Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην Αθήνα της κρίσης εκτυλίσσεται η νέα περιπέτεια του Ματ Ντέιμον, αλλά φυσικά και δεν γυρίστηκε εδώ, ας όψεται η έλλειψη κινήτρων για ξένες παραγωγές. Ο Πολ Γκρίνγκρας στέκεται στο ύψος των προηγούμενων ταινιών της σειράς και ο πράκτοράς του στα όρια των αντοχών του.

Jason Bourne   ★★★☆☆

(ΗΠΑ, Μεγ. Βρετανία, Κίνα, 2016, 123’)

  • σκηνοθεσία: Πολ Γκρίνγκρας
  • ηθοποιοί: Ματ Ντέιμον, Αλίσια Βικάντερ, Τόμι Λι Τζόουνς, Βενσάν Κασέλ, Τζούλια Στάιλς, Αρον Καλούρ

«Καθάρματα» γραμμένο με μαύρο σπρέι στον τοίχο, στο κέντρο της Αθήνας, στο Σύνταγμα, εκεί όπου οι αγανακτισμένοι διαδηλώνουν, οι κουκουλοφόροι πετάνε μολότοφ, τα ΜΑΤ κραδαίνουν τα κλομπ και, ανάμεσά τους, σιωπηλός κι αποφασιστικός περνά ο… Τζέισον Μπορν. Γιατί η νέα περιπέτεια του εκτός συστήματος, εκτός μνήμης, πράκτορα ξεκινά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και μεταφέρεται στην ταραγμένη Αθήνα, σε πλάνα που, τι κρίμα, για άλλη μια φορά δεν γυρίστηκαν εδώ αλλά στην Ισπανία, καθώς το ελληνικό κράτος δηλώνει επανειλημμένα ότι θα προσφέρει στις ξένες παραγωγές φορολογικά κίνητρα για να κάνουν γυρίσματα στην Ελλάδα, αλλά ουδέποτε το έχει πραγματοποιήσει.

Ο Τζέισον Μπορν επιστρέφει στην οθόνη εννέα χρόνια μετά την τελευταία μας συνάντηση, αν παραβλέψει κανείς την παρένθεση του 2012, το «The Bourne Legacy» με τον Τζέρεμι Ρένερ. Ο Πολ Γκρίνγκρας σκηνοθετεί και πάλι, παραδίνοντας το ύφος που έκανε τις προηγούμενες ταινίες να ξεχωρίσουν, της σκληρής, ασταμάτητης δράσης και του βρόμικου ρεαλισμού.

Η ταινία βρίσκει τον Μπορν μεγαλωμένο (και τα μαλλιά του Ματ Ντέιμον ψαρά), στα τελευταία όρια των αντοχών του, αλλά λίγα ερεθίσματα πυροδοτούν μια ακόμη μάχη του ενάντια στο σύστημα, μια ακόμη αναζήτηση της αλήθειας για τον πατέρα του.

Η παλιά συνεργάτις του, Νίκι Πάρσονς (με τη γνώριμη μορφή της Τζούλια Στάιλς), θα του δώσει ένα καυτό αρχείο που αποκαλύπτει κρατικά μυστικά, ενώ στο αρχηγείο της CIA, η νεαρή και φιλόδοξη αναλύτρια Χέδερ Λι (η Αλίσια Βικάντερ σε ταιριαστό ρόλο), χρησιμοποιεί τη διεισδυτική τεχνολογία για να εντοπίσει τον Μπορν και ο διευθυντής Ρόμπερτ Ντιούι (του Τόμι Λι Τζόουνς) κάνει πλάτες σ’ έναν νέο και παντοδύναμο επιχειρηματία του διαδικτύου, περιμένοντας, ως αντάλλαγμα, πρόσβαση στα ιδιωτικά αρχεία… ολόκληρου του κόσμου.

Για το καλό του franchise, ο Πολ Γκρίνγκρας δεν προδίδει το στίγμα που έχει ο ίδιος δώσει στην κινηματογραφική σειρά με τα «Bourne Supremacy» και «Ultimatum»: αυτό είναι ένα κατασκοπικό θρίλερ σκοτεινό και σκληρό, η αίσθηση της καταστροφής που το σκεπάζει αναφέρεται όχι σε κάποια «ανθρωπότητα» αλλά στους ίδιους τους αντιήρωες της ταινίας, ενώ η δράση είναι διαρκής και «κυβιστική»:

όλες οι πλευρές της παρουσιάζονται ταυτόχρονα και στη λεπτομέρειά τους, κάνοντας τον ρυθμό της ταινίας εφιαλτικό με τον καλύτερο τρόπο, πείθοντας τον θεατή ότι σε κάθε πολυσύχναστο μητροπολιτικό δρόμο μπορεί να εκτυλίσσεται ένα παγκόσμιου βεληνεκούς έγκλημα. Τουλάχιστον ώς το φινάλε που ένα θεαματικό αυτοκινητοκυνηγητό στο Λας Βέγκας παραπέμπει περισσότερο σε «Fast & Furious», χωρίς αντίστοιχο στοιχείο εντυπωσιασμού.

Κι αν ο Βενσάν Κασέλ, υποδυόμενος τον επίδοξο δολοφόνο του Μπορν, χάνει πόντους σ’ ένα ρόλο χωρίς περιεχόμενο και με το χτένισμα του Ταμτάκου, ο Ματ Ντέιμον αποδεικνύει ότι, μεγαλώνοντας, άλλο τόσο μεγαλώνει και το εκτόπισμά του στην οθόνη.

Ο δρόμος για το Λα Παζ      ★★★☆☆

(Camino a La Paz, Αργεντινή, 2015, 92’)

  • σκηνοθεσία: Φρανσίσκο Βαρόνε
  • ηθοποιοί: Ροντρίγκο Ντε λα Σέρνα, Ερνέστο Σουάρεζ, Ελίζα Καρικάχο

Στο Μπουένος Αϊρες που, τόσο οικεία, υποφέρει από την οικονομική κρίση, ο 35χρονος άνεργος Σεμπαστιάν αποφασίζει πως είναι η ώρα να ωριμάσει και ν’ αναλάβει τις ευθύνες του, ειδικά απέναντι στην έξαλλη σύζυγό του.

Υποκλέπτει τις κλήσεις μιας εταιρείας ραδιοταξί κι αναλαμβάνει κούρσες ως οδηγός, με το παλιό Πεζό του, κληρονομιά από τον πατέρα του που επίσης τον θεωρούσε ακαμάτη. Οταν, όμως, ο Σεμπαστιάν δεχτεί να πάει έναν ηλικιωμένο μουσουλμάνο στο Λα Παζ της Βολιβίας σ’ ένα ιερό, για τον πελάτη, ταξίδι 3.000 χιλιομέτρων, ο ίδιος θα έρθει αντιμέτωπος με συναισθηματικές διαδρομές όπου η μνήμη και η καρδιά κρατούν το τιμόνι.

Με πρωταγωνιστή τον Ροντρίγκο Ντε λα Σέρνα, τον Αλμπέρτο Γρανάδο του «Ημερολόγια Μοτοσικλέτας», ο πρωτοεμφανιζόμενος Βαρόνε, που τιμήθηκε και με τον Αργυρό Αλέξανδρο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σκηνοθετεί μια πανέμορφη ταινία δρόμου στα γεμάτα ήλιο και μελαγχολία τοπία της Λατινικής Αμερικής που διανύει πραγματικά η παραγωγή.

Το έξυπνο χιούμορ στο σενάριό του επιβάλλεται με απόλυτη αυθεντικότητα, τόσο στην εικόνα που αποτυπώνει, στους φυσικούς χώρους, η κάμερα, αλλά και στα συναισθήματά της, διατυπώνοντας χωρίς εντάσεις μια αλήθεια πλούσια και γοητευτική.

Μέσα στον κλειστό χώρο του αυτοκινήτου, απ’ όπου κάθε τόσο μπαίνει ανανεωτικός αέρας απ’ τα παράθυρα, συγκρούονται οι διαφορές της ηλικίας, της γενιάς, της θρησκείας κι όλες αυτές καταλήγουν να συνδέονται μ’ ένα απλό, κάθε άλλο παρά μελοδραματικό, νήμα αγάπης και κατανόησης, κρυμμένο διακριτικά στο πορτ μπαγκάζ.

Ενα φιλμ που δεν προτείνει κάτι πρωτότυπο, αλλά εκφράζεται με αφοπλιστική ευαισθησία, με συγκίνηση που διαρκεί για πολλά χιλιόμετρα μακριά από το σινεμά.

Ψάχνοντας την Ντόρι   ★★☆☆☆

(Finding Dory, ΗΠΑ, 2016, 97’)

  • σκηνοθεσία: Αντριου Στάντον, Ανγκους ΜακΛέιν
  • με τις φωνές των: Ελεν ντε Τζένερις, Αλμπερτ Μπρουκς, Νταϊάν Κίτον, Ντόμινικ Γουέστ, Ιντρις Ελμπα, Τάι Μπαρέλ / στα ελληνικά: Δήμητρα Παπαδοπούλου, Θοδωρής Αθερίδης, Ακίνδυνος Γκίκας, Στεφανία Φιλιάδη, Γιώργος Ρεντούμης, Χρήστος Θάνος, Χίλντα Ηλιοπούλου

Μπορεί η Ντόρι να έχει μνήμη χρυσόψαρου, όλοι όμως οι θεατές θυμούνται με ακρίβεια τον ενθουσιασμό της θέασης του «Ψάχνοντας τον Νέμο» πριν από 13 χρόνια κι έτσι η σύγκριση με την πρώτη ταινία κάνει την «Ντόρι» να μοιάζει πιο αδύναμη και λιγότερο πρωτότυπη και ταξιδιάρικη.

Αυτή τη φορά, η Ντόρι αφήνει τον Νέμο και τον Μάρλιν στην Αυστραλία για ν’ αναζητήσει τους γονείς της, όσο μακριά χρειαστεί, καθώς έχουν αρχίσει να επιστρέφουν στο μυαλό της ψήγματα αναμνήσεων.

Το ταξίδι της θα την οδηγήσει στην Καλιφόρνια, με σύμμαχο ένα αγοραφοβικό χταπόδι. Καθώς η δράση απομακρύνεται από τον ωκεανό και τοποθετείται στα ενυδρεία ενός ινστιτούτου αποκατάστασης θαλάσσιων πλασμάτων, η εικαστική φαντασμαγορία υστερεί, αλλά οι διάλογοι έχουν στιγμές μεγαλείου.

Φορτισμένη με τις απαιτήσεις που δημιούργησε ο «Νέμο» και με την ανυπομονησία για μια δεύτερη ταινία, η «Ντόρι» δεν θα προκαλέσει, σεναριακά, εξίσου το ενήλικο κοινό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι τρυφερή και γενναιόδωρα διασκεδαστική. Ωστόσο, πολύ περισσότερο από ολόκληρη την ταινία, στη (μακροχρόνια) μνήμη μένει το 6λεπτο μικρού μήκους «Piper» της Pixar που προβάλλεται στην αρχή.

Sing Street   ★★½☆☆☆

(Ιρλανδία, Μεγ. Βρετανία, ΗΠΑ, 2016, 106’)

  • σκηνοθεσία: Τζον Κάρνεϊ
  • ηθοποιοί: Φέρντια Γουολς-Πίλο, Εϊνταν Γκίλεν, Λούσι Μπόιντον, Μαρία Ντόιλ Κένεντι, Τζακ Ρέινορ

Ο ντροπαλός μαθητής Κόνορ είναι ερωτευμένος με τη λίγο μεγαλύτερή του Ραφίνα, γεμάτη αυτοπεποίθηση, έτοιμη να γίνει ηθοποιός. Για να την προσελκύσει, ο Κόνορ της ζητά να παίξει στο βίντεο-κλιπ της μπάντας του κι εκείνη δέχεται. Μόνο που ο Κόνορ… δεν έχει μπάντα κι έτσι τώρα πρέπει να τη στήσει, στα γρήγορα.

Την τραγικωμική ιστορία του έφηβου που αλλάζει σχολείο/πόλη/περιβάλλον και, για να κερδίσει το κορίτσι που του αρέσει, φτιάχνει συγκρότημα, την έχουμε ξαναδεί πολλές φορές.

Μόνο που αυτή τη φορά, η ταινία σκηνοθετείται από τον Τζον Κάρνεϊ του «Once» και (πιο ατυχώς) του «Begin Again» και το ντεκόρ είναι το Δουβλίνο και το Λονδίνο της δεκαετίας του ’80, εκεί όπου τα μεγάλα μαλλιά, οι βάτες και το εκκεντρικό βάψιμο είναι τα όπλα για την υπέρτατη κατάκτηση. Το τέλος της ντίσκο σημαίνει την αρχή του έρωτα, σε μια ανάλαφρη και τόσο τρυφερή ταινία που ξαναφέρνει στ’ αυτά μας από A-Ha και Spandau Ballet μέχρι Clash και Cure.

Παράφορα     ★★☆☆☆

(Éperdument, Γαλλία, Βέλγιο, 2016, 110’)

  • σκηνοθεσία: Πιερ Γκοντό
  • ηθοποιοί: Αντέλ Εξαρχόπουλος, Γκιγιόμ Γκαλιέν

Βασισμένη σε πραγματική ιστορία, η ταινία παρακολουθεί την ιστορία του Ζαν, διευθυντή γυναικείων φυλακών που, από τη στιγμή που υποδέχεται τη βαρυποινίτισσα Ανά, την ερωτεύεται παράφορα και βλέπει το πάθος του να τον οδηγεί σταδιακά αλλά σίγουρα στην καταστροφή.

Κι εκεί, στη βασική πλοκή, σταματά όποια σύνδεση με την πραγματικότητα, μια και η ταινία είναι ένα γεμάτο υπερβολές μελόδραμα, με σχηματικά γραμμένους ήρωες και μια βολική αποφυγή εμβάθυνσης στα θέματα της ενοχής και της τιμωρίας. Εκείνο που σίγουρα καταφέρνει το «Παράφορα», ωστόσο, είναι να επιβεβαιώσει ξανά (και ξανά) ότι η Αντέλ Εξαρχόπουλος είναι… εγκληματικά σέξι.