Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ζερόμ Σαλ, ο Γάλλος σεναριογράφος και σκηνοθέτης που στην καριέρα του έχει διανύσει την απόσταση από το σενάριο του «Tourist» με τον Τζόνι Ντεπ και την Αντζελίνα Τζολί ώς το αστυνομικό «Το ακρωτήρι της βίας» με τον Ορλάντο Μπλουμ, χρειάστηκε να βουτήξει στα βαθιά για ν’ αποδείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί έναν μύθο, μια πραγματική ιστορία, ένα γύρισμα-πρόκληση και, τελικά, μια συγκινητική και θεαματική ταινία.

Χρειάστηκε να κάνει την «Οδύσσεια», που βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες στις 8 Δεκεμβρίου, τη δική του απόδοση της βιογραφίας του Ζακ-Ιβ Κουστό και της γεμάτης συγκρούσεις οικογένειάς του.

Η ταινία ξεκινά το 1948, μετά τον πόλεμο, μετά την παρασημοφόρηση του νεαρού Ζακ Κουστό, όταν ο ίδιος, η γυναίκα του, Σιμόν, και τα δυο τους αγόρια ζουν στον δικό τους παράδεισο, σ’ ένα ειδυλλιακό σπίτι στην ακτή της Μεσογείου.

Ωστόσο, ο Κουστό ακούει μόνο το κάλεσμα της περιπέτειας και της φιλοδοξίας του. Χάρη στον αναπνευστήρα με μπουκάλες που ο ίδιος επινόησε, μπορεί να βουτά στον βυθό της θάλασσας κι εκεί ανακαλύπτει έναν ολόκληρο νέο κόσμο που αποφασίζει να εξερευνήσει και να κατακτήσει. Με κόστος την οικογενειακή του ισορροπία, τον γάμο του και, κυρίως, τη δυσλειτουργική σχέση με τους γιους του, μια σχέση θαυμασμού, οργής, ανταγωνισμού και ενστικτώδους αποδοχής.

«Η μορφή του Ζακ Κουστό μού φέρνει στον νου τα παιδικά μου χρόνια», εξηγεί ο σκηνοθέτης Ζερόμ Σαλ. «Συνειδητοποίησα κάποια στιγμή ότι οι σημερινοί 20χρονοι, ακόμα και 30χρονοι, δεν ξέρουν ποιος ήταν ο Κουστό, δεν ξέρουν το σκάφος του, την “Καλυψώ”, τα κόκκινα σκουφάκια της ομάδας του.

Κι έτσι άρχισα να κάνω μια έρευνα γύρω από αυτόν και κατάλαβα ότι, επειδή είχε τόσο απόλυτο έλεγχο της εικόνας του, δεν αποκάλυπτε ποτέ τίποτε προσωπικό».

Κι έτσι ο Σαλ ανέλαβε την πρόκληση να μεταφέρει την ιστορία του Ζακ Κουστό στο σινεμά, αξιοποιώντας ένα υπέροχο καστ, την Οντρέ Τοτού ως Σιμόν (η ηθοποιός, είναι η ίδια πραγματική θαλασσοπόρος), τον Πιερ Νινέ στον ρόλο του Φιλίπ, του πιο ανήσυχου γιου τους που σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα, και τον Λαμπέρ Γουιλσόν που αγκάλιασε τον ρόλο του Κουστό, παίρνοντας και δίπλωμα καταδύσεων και αναλαμβάνοντας ο ίδιος τα άφθονα υποβρύχια γυρίσματα.

«Συνάντησα όλους τους συγγενείς, φίλους και συνεργάτες του Κουστό», εξηγεί ο Ζερόμ Σαλ. «Ο Ζαν-Μισέλ Κουστό, ο δεύτερος γιος, ζει ακόμη, το ίδιο και τα παιδιά του Φιλίπ. Τους γνώρισα και τους εξήγησα ότι δεν πρόκειται να κάνω ντοκιμαντέρ κι ότι δεν θα έπρεπε να περιμένουν μια αγιογραφία».

Ο Ζακ Κουστό ήταν ένας άνθρωπος που προκάλεσε όλων των ειδών τις αντιδράσεις, έκανε φίλους κι εχθρούς, τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στη δουλειά του.

Η κατηγορία που ανέκαθεν τον βάρυνε ήταν ότι δεν έδειξε, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της καριέρας του, τον απαραίτητο σεβασμό στη φύση. «Ο Κουστό συνοψίζει τέλεια τον εικοστό αιώνα, ως προς τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον», εξηγεί ο Σαλ.

«Τη δεκαετία του ’40 ψάρευε υποβρυχίως χωρίς ενδοιασμούς, τη δεκαετία του ’50 συνεργαζόταν με εταιρείες πετρελαίου για να τους εντοπίζει σημεία του βυθού κατάλληλα για γεώτρηση. Ομως πρέπει κανείς αυτά να τα τοποθετεί στο ιστορικό τους πλαίσιο.

Εκείνη την εποχή, ο άνθρωπος θεωρούνταν παντοδύναμος και η φύση κάτι που ο ίδιος είχε δαμάσει και μπορούσε να χρησιμοποιεί αλόγιστα.

Κανείς δεν πίστευε ότι ο πλανήτης θα κινδυνεύσει. Αργότερα όμως, ο Κουστό ήταν ένας από τους πρώτους που συνειδητοποίησαν αυτό το λάθος. Κι έτσι έγινε ένας από τους πρώτους οικολόγους, χωρίς όμως ποτέ να ανακαλέσει τα λάθη του.

Για παράδειγμα, πολλοί του ζήτησαν να ξαναμοντάρει τον “Κόσμο της σιωπής” για ν’ αφαιρέσει τις σοκαριστικές σκηνές με τη σφαγή των καρχαριών. Αλλά αρνήθηκε, γιατί πίστευε ότι η ταινία έπρεπε να αποτελεί τεκμήριο του λάθους των ανθρώπων – συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου».

Η ταινία οδήγησε τον Ζερόμ Σαλ και το συνεργείο του, όπως και τον Ζακ Κουστό και το δικό του, και στην Ανταρκτική για το τελευταίο τους γύρισμα. Εκεί ο Σαλ πήγε με μόνο 12 συνεργάτες κι έναν γιατρό κι αντιμετώπισε τις πιο αντίξοες συνθήκες.

«Αυτό το κομμάτι του κόσμου είναι τόσο θεϊκά όμορφο, που μας ανάγκασε να επιστρέψουμε στις βασικές αρχές της ζωής, μ’ έναν τρόπο που δεν επέτρεπε παράπονα», εξηγεί ο Σαλ.

«Ηθελα απαραιτήτως να πάμε στην Ανταρκτική για γύρισμα, πρώτα για λόγους καλλιτεχνικούς, γιατί το τοπίο αυτό δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο, αλλά και για λόγους συμβολικούς.

»Ηταν η τελευταία μάχη του Κουστό και χάρη σ’ αυτήν κατάφερε, το 1998, να πείσει τους παγκόσμιους ηγέτες να υπογράψουν ένα μορατόριο που ανέστειλε τη βιομηχανική εκμετάλλευση των πόρων της περιοχής, ώς το 2048. Σ’ αυτή τη συνθήκη ζούμε σήμερα».

Η «Οδύσσεια» βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες

στις 8 Δεκεμβρίου, από τη Rosebud.21 και τη Seven Films.