ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Ο βραβευμένος παραγωγός και σεναριογράφος του Ανγκ Λι θεωρεί προνόμιο και πρόκληση το σκηνοθετικό του ντεμπούτο να βασίζεται στο εξαιρετικό μυθιστόρημα του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα. Μόλις σε 24 μέρες γύρισε μια δική του εκδοχή της ιστορίας δίνοντας έμφαση στην ατμόσφαιρα της εποχής και αν κρίνουμε από τις καλές κριτικές που πήρε παντού, η ταινία κέρδισε το στοίχημα
Ειδικά την τελευταία δεκαετία, έχουν γίνει αρκετές απόπειρες να μεταφερθούν μυθιστορήματα του Αμερικανού συγγραφέα Φίλιπ Ροθ στον κινηματογράφο.
Ταινίες όπως τo «Aνθρώπινο στίγμα» του Ρόμπερτ Μπέντον (2003) με τον Χόπκινς και την Κίντμαν και η «Ελεγεία ενός έρωτα» της Ιζαμπέλ Κοϊξέ με τον Κίνγκσλεϊ και την Πενέλοπε Κρουζ, που ήταν βασισμένη στο «Ζώο που ξεψυχά», μετέτρεψαν το στρυφνό και πολύπλοκο ύφος του μεγάλου λογοτέχνη σε ευκολοχώνευτες ηθογραφίες. Ενώ η ταινία του Μπάρι Λέβινσον «Η ταπείνωση» (2014) με τον Αλ Πατσίνο δεν κατάφερε, όσο κι αν το ‘θελε, να αδράξει το ατίθασο πνεύμα του ομώνυμου μυθιστορήματος.
Τα φετινά σκηνοθετικά ντεμπούτα του Τζέιμς Σέιμους με την «Αγανάκτηση» και του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ με το «Αμερικάνικο Ειδύλλιο», και οι δυο ταινίες βασισμένες σε πολυαγαπημένα έργα του Φίλιπ Ροθ, ίσως έχουν να προσφέρουν μια πιο λεπτή προσέγγιση στο θέμα.
Ηδη ο πρώτος, με την «Αγανάκτηση», που πήρε καλές κριτικές παντού, έχει κερδίσει το στοίχημα. Σειρά τώρα έχει ο Σκοτσέζος σταρ, που άλλωστε αποφάσισε να αναμετρηθεί με το -για πολλούς- καλύτερο και πιο εμβληματικό για τη σύγχρονη αμερικάνικη ιστορία μυθιστόρημα του συγγραφέα.
Μιλήσαμε με τον Τζέιμς Σέιμους. Δεν θα περνούσε από τον νου του πόσο σπάνια, και γι’ αυτό πολύτιμη, είναι η παρουσία του στο Χόλιγουντ. Γιατί αν το Χόλιγουντ σνομπάρει τους «ακαδημαϊκούς» (ο Σέιμους διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια), αυτός εξαιρείται. Ως παραγωγός, αλλά και ενίοτε σεναριογράφος σημαντικών έργων, και σχεδόν εξ ολοκλήρου των ταινιών του Ανγκ Λι, χαίρει μεγάλης εκτίμησης στον χώρο από τη δεκαετία του ‘90.
Απόγειο της καριέρας του οι υποψηφιότητες Οσκαρ για την παραγωγή και συγγραφή του «Τίγρης και Δράκος» (2000) και το Οσκαρ καλύτερης ταινίας για το «Μυστικό του Brokeback Mountain» (2005). Τώρα, μετά από πολλά χρόνια υπηρεσίας σε άλλων τα οράματα, τόλμησε να διεισδύσει στα άδυτα της δικής του δημιουργικότητας. Δεν μας κάνει εντύπωση, λοιπόν, που διάλεξε για παρέα τον Φίλιπ Ροθ.
• Νιώθατε αυτοπεποίθηση στο πρώτο σας σκηνοθετικό εγχείρημα;
Πρέπει να σας πω ότι δεν υπήρξε ούτε μια μέρα στο γύρισμα που δεν είχα συνείδηση του προνομίου που μου δόθηκε στην ύστερη μέση ηλικία, της ευκαιρίας να καταπιαστώ με κάτι καινούργιο, μια αληθινή πρόκληση.
Είχα λοιπόν μια μόνιμη αίσθηση ευγνωμοσύνης πάνω απ’ όλα. Οσο για το ίδιο το εγχείρημα, η δυσκολία ήταν διπλή. Από τη μια είχα να αντιμετωπίσω τη μη κολακευτική θέση του παραγωγού, που περνάει κρίση μέσης ηλικίας και ξαφνικά αρχίζει να σκηνοθετεί, απ’ την άλλη δεν αισθανόμουν έτοιμος γιατί η σκηνοθετική ικανότητα αναπτύσσεται στην πράξη.
• Ποια προβλήματα σας απασχόλησαν ιδιαίτερα;
Ειδικότερα με απασχόλησαν δύο πράγματα: Το ένα ήταν η καθοδήγηση των ηθοποιών. Αυτό που έχω μάθει από άλλους σκηνοθέτες σαν τον Ανγκ (Λι), τους Κοέν ή τον Γκας Βαν Σαντ είναι ότι όλοι έχουν τον δικό τους τρόπο. Δεν θα μπορούσα να τους μιμηθώ.
Επρεπε λοιπόν να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τους ηθοποιούς και το συνεργείο μου. Το άλλο μου πρόβλημα ήταν το πού βάζουμε την κάμερα. Ανακάλυψα ότι μπορείς να τη βάλεις οπουδήποτε. Προσπάθησα απελπισμένα να μην καταλήξω σε μια συμβατική φωτογράφιση των σκηνών, όπως ίσως προσέξατε. Ηθελα το βάρος της εικόνας να αντικατοπτρίζει το βάρος της περιόδου και της μοίρας των χαρακτήρων.
Εδωσα λοιπόν πολλή προσοχή εκεί. Ξόδεψα πολλές ώρες κάνοντας λίστες πλάνων, ώστε να είμαι καλά προετοιμασμένος για το συνεργείο μου. Είχαμε μόνο 24 ημέρες γυρίσματος και δεν ήθελα να τους πεθάνω στη δουλειά. Αυτό το έχω μάθει από τον Γκας Βαν Σαντ και τους Κοέν: μπορείς να κάνεις μια καλή ταινία χωρίς να είσαι βάναυσος.
• Η διασκευή από μυθιστόρημα του Ροθ δεν είναι κάτι απλό. Μιλήστε μας για τη δική σας διαδικασία ερμηνείας του προϋπάρχοντος υλικού.
Υπήρχε πολύς διάλογος στο βιβλίο που απλά μετέφερα στο σενάριο. Οι σκηνές που χρειάστηκε να γράψω από την αρχή ήταν πιο εύκολες γιατί υπήρχε αυτό το υπόστρωμα διαλόγου… Λένε πως είναι πολύ δύσκολο να διασκευάσεις Ροθ για το σινεμά και ξέρω γιατί.
Αυτό που τον κάνει σπουδαίο συγγραφέα είναι η τρελά ειλικρινής, αμείλικτη αλλά και συμπονετική φωνή του. Στο σινεμά όμως δεν έχουμε φωνή. Προσλαμβάνουμε ανθρώπους για τα κοστούμια, για το μακιγιάζ, για να πουν τα λόγια ενός ρόλου. Αλλά δεν υπάρχει φωνή.
Προσπαθούμε να προσεγγίσουμε τη φωνή του συγγραφέα δημιουργώντας ένα στιλ και κάποια άλλα ατμοσφαιρικά στοιχεία, αλλά δεν υπάρχει υποκατάστατο για ένα από τα μεγαλύτερα γλωσσικά χαρίσματα στα αγγλικά όλων των εποχών, ίσως πάνω στην κορυφή μαζί με τον Μαρκ Τουέιν. Ηταν, λοιπόν, λιγάκι ανατριχιαστικό και φοβερό.
• Ζητήσατε τη γνώμη του Ροθ για τη δική σας διασκευή της «Αγανάκτησης»;
Εκανα τη βλακεία να του στείλω το σενάριο πριν αρχίσω την παραγωγή. Σκέφτηκα ότι αν δεν του άρεσε, θα σταματούσα την παραγωγή. Αλλά ο Ροθ μου έκανε μια χάρη που ξέρω ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεπληρώσω: αρνήθηκε να διαβάσει το σενάριο!… Μου είπε, «δική σου ταινία είναι, κάνε αυτό που νομίζεις.
Σου έδωσα τα δικαιώματα, από δω και πέρα εσύ αποφασίζεις». Κι έτσι ελευθερώθηκα. Η ταινία διαφέρει πολύ από το βιβλίο, πρόκειται μάλλον για μια δική μου εκδοχή της ιστορίας. Ο Ροθ δεν σου επιτρέπει να κάνεις μια απλή μεταφορά στην οθόνη. Πρέπει να τον πάρεις στα σοβαρά και να ανταποκριθείς, να του δώσεις κάτι κι εσύ. Αλλιώς θα αποτύχεις.
• Πείτε μας για ταινίες και σκηνοθέτες που έχετε θαυμάσει και που ίσως είχαν κάποια επιρροή στην ταινία σας.
Πήρα μια πολύ συνειδητή απόφαση να επιτρέψω στον εαυτό μου να επηρεαστεί από οποιονδήποτε κινηματογραφιστή, γραπτό, ή ό,τι άλλο, αλλά να αφήσω το υποσυνείδητο να δουλέψει κατά τη διάρκεια της σκηνοθεσίας. Πολλοί νέοι σκηνοθέτες καλούν το συνεργείο τους να δει μια από τις αγαπημένες τους ταινίες, για μένα θα ήταν οι «Αγριες φράουλες» του Μπέργκμαν, για παράδειγμα.
Εγώ έκανα το αντίθετο: Στη λίστα των πλάνων μου πρόσθεσα εικόνες από ταινίες, ζωγραφικές, σχέδια ή φωτογραφίες. Κατέληξα να έχω 220 σελίδες τις οποίες μοιράστηκα με το συνεργείο μου… Πέρα από κάποιες συνειδητές αναφορές, όπως στον Καρλ Ντράγιερ, μόνο αφού έγινε η ταινία άρχισα να παρατηρώ τις επιρροές. Αν με είχες ρωτήσει πριν από την παραγωγή, θα μου ήταν αδύνατο να σου πω ότι ο Λουί Μαλ, π.χ., έπαιξε κάποιο ρόλο στην ταινία.
• Οταν ήσασταν αγόρι, φανταζόσαστε ότι μια μέρα θα δουλεύατε στο Χόλιγουντ;
Το αστείο είναι ότι μεγάλωσα στο Λος Αντζελες και πήγα στο Λύκειο του Χόλιγουντ. Για 25 χρόνια περνάω από το σχολείο μου πηγαίνοντας στην τελετή των Οσκαρ. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους. Το σχολείο μου είναι ακόμα πολύ φτωχό, δεν έχει σχέση με τη βιομηχανία, η πλειονότητα των μαθητών είναι φτωχοί και συνήθως παιδιά μεταναστών.
Αυτή ήταν η ζωή μου. Πάντα αγαπούσα το σινεμά, αλλά δεν πίστευα ότι θα δούλευα στο Χόλιγουντ. Πίστευα ότι θα γίνω καθηγητής, αυτή είναι εξάλλου η πραγματική μου δουλειά. Τώρα λοιπόν, το αν «ζω το όνειρο» του Χόλιγουντ δεν με νοιάζει, για μένα κι αυτό δουλειά είναι. Αλλά είναι η καλύτερη! Και αυτό αντικατοπτρίζεται νομίζω και στην ταινία.
Για παράδειγμα δεν απαίτησα τον τίτλο «μια ταινία του…». Μη με παρεξηγείτε, όμως. Δεν σημαίνει πως δεν αγαπώ τους auteurs. Ισα ίσα, όλη μου η επαγγελματική θητεία είναι αφιερωμένη σε αυτούς. Αλλά για μένα, το να σκηνοθετήσω την ταινία έφτανε.
