Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η γερμανική κωμωδία «Toni Erdmann» της Μάρεν Αντε παρακολουθεί τη δυσλειτουργική σχέση ενός επιπόλαιου πατέρα και της κόρης του, η οποία προσπαθεί να ανέλθει επαγγελματικά σε ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Ταινία, που θα χαρακτηρίσει τη χρονιά και κάνει το ευρωπαϊκό σινεμά ελκυστικό και φρέσκο. Στις αίθουσες και ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, «Doctor Strange», σκοτεινός ήρωας της Marvel

Toni Erdmann   ★★★½☆☆

(Γερμανία, Αυστρία, 2016, 162’)

  • σκηνοθεσία: Μάρεν Αντε
  • ηθοποιοί: Σάντρα Χίλερ, Πέτερ Σιμόνισεκ

Ερχεται στις ελληνικές αίθουσες (μετά την προβολή της στις «Νύχτες Πρεμιέρας») η ταινία που έκανε, δικαίως, το φετινό Φεστιβάλ Κανών να υποκλιθεί βαθιά στο -σεναριακό, κυρίως- ταλέντο της Γερμανίδας Μάρεν Αντε, σκηνοθέτριας ήδη δύο ταινιών που προσέλκυσαν μερίδα φανατικού κοινού («The Forest of the Trees» και «Everyone Else») και παραγωγού του επικού «Αραβικές Νύχτες» του Μιγκέλ Γκόμες.

Παρότι, προς γενική οργή, η ταινία δεν πήρε κανένα βραβείο στις Κάνες, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα από τα φιλμ που θα χαρακτηρίσουν τη χρονιά και κάνουν το ευρωπαϊκό σινεμά να μοιάζει αληθινά ελκυστικό και φρέσκο.

Η ταινία παρακολουθεί τη δυσλειτουργική σχέση της Ινές με τον μπαμπά της, τον Γουίνφρεντ. Η Ινές δουλεύει σε μια μεγάλη γερμανική εταιρεία στη Ρουμανία προσπαθώντας ν’ ανέλθει στην επαγγελματική σκάλα σ’ έναν κόσμο κατοικούμενο από τραχείς άντρες.

Οσο εκείνη είναι συστηματική, συγκροτημένη, φιλόδοξη και τυπική, τόσο ο πατέρας της είναι ελαφρόκαρδος και πλακατζής, εκνευρίζοντάς την όλο και περισσότερο με την κάθε του παιδική φάρσα ή επιπόλαιη συμπεριφορά.

Η ταινία, γερμανική κωμωδία για να είμαστε ακριβείς, είναι μια διακριτική, σοφά ζυγισμένη ψυχογραφία. Μέσα της βρίσκεται η απεικόνιση της μετέωρης θέσης της Δυτικοευρωπαίας γυναίκας στον επιχειρηματικό κόσμο, η υπεροψία των «δυνατών» κρατών απέναντι στα Βαλκάνια, αλλά κυρίως η αμήχανη αναζήτηση μιας κόρης κι ενός μπαμπά για έναν κοινό τόπο κατανόησης και γενναιόδωρης αγάπης.

Η αισθητική της ταινίας είναι υποτυπώδης, ακόμα και πρόχειρη κατά στιγμές, αλλά το πρωτότυπο και γεμάτο οξυδέρκεια και ευαισθησία σενάριο αποζημιώνει και με το παραπάνω. Ακόμα περισσότερο, οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, της μεγαλειώδους Σάντρα Χίλερ και του σαρωτικού Αυστριακού Πέτερ Σιμόνισεκ. Στη μεγάλη της διάρκεια η ταινία χρονοτριβεί και κουράζει στο δεύτερο μέρος, πράγμα που εύκολα ξεχνιέται όταν απογειώνεται ξανά στο φινάλε.

Με τα παραπατήματα της φιλοδοξίας και του ενθουσιασμού της, το «Toni Erdmann» ωστόσο είναι η ταινία που θα κάνει τον κάθε θεατή να γελάσει δυνατά, να κλάψει σιωπηλά, να τραγουδήσει στην αίθουσα το «The Greatest Love of All» της Γουίτνι Χιούστον, να βγει με βουρκωμένα μάτια και μια επιθυμία ν’ αγκαλιάσει κάθε περαστικό, χάρη σ’ ένα θαυμάσια ισορροπημένο συνδυασμό χιούμορ και μελαγχολίας, ωριμότητας και παραλόγου.

Doctor Strange   ★★★☆☆

(ΗΠΑ, 2016, 115’)

  • σκηνοθεσία: Σκοτ Ντέρικσον
  • ηθοποιοί: Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Τίλντα Σουίντον, Ρέιτσελ ΜακΑνταμς, Μαντς Μίκελσεν, Τσιγουετέλ Ετζιόφορ

Ο Σκοτ Ντέρικσον, σκηνοθέτης ταινιών τρόμου σαν τον «Εξορκισμό της Εμιλι Ρόουζ» και το «Sinister», αναλαμβάνει να δώσει κινηματογραφική διάσταση σ’ έναν από τους πιο παράξενους και σκοτεινούς ήρωες της Marvel. Και το κάνει με τρόπο διασκεδαστικό και εντυπωσιακό, παρότι στους ενήλικες θεατές δεν θα κόψει την ανάσα.

Ο Doctor Strange είναι ο παγκόσμιας φήμης νευροχειρουργός-Θεός, που χάνει το νόημα της ζωής όταν τα χέρια του τραυματίζονται σε δυστύχημα. Αναζητώντας εναλλακτικές θεραπείες θα συναντήσει το Καμάρ-Ταζ, ένα «ησυχαστήριο» όπου η Αρχαία διδάσκει τρόπους αξιοποίησης των «άλλων» συμπάντων και αντιμετώπισης των σκοτεινών δυνάμεων που βρίσκονται εκεί.

Τα εφέ της ταινίας είναι ευφάνταστα και εντυπωσιακά, παρότι τα αναδιπλούμενα κτίρια και οι αλλαγές προοπτικής θα παραπέμπουν πια για πάντα στο «Inception» του Κρίστοφερ Νόλαν. Τα διαλείμματα έξυπνου χιούμορ και οι ποπ αναφορές διατηρούν το ύφος φρέσκο και μάχιμο.

Η επιλογή των ηθοποιών είναι μαγική: η Τίλντα Σουίντον μοιάζει ούτως ή άλλως φτιαγμένη για αλλόκοσμη γκουρού, ο Μαντς Μίκελσεν είναι ιδιαίτερα σέξι με μαύρο-μπορντό περλέ μακιγιάζ στα μάτια, ο Τσιγουετέλ Ετζιόφορ και η Ρέιτσελ ΜακΑνταμς μένουν ελαφρώς ανεκμετάλλευτοι, αλλά ελπίζουμε στα σίκουελ.

Κυρίως ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς φέρνει τον ιδιότυπο μαγνητισμό του και σ’ αυτό το κομιξικό σύμπαν, συνδυάζοντας τη γοητεία με την αδεξιότητα, το εκτόπισμα με το αγορίστικο χιούμορ, τη δύναμη με τον νου.

Στο δικό του ύφος και στις ατάκες του επικεντρώνεται και το πιο «ενήλικο» κομμάτι της ταινίας, που κατά τα άλλα, ειδικά στο δεύτερο μέρος της, απευθύνεται περισσότερο σε κοινό της εφηβείας. Οι fans θα κερδίσουν αν μείνουν να δουν τις δύο επιπλέον σκηνές που κρύβονται στους τίτλους τέλους.

Η μεγάλη αναμονή    ★★☆☆☆

(L’ Attesa, Ισπανία, Γαλλία, 2015, 110’)

  • σκηνοθεσία: Πιέρο Μεσίνα
  • ηθοποιοί: Ζιλιέτ Μπινός, Λου ντε Λαάζ, Τζόρτζιο Κολάντζελι, Ντομένικο Ντιέλε

Με αφορμή το θεατρικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλο, «Η ζωή που σου έχω δώσει», ο Πιέρο Μεσίνα μεταφέρει μια ιστορία για το αβάσταχτο βάρος της απώλειας στο σινεμά. Από τις πρώτες σκηνές της ταινίας γίνεται εμφανές ότι ο πρωτοεμφανιζόμενος Ιταλός σκηνοθέτης, που επιλέχθηκε από το Διαγωνιστικό του περσινού Φεστιβάλ Βενετίας, έχει μαθητεύσει ως βοηθός του Πάολο Σορεντίνο, όπως κι ότι το φιλμ έχει τους ίδιους παραγωγούς με την «Τέλεια ομορφιά» και τη «Νιότη», μόνο που η πληθωρική, μπαρόκ, εστέτ εικόνα του δεν κρύβει ανάλογο κυνισμό και φιλοσοφική αποτίμηση στον βυθό της.

Η Ζιλιέτ Μπινός υποδύεται την Ανα που, έχοντας μόλις κηδεύσει ένα δικό της πρόσωπο, περνά μέρες και νύχτες κλεισμένη στην πανέμορφη έπαυλή της στη Σικελία, με μοναδικό συμπαραστάτη τον οικονόμο της. Στον βαρύ της πόνο θα έρθει εμβόλιμη η απρόσμενη επίσκεψη της Ζαν, της κοπέλας του Τζάκομο, του γιου τής Ανα. Ο Τζάκομο δεν έχει φτάσει στο σπίτι «ακόμη» και οι δύο γυναίκες, προσπαθώντας να γνωρίσουν η μία την άλλη, θα τον περιμένουν, από τη Μεγάλη Παρασκευή ώς την Κυριακή του Πάσχα, προσδοκώντας… ανάσταση νεκρών.

Η Ζιλιέτ Μπινός αρκεί, με την εκφραστικότητα και το εκτόπισμά της, για να γεμίσει κάθε μοναχικό, αργόσυρτο πλάνο. Η αναγεννησιακή ομορφιά τής Λου ντε Λαάζ φρεσκάρει, γεμάτη υποσχέσεις ζωής, τον πνιγηρό αέρα της ταινίας.

Η άγρια, συναρπαστική φύση της Σικελίας δείχνει μαγευτική, έστω και φωτογραφημένη σαν spread από περιοδικό του ’90. Ομως αυτή η διατριβή πάνω στην ανθρώπινη σχέση με τον θάνατο, τη μνήμη, την απώλεια δίνει τόση σημασία στη φόρμα, βαραίνει κάθε σκηνή της με τόσο κινηματογραφικό ναρκισσισμό, που ξεχνά την απλή αλήθεια της.

Αγνωστοι    ★★☆☆☆

(Complete Unknown, ΗΠΑ, 2016, 91’)

  • σκηνοθεσία: Τζόσουα Μάρστον
  • ηθοποιοί: Ρέιτσελ Βάις, Μάικλ Σάνον, Κάθι Μπέιτς, Ντάνι Γκλόβερ

Ο Τομ είναι ένας πετυχημένος, μονοδιάστατος τεχνοκράτης, η γυναίκα του, η Ραμίνα, είναι πιο ατμοσφαιρική, γιατί φυσικά είναι Ιρανή και φτιάχνει κοσμήματα. Τη στιγμή που η σχέση των δύο μοιάζει να ραγίζει, εμφανίζεται η Αλις: ο Τομ πιστεύει ότι τη γνωρίζει από παλιά, εκείνη φέρεται σαν να τον βλέπει για πρώτη φορά. Ποιος είναι ο κρυφός κρίκος που συνδέει αυτούς τους δυο «αγνώστους»;

Ο σκηνοθέτης τού «Maria Full of Grace», με φωτογράφο τον Χρήστο Βουδούρη (του «Πριν τα Μεσάνυχτα» και των «Αλπεων», μεταξύ άλλων), στήνει ένα βαρύ, ατμοσφαιρικό θρίλερ που κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό του, για να καταλήξει σε μια σεναριακή διαδρομή πολύ πιο απλοϊκή απ’ ό,τι φαντάζεται κανείς στην αρχή, αφήνοντας τους πάντα υπέροχους Μάικλ Σάνον και Ρέιτσελ Βάις να υποδύονται με πλούτο δύο ήρωες που δεν στέκονται αντάξιοί τους.

Ολγα

(Olga, Βραζιλία, 2004, 141’)

  • σκηνοθεσία: Χάιμε Μονχαρντίμ
  • ηθοποιοί: Καμίλα Μοργάδο, Ρενάτα Χεσιόν, Κάκο Κιόκλερ, Οσμάρ Πράδο

Βραζιλιάνικο έπος του 2004, γεμάτο ίντριγκα, πολιτική, κατασκοπία, έρωτα, προδοσία και θάνατο, βασισμένο στην πραγματική ιστορία της Ολγκα Μπενάριο Γκούτμαν Πρέστες, μιας γυναίκας-σύμβολο, που μετά την ηρωική πορεία της στο κομμουνιστικό κόμμα, έπεσε θύμα του βραζιλιανικού φασισμού και των ναζί.