Σκόρπιες λέξεις και σκέψεις ενός μυαλού σμπαράλια, φράσεις σαν μαχαιριές, εικόνες και ήχοι που επιχειρούν να περιγράψουν ένα παραλήρημα, φωτισμοί και εικαστικό σύμπαν γνώριμο, χειροκρότημα ηχηρό που «απαιτούσε» ξανά και ξανά τους δημιουργούς στη σκηνή.
Πώς γίνεται όλα να έμοιαζαν τέλεια χθες στην παράσταση «Γράμμα σ’ έναν άντρα» των Ρόμπερτ Γουίλσον και Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ αλλά στο τέλος ελάχιστοι να παραδέχονταν ότι τους άρεσε η πιο πολυαναμενόμενη άφιξη του Φεστιβάλ Αθηνών;
Οι δύο σπουδαίοι καλλιτέχνες βούτηξαν στα ημερολόγια του Βάτσλαβ Νιζίνσκι προσπαθώντας να μεταφέρουν στη σκηνή ψήγματα από μια ζωή που ούτε ο ίδιος ο Ρώσος χορευτής κατάφερε να αντέξει στους ώμους του.
Σε ένα περιβάλλον άρτιο εικαστικά, από αυτά που ο μάγος Γουίλσον παίζει στα δάκτυλα, ο Μπαρίσνικοφ αφηγήθηκε (το κείμενο ακουγόταν στα αγγλικά, ρωσικά κι ενίοτε στα γαλλικά) το αξεπέραστο σεξουαλικό απωθημένο του για τον ιμπρεσάριο Ντιαγκίλεφ (τον άνθρωπο που παραδέχεται πως τα ήξερε και του τα έμαθε όλα), τις ασυδοσίες με τις πόρνες στο Παρίσι, τους φόβους και την ιδιαίτερη σχέση του με τον Θεό («Θα ζήσω ώσπου εκείνος να με σταματήσει», «Θα θρηνώ αλλά θα κάνω ό,τι με προστάζει»), τον τρόμο του για τον εγκλεισμό αλλά και την «οικειότητα» με τη σχιζοφρένεια («Αγαπώ τους τρελούς γιατί ξέρω πώς να τους μιλήσω»), τη σπαρακτική ανάγκη του για λύτρωση που συχνά ήταν συνώνυμη της φυγής.
«Ξέρω από πόλεμο, γιατί ήμουν σε πόλεμο με την πεθερά μου» ήταν η φράση με την οποία ξεκίνησε το «Γράμμα σ’ έναν άντρα».
Σχεδόν μιάμιση ώρα μετά στο μυαλό μας στροβίλιζε η φράση «Δεν είμαι Θεός, είμαι ο Νιζίνσκι» κι ο Μπαρίσνικοφ καλούσε τον Μπομπ Γουίλσον στη σκηνή να μοιραστούν την αποθέωση του ελληνικού κοινού, που όρθιο τους καταχειροκροτούσε.
Στο κάτω κάτω μπορεί για τον Νιζίνσκι να μη μας έπεισαν, αλλά ο Μπαρίσνικοφ θα είναι πάντα ο δικός μας Θεός.
