τους εκλέγουμε, άνθρωποι σαν κι εμάς είναι από διάφορες τάξεις, ηλικίες, επαγγελματικές ομάδες. Επειδή δηλαδή δεν είναι εργάτες; Κατά λάθος δεν είναι, θα μπορούσε να είναι και εργάτες. Θέλω να πω ότι οι πολιτικοί είμαστε εμείς.
Κι αυτή η κριτική που τους ασκούμε είναι επίσης ψεύτικη. Λες και πρόκειται για κάποιους ξένους, φερτούς από κάπου αλλού… Δεν είναι αυτό ένα ζωτικό ψεύδος; Ολοι ξέρουμε ότι η πολιτική εξουσία μπορεί να διαχειρίζεται τον λαό με τον τρόπο που θέλει -όπως η Εκκλησία το ποίμνιο- όταν δεν υπάρχει παιδεία, όταν οι κοινότητες δεν συνδέονται μεταξύ τους με ισχυρούς δεσμούς.
Περιοδεία με τη «Μεγάλη Χίμαιρα»
• Μετά από τόσες παραστάσεις ολοκληρώθηκε η καριέρα της «Χίμαιρας»;
«Η Μεγάλη Χίμαιρα» ολοκλήρωσε τις παραστάσεις στην Αθήνα και ετοιμάζεται για περιοδεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Επειδή το σκηνικό ήταν βαρύ, με πολλά μηχανικά μέρη που δεν επέτρεπαν να ταξιδέψει, κατασκευάστηκε καινούργιο, πιο ελαφρύ και λειτουργικό –καταργήθηκε το ψηλό επάνω μέρος– ώστε να επιτρέπει τις μετακινήσεις. Είμαι ευχαριστημένος από την πορεία του θεάτρου.
Η πίεση είναι μεγάλη όταν έχεις να διαχειριστείς τόσα πολλά πράγματα. Είναι κουραστικό και απαιτητικό. Ομως υπάρχει μια ομάδα τεχνικών, διοικητικών, θεατρολόγων που στηρίζουν το θέατρο με εξαιρετικό τρόπο. Και φυσικά έχουμε θαυμάσιους συνεργάτες, ηθοποιούς που τιμούν το θέατρο με την παρουσία τους όπως τους τιμά κι αυτό. Παρόλο που εμπλουτίζουμε τη συνεργασία μας με νέους ηθοποιούς, κρατάμε μια σταθερή σχέση με παλαιότερους, συντηρείται δηλαδή ένας πυρήνας ανθρώπων.
• Εχετε περιοριστεί αποκλειστικά στον ρόλο του σκηνοθέτη;
Τα τελευταία έξι χρόνια κυρίως σκηνοθετώ, δεν παίζω. Πέρσι έγινε μια εξαίρεση γιατί μου πρότεινε ο Γιάννης Χουβαρδάς να παίξω στο έργο του Λαμπίς. Βρήκα ενδιαφέρουσα την ιδέα, τη σύνθεση του θιάσου και το βλέμμα του συγκεκριμένου σκηνοθέτη πάνω στο έργο, μιας και δεν είχε ασχοληθεί στο παρελθόν μ’ αυτό το ρεπερτόριο. Ομολογώ ότι κουράστηκα πολύ, δεν έχω τις αντοχές. Ναι, προτιμώ να μην παίζω, φυσικά δεν παύω να είμαι ηθοποιός, πάντα θα έχω τη ματιά του στην επιλογή και το ανέβασμα των έργων.
INFO: Θέατρο Πορεία (Τρικόρφων 3-5 και 3ης Σεπτεμβρίου 69, πλ. Βικτωρίας, Τηλ.: 210 8210991). «Η αγριόπαπια» του Ερρίκου Ιψεν. Μετάφραση – Δραματουργία – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου. Συνεργάτις δραματουργός: Ερι Κύργια. Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Μουσική: Nalyssa Green. Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου. Σκηνοθεσία κινηματογραφικού μέρους: Χρήστος Δήμας. Κινησιολογία: Κορίνα Κόκκαλη. Παίζουν: Θέμης Πάνου, Γιάννος Περλέγκας, Γιώργος Μπινιάρης, Γιάννης Κότσιφας, Λένα Δροσάκη, Σίσσυ Τουμάση, Αννα Μάσχα, Αντίνοος Αλμπάνης, Γιάννης Καπελέρης, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Στέργιος Κοντακιώτης, Νίκος Πυροκάκος, Ανδρέας Νάτσιος, Γιάννης Γούνας, Ζύλο Τσαούσι.
