Παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσε στους φαν του πρωτότυπου, το «Ghostbusters» του Πολ Φιγκ, με τη Μελίσα ΜακΚάρθι και την παρέα της, είναι μια άκρως διασκεδαστική κωμωδία που κερδίζει το στοίχημα. Από τις επανεκδόσεις σημειώνουμε το εμβληματικό μιούζικαλ «Funny Face» με την Οντρεϊ Χέπμπορν και την «Αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» του Βιμ Βέντερς.
Ghostbusters, (ΗΠΑ, 2016, 116’) ★★★☆☆
σκηνοθεσία: Πολ Φιγκ
ηθοποιοί: Μελίσα ΜακΚάρθι, Κρίστεν Γουίγκ, Κέιτ ΜακΚίνον, Λέσλι Τζόουνς, Κρις Χέμσγουερθ
Μεταφυσική δραστηριότητα κάνει σποραδικές, επικίνδυνες εμφανίσεις σε περιστατικά στη Νέα Υόρκη. Σε ποιον θα τηλεφωνήσεις; Στις Ghostbusters, μια ομάδα 4 γυναικών (κι ενός ξεκαρδιστικά ανόητου himbo γραμματέα), που αναλαμβάνουν να σώσουν την πόλη -και τον κόσμο- από τα φαντάσματα.
Για χρόνια ο Πολ Φιγκ έχει καταφέρει να ακολουθήσει μια αξιοπρόσεκτη (και πετυχημένη σε επίπεδα κριτικής όσο και εισπράξεων) πορεία στην κωμωδία, σταθερά με τη Μελίσα ΜακΚάρθι ως πρωταγωνίστρια. Από το «Bridesmaids» στο «The Heat» κι από το ξεκαρδιστικό περσινό «Spy» ώς το φετινό «Ghostbusters», ο πάλαι ποτέ τηλεοπτικός παρτενέρ του Τζαντ Απατοου μεταπηδά με άνεση από το ένα είδος στο άλλο, καταφέρνοντας να αποδώσει την κωμική τους διάσταση δίχως ποτέ να τα παρωδεί ή να τα αποδομεί.
Το «Ghostbusters» είναι το πιο πρόσφατο -και πιο μεγάλο- στοίχημα.
Μια ιδέα προερχόμενη από ταινία κλασική, αντικείμενο λατρείας για πολύ κόσμο, σε ένα σύγχρονο ριμέικ ευλαβικά πιστό στο πρωτότυπο, επιστρέφοντας διαρκώς με αστεία, αναφορές, πλοκές και πρόσωπα (σύσσωμο το original καστ συμμετέχει με εμφανίσεις), που παραπέμπουν στην ταινία του 1984.
Σε πείσμα μεγάλης μερίδας αντιδράσεων, υπάρχει κάτι το μαγευτικά δυναμικό στο να βλέπεις μια ομάδα 4 γυναικών να σώζει τον κόσμο εν μέσω αστείων gags και διασκεδαστικά παρωχημένων εφέ (σε μια τυπικά κουραστική, για μοντέρνο μπλοκμπάστερ, 3η πράξη) δίχως ποτέ να αντικειμενοποιούνται με τον παραμικρό τρόπο ή να αποτελούν οχήματα πλοκής ή και ερωτικού ενδιαφέροντος.
Η φιλία των ηρωίδων, της Γουίγκ και της ΜακΚάρθι, αποτελεί τον δραματικό κορμό της ταινίας, η ΜακΚίνον είναι χαρισματική και αστεία σε ακραίο βαθμό, ο Χέμσγουερθ είναι απολαυστικός ως αδαής γραμματέας και κάπως έτσι η ταινία καταφέρνει να διασκεδάζει από την αρχή ώς το τέλος δίχως να φέρνει απολύτως τίποτα ριζοσπαστικό, πέρα από τη σύνθεση του πρωταγωνιστικού της κουαρτέτου. Αυτή είναι κιόλας η μεγαλύτερη σημασία της.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Ποιος κλέβει ποιον; (Cien años de perdόn, Ισπανία, Αργεντινή, Γαλλία, 2016, 96’) ★★½☆☆
σκηνοθεσία: Ντάνιελ Καλπαρσόρο
ηθοποιοί: Λουίς Τοσάρ, Ροντρίγκο ντε λα Σέρνα, Ραούλ Αρέβαλο
Μια συμμορία ληστεύει τραπεζικές θυρίδες, αλλά εγκλωβίζεται στη σήραγγα διαφυγής όταν πλημμυρίζει νερό. Η κυβέρνηση προσπαθεί να φτάσει πρώτη στη συμμορία και τα κλοπιμαία, γνωρίζοντας ότι περιλαμβάνουν καταστροφικά απόρρητα έγγραφα. Δυναμική ματιά σ’ ένα κοινότοπο θέμα, μ’ ένα, επιφανειακό έστω, πολιτικό σχόλιο για τον μεγαλύτερο εγκληματία που είναι (και στην Ισπανία) το κράτος, με ατμόσφαιρα νουάρ που ξετυλίγεται μέσα στην αδιάκοπη βροχή και τη δολοπλοκία.
Εξυπνες ιδέες στις σεναριακές ανατροπές και θαυμάσια σκηνοθετημένες σκηνές δράσης ανεβάζουν την αγωνία χωρίς να το επιδεικνύουν, ενώ, παρά την ταχύτητά του, το φιλμ προλαβαίνει να ασχοληθεί και με τους ήρωές του, τις μεταξύ τους σχέσεις και την ανθρώπινη, τρωτή πλευρά τους.
Η Μάγκι έχει σχέδιο (Maggie’s plan, ΗΠΑ, 2015, 98’) ★★½☆☆
σκηνοθεσία: Ρεμπέκα Μίλερ
ηθοποιοί: Γκρέτα Γκέργουιγκ, Ιθαν Χοκ, Τζούλιαν Μουρ
Η Μάγκι έχει σχέδιο, να κάνει παιδί με δωρητή σπέρματος και να γίνει οπωσδήποτε πολύ ευτυχισμένη, με τη σωστή οργάνωση του πεπρωμένου της.
Μόνο που ταυτόχρονα ερωτεύεται τον Τζον, ο οποίος όμως δεν έχει τελειώσει ακόμα με τον γάμο του με την Τζορτζέτ.
Η Ρεμπέκα Μίλερ επαναλαμβάνει την ίδια ταινία («The Ballad of Jack and Rose», «The Private Lives of Pippa Lee»), συνθέτοντας εικόνες με στιλ και μια ατμόσφαιρα σαγήνης, με δόσεις φρεσκάδας και παρακμής, μιλώντας για το πώς το επισταμένο κυνήγι της ευτυχίας σπάνια οδηγεί σ’ αυτήν, για ένα θέμα δηλαδή για το οποίο το σινεμά μιλά εδώ και δεκαετίες με τρόπους πιο ενδιαφέροντες και λιγότερο επιτηδευμένους.
Το πρωταγωνιστικό τρίο είναι ελκυστικό, η Γκρέτα Γκέργουιγκ («Frances Ha») χαριτωμένη και φυσική, ο Ιθαν Χοκ επίπεδος αλλά γοητευτικός, η Τζούλιαν Μουρ μια χωρίς λόγο καρικατούρα, η Νέα Υόρκη της πανεπιστημιακής κοινότητας, των απίθανων διαμερισμάτων και καφέ, του Σέντραλ Παρκ, πανέμορφη ούτως ή άλλως. Ωστόσο η πεποίθηση ότι απλές ανθρώπινες ιστορίες πρέπει να ειπωθούν πιο μελαγχολικά και πιο νευρωτικά για να αποκτήσουν ενδιαφέρον κουράζει, εκτός αν τις γράφει ο Γούντι Αλεν.
Μαμάδες με κακή διαγωγή (Bad moms, ΗΠΑ, 2016, 101’) ★★☆☆☆
σκηνοθεσία: Τζον Λούκας, Σκοτ Μουρ
ηθοποιοί: Μίλα Κούνις, Κρίστεν Μπελ, Κάθριν Χαν, Κριστίνα Απλγκεϊτ, Τζέιντα Πίνκετ-Σμιθ
Η Εϊμι (Μίλα Κούνις) είναι η τέλεια μητέρα και σύζυγος, από εκείνες που όλοι απορούν «μα πώς τα καταφέρνει!», μέχρι που μια ακολουθία από ατυχή γεγονότα τη φέρνει στα όριά της. Αποφασίζει να επαναστατήσει, μαζί με δύο φίλες της (Μπελ και Χαν, πολύ καλές κι οι δύο), απέναντι στο κατεστημένο που τις θέλει τέλειες μαμάδες. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως απέναντί τους θα βρουν την αρχι-μαμά του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων (Κριστίνα Απλγκεϊτ).
Οι Λούκας και Μουρ, το δίδυμο πίσω από την επιτυχία του «Hangover», δοκιμάζει εμφανώς την ίδια συνταγή αλλά σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, όπου αντί για οικογενειακά καταπιεσμένη wolf pack έχουμε καταπιεσμένες μαμάδες που ξεσπούν και διεκδικούν το δικαίωμά τους στο πάρτι και πολύ καλά κάνουν. Οχι όσο θεματικά ενδιαφέρον ήταν το αναπάντεχα καλό σίκουελ «Neighbors 2» (και με μια αναίτια θαμπή υφή της εικόνας να κάνει το αισθητικό αποτέλεσμα να μη μοιάζει και τρομερά πολύ με κινηματογράφο), αλλά το καστ από μόνο του διαθέτει αρκετά καλές ηθοποιούς ώστε ποτέ να μην πλήττεις πραγματικά, έστω κι αν η προσέγγιση σε κάποια σημεία μοιάζει ελαφρώς διστακτική, σαν οι σεναριογράφοι και σκηνοθέτες να μην είναι απολύτως σίγουροι πού ακριβώς θέλουν να καταλήξουν.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Πού πάω θεέ μου; (Quo Vado?, Ιταλία, 2016, 86’) ★★☆☆☆
σκηνοθεσία: Τζενάρο Νουτζιάντε
ηθοποιοί: Κέκο Τζαλόνε, Ελεονόρα Τζιοβανάρντι, Σόνια Μπεργκαμάστο, Μαουρίτσιο Μικέλι
Ο Κέκο είναι δημόσιος υπάλληλος και λατρεύει τη δουλειά του κι όσα του προσφέρει, ενώ εκείνος συμμετέχει με τα ελάχιστα. Οταν η υπηρεσία του πρόκειται να καταργηθεί, θα φτάσει σε όλα τα πιθανά άκρα για να κρατήσει τη θέση του, ακολουθώντας μεταθέσεις όλο και πιο δυσμενείς.
Η εμπορικότερη ταινία φέτος στην Ιταλία, με 10 εκατ. εισιτήρια, είναι μια λαϊκίστικη κωμωδία, αλλά με τόσο μεγάλο βαθμό ταύτισης με τα ελληνικά πράγματα που προκαλεί το (πικρούτσικο) γέλιο μόνο και μόνο λόγω της οικειότητας με τις κωμικοτραγικές εξελίξεις ενός πολύ γνώριμου ήρωα.
Funny Face (ΗΠΑ, 1957, 103’) ★★★½☆
σκηνοθεσία: Στάνλεϊ Ντόνεν
ηθοποιοί: Οντρεϊ Χέπμπορν, Φρεντ Αστέρ
Στην μποέμ πλευρά του Παρισιού στα τέλη του ’50, μια πανέμορφη αλλά συνεσταλμένη βιβλιοθηκονόμος γίνεται, χωρίς να το πολυθέλει, η νέα μούσα της μόδας. Τέσσερις οσκαρικές υποψηφιότητες, η αμερικανική αφέλεια απέναντι στον ευρωπαϊκό κυνισμό, η εύθραυστη Οντρεϊ και ο ώριμος αλλά τόσο χαριτωμένος Φρεντ, ο υπαρξισμός ενάντια στον ποδόγυρο, τα ρούχα της Ιντιθ Χεντ, η κλασική ιστορία του Πυγμαλίωνα, το κόκκινο φόρεμα μπροστά στη Νίκη της Σαμοθράκης. Ενα εμβληματικό μιούζικαλ που διατηρεί πεισματικά το κέφι του, σε φρέσκια, ψηφιακή κόπια.
Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι
(Die angst des tormanns beim elfmeter, Δυτική Γερμανία, Αυστρία, 1972, 101’) ★★★½☆
σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς
ηθοποιοί: Αρτουρ Μπράους, Κάι Φίσερ, Ερικα Πλούχαρ, Λίμπγκαρτ Σβαρτς
Ο τερματοφύλακας Γιόζεφ Μπλοκ ζει μια κακή στιγμή της καριέρας του και την αντιμετωπίζει περιπλανώμενος στην πόλη του αγώνα και διαπράττοντας, φαινομενικά χωρίς κανένα λόγο, ένα τρομερό έγκλημα. Η ταινία που επέβαλε τον Βιμ Βέντερς στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη, εμπνέεται από το ύφος, την ψυχαναλυτική ενδοσκόπηση και το αριστοτεχνικό στιλ του Χίτσκοκ.
Χαρακτηριστικό δείγμα του «νέου γερμανικού κινηματογράφου» αλλά κι από τις πιο εγκεφαλικές, τρυφερές και διακριτικές ταινίες του Βέντερς, προς ανακάλυψη ξανά, σε νέες κόπιες.
