Μια ρετρό ταινία με ζωντανή, μοντέρνα αισθητική, που επενδύει στους νέους και απολαμβάνει τους έμπειρους ηθοποιούς, μέσα από χιούμορ και τρυφερότητα, χωρίς παρελθοντολαγνεία, σχολιάζοντας το σήμερα της ελληνικής πραγματικότητας. Στις αίθουσες και το βουκολικό αριστούργημα του Ισλανδού Χακόναρσον, βραβευμένο στις Κάνες και τη Θεσσαλονίκη.
Νοτιάς ★★★½✰✰
(Ελλάδα, 2016, 99’)
- σκηνοθεσία: Τάσος Μπουλμέτης
- ηθοποιοί: Γιάννης Νιάρρος, Μελισσάνθη Μάχουτ, Xαρά Μάτα Γιαννάτου, Θέμης Πάνου, Μαρία Καλλιμάνη, Ταξιάρχης Χάνος, Αργύρης Ξάφης, Ερρίκος Λίτσης, Ομηρος Πουλάκης, Ζωζώ Σαπουντζάκη
Ο Τάσος Μπουλμέτης είναι ένας έξυπνος άνθρωπος. Χρόνια μετά την «Πολίτικη Κουζίνα» του 2003 και τη μοναδική εμπορική επιτυχία της, πατά πάνω στα κεκτημένα του και κάνει μια ταινία επίσης προσιτή και λαοφιλή, αλλά πόσο πιο προσωπική, ευαίσθητη, αληθινή, επίκαιρη.
Ο «Νοτιάς» εκτυλίσσεται στην Αθήνα από το ’60 ώς το ‘81. Κι αν το ’81 αμέσως προκαλεί τα αντανακλαστικά σας, είστε το κατάλληλο κοινό για την ταινία. Ηρωας είναι ο Σταύρος, ένα αγόρι που ενηλικιώνεται, αντλώντας ενέργεια από την Ιστορία και την ατίθαση ανατροπή της, στην προσπάθειά του να φτιάξει τις δικές του ιστορίες: ερωτικές, πολιτικές, ταξιδιάρικες, ελληνικές.
Σε μια ταινία ρετρό, ο Μπουλμέτης καταφέρνει μια αισθητική μοντέρνα, ζωντανή. Για το αφήγημά του ανταλλάσσει αναμνήσεις και πεποιθήσεις με τον θεατή. Επενδύει στους νέους ηθοποιούς του (όσο χρειάζεται ζεστός και «απαλός» ο Νιάρρος, αποκάλυψη η Μάχουτ), απολαμβάνει τους πιο έμπειρους, από τον Θέμη Πάνου και την υπέροχη Μαρία Καλλιμάνη, μέχρι τη Ζωζώ Σαπουντζάκη σε μια ολόδική της σκηνή που απογειώνει με μπρίο και μελαγχολία.
Η ιστορία του «Νοτιά» είναι τόσο απλή όσο η ενηλικίωση ενός νέου και τόσο σύνθετη όσο η ενηλικίωση μιας χώρας –και τα δύο in progress. Η βάση της είναι οι δεκαετίες που διαμόρφωσαν το κοινωνικο-πολιτικό παρόν, γι’ αυτό και το φιλμ εύκολα αποφεύγει την παρελθοντολαγνεία και σχολιάζει το σήμερα. Αλλά ταυτόχρονα είναι μια ταινία για τον μύθο, τη μυστηριώδη «μυθοπάθεια», το σινεμά, την εικόνα, ή τον μύθο του Ωνάση, πανάκεια σε κάθε στιγμή ελληνικής ηττοπάθειας, ή τους αρχαίους μύθους που μόνο όταν χάσεις την «υγειά» σου τούς βλέπεις κανονικά.
Ο Μπουλμέτης κάνει μια ταινία για το πώς οι ωραιότερες ιστορίες είναι εκείνες που δεν καταφέρνουν το αίσιο τέλος τους –κι ενώ παίζει με την αφηγηματική ροή της, δεν χάνει στιγμή τον ρυθμό και το νεύρο του. Τιμά το παρελθόν, αλλά κοροϊδεύει χαριτωμένα τον απλοϊκό ελληνικό πατριωτισμό, κάνοντας τον κόπο να μιλήσει για την παγκοσμιοποίηση, συνδέοντάς την με τον Δούρειο Ιππο και τη σωστή λειτουργία των μεντεσέδων του.
Το φιλμ δεν είναι ρηξικέλευθο, δεν έχει κάτι καινοτόμο, ούτε σεναριακά ούτε σκηνοθετικά, είναι μια «Πολίτικη Κουζίνα» αλλά πιο ενδιαφέρουσα και πιο ζωντανή, εναπόκειται σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτό που της ανταποδίδει ο θεατής για να λειτουργήσει.
Ο «Νοτιάς» είναι μια ταινία με χιούμορ και τρυφερότητα, τα οποία ωστόσο αποκτούν αιχμή με δημιουργικό αυτοσαρκασμό. Είναι μια ταινία με αρκετό γέλιο, αρκετό δάκρυ και μια χορτάτη μούντζα στο χθες και στο σήμερα: σε ισόποσες δόσεις, όπως και στην (ελληνική) ζωή.
Δεσμοί αίματος ★★★½✰✰
(Rams, Ισλανδία, 2015, 93’)
- σκηνοθεσία: Γκρίμουρ Χακόναρσον
- ηθοποιοί: Σίγκουρντουρ Σιγκουργιόνσον, Θεοντόρ Γιούλιουσον, Σαρλότ Μπέβινγκ
Στα απομακρυσμένα, παγωμένα, έρημα βοσκοτόπια της Ισλανδίας ζουν δύο αδέλφια, ο Γκούμι κι ο Κίντι, χειροδύναμοι γέροντες κτηνοτρόφοι, μαθημένοι στη μοναξιά και στην παρέα της σκληρής φύσης. Παρότι τα αγροκτήματά τους γειτονεύουν, οι δυο τους έχουν 40 χρόνια να μιλήσουν. Οταν στα πρόβατα και τα κριάρια τους, που κρατούν από αρχαία γενιά, πέσει θανατηφόρα ασθένεια, ο Γκούμι κι ο Κίντι θα προσπαθήσουν να συντηρήσουν τα ζώα τους και μαζί τη δική τους ζωή, κυριολεκτικά και υπαρξιακά.
Βραβευμένη στο Ενα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Κανών κι από τότε σε δεκάδες άλλα, ανάμεσά τους και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, στον δρόμο πια για τις υποψηφιότητες Ξενόγλωσσου Οσκαρ, η ταινία του Χακόναρσον είναι ένα μικρό, μινιμαλιστικό αριστούργημα, τόσο ζεστό όσο χιονισμένα είναι τα θαυμάσια φωτογραφημένα τοπία του.
Με χαρακτηριστικά ισλανδική αισθητική, με λιτά κάδρα, στιλιζαρισμένα στην αφαιρετικότητά τους, έμφαση στις σιωπές, στη στοιχειώδη δραματική μουσική, στο παράδοξο χιούμορ, συνδέει μεμιάς τη βουκολική ζωή με τους hipsters, όπως το παλιό με το νέο.
Δίνοντας έμφαση στη στενή, άρρηκτη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα, με την υπόλοιπη φύση, όχι μόνο για τον βιοπορισμό του, αλλά για την πνευματική ισορροπία του, η πανέμορφη ταινία απογειώνει την απλότητα και συνταράσσει με μια ήρεμη υπενθύμιση ότι, στην ουσία των πραγμάτων, έχει σημασία το παλιό να διασώζεται κι αυτό.
Και το κάνει με τρόπο πρωτότυπο, με συναισθηματική ένταση και χιούμορ και μ’ ένα μεγαλειώδες συγκινητικό φινάλε, από τα ωραιότερα που έχουμε δει τα τελευταία πολλά χρόνια.
Το μυστικό στα μάτια τους ★★✰✰✰
(Secret in their eyes, ΗΠΑ, 2015, 111’)
- σκηνοθεσία: Μπίλι Ρέι
- ηθοποιοί: Τσιουετέλ Ετζιοφόρ, Νικόλ Κίντμαν, Τζούλια Ρόμπερτς
Τρεις εκπρόσωποι του νόμου, δύο αστυνομικοί και μία δικαστής, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια άγρια δολοφονία. Μόνο που το θύμα είναι η έφηβη κόρη της μίας από αυτούς. Ο οσκαρικός σεναριογράφος του «Captain Phillips», σε θέση εδώ και σκηνοθέτη, διασκευάζει την ομότιτλη ταινία του Αργεντινού Χουάν Χοσέ Καμπανέλα που γνώρισε επιτυχία και στην Ελλάδα το 2009. Συμβατικό θρίλερ με λιγότερη αγωνία από το πρωτότυπο (λόγω ρυθμού, όχι λόγω πρότερης γνώσης της πλοκής), με μια ενοχλητική αποθέωση της αυτοχειρίας και με τρεις λαμπερούς πρωταγωνιστές, τόσο «καμουφλαρισμένους» στη μετριότητα, υποκριτικά κι αισθητικά, που οριακά μόνο βοηθούν στη δημοτικότητα της ταινίας.
