Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φεμινιστική και πολιτική, η πολυβραβευμένη ταινία «Mustang» της Ντενίζ Γκαμζέ Εργκιουβέν μιλάει για πέντε έφηβες αδελφές που επαναστατούν απέναντι στον παραδοσιακό τους ρόλο. Στις αίθουσες και η νέα ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Η Κόρη του Ρέμπραντ»

Ατίθασες   ★★★✰✰  

Mustang

(Mustang, Τουρκία, Γαλλία, Κατάρ, Γερμανία, 2015, 97’)

  • σκηνοθεσία: Ντενίζ Γκαμζέ Εργκιουβέν
  • ηθοποιοί: Γκιουνές Σενσόι, Ελίτ Ισκάν, Ντογκά Σεϊνέπ Ντογκούσλου, Τουγκμπά Σουκούρονγλου, Ιλάιντα Ακτογκάν, Νιχάλ Κολντάς

Το σύγχρονο τουρκικό σινεμά, μέσα στην πληθώρα της παραγωγής του (επιδοτούμενης και υποστηριζόμενης από το κράτος, φυσικά), βγάζει, το ένα μετά το άλλο, λαμπερά πετράδια κάθε ύφους. Κι ένα τέτοιο, τρυφερό και απαλά πολιτικό, είναι το «Mustang», που τιμήθηκε με το Βραβείο του Δεκαπενθήμερου Σκηνοθετών στις Κάνες, με το βραβείο Lux του Ευρωκοινοβουλίου και σπεύδει προς τα Ξενόγλωσσα Οσκαρ, εκπροσωπώντας τη Γαλλία.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ανατολία του σήμερα, παρότι από την πλευρά της κοινωνικής νόρμας μοιάζει σκαλωμένη στο ’40. Πέντε κορίτσια, πανέμορφες, δροσερές αδελφές, σαν τα ατίθασα άτια του πρωτότυπου τίτλου, κάνουν τις μικρές και μεγάλες επαναστάσεις τους απέναντι στην οικογένεια και την κοινότητά τους, που τις θέλει άβουλες εκπαιδευόμενες νοικοκυρές, συζύγους και μητέρες.

Κάποιες θα πετύχουν, κάποιες όχι, αλλά το μήνυμα θα γίνει σαφές: οι κοπέλες, οι γυναίκες, έχουν την ίδια δύναμη και το ίδιο μυαλό με τους άντρες, παρότι η πατριαρχική παράδοση της Τουρκίας είναι αποφασισμένη να τις πείσει για το αντίθετο.

Στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο, η Ντενίζ Γκαμζέ Εργκιουβέν θυμίζει μεμιάς τη Σοφία Κόπολα των «Αυτοχείρων Παρθένων», με κοινό άξονα την ελαφρότητα, τον ερωτισμό, την ορμή των έφηβων κοριτσιών, που αρκεί για να καθορίσει τον κόσμο, πόσω μάλλον μια νεανική ταινία. Χωρίς δραματικές εξάρσεις, με χάρη και απλότητα, οι «Ατίθασες» είναι μια ταινία πολιτική, φεμινιστική, εκθέτοντας τα αυτονόητα που δεν χρειάζονται δημιουργική έμφαση.

Σερβίρει όμορφα και εύπεπτα τα πιστεύω της κι η όποια απλοϊκότητα καλύπτεται όχι μόνο από τη μαγική αύρα των κοριτσιών, αλλά και από την αλήθεια της. Καθώς τα πέντε κορίτσια, με την καθοδήγηση της Εργκιουβέν, απεικονίζουν τη μοναδική εγγύτητα, σωματική και ψυχική, που χαρακτηρίζει τα δεμένα αδέλφια, δεν θέλει πολύ για να μεγεθύνεις την εικόνα σ’ ολόκληρη την κοινωνία των γυναικών, που λαχταρούν και αγωνίζονται να ξεφύγουν προς την ελευθερία τους.

Δίπλα στη θάλασσα     ★½✰✰✰✰

(By the Sea, ΗΠΑ, Γαλλία, 2015, 122’)

  • σκηνοθεσία: Αντζελίνα Τζολί- Πιτ
  • ηθοποιοί: Μπραντ Πιτ, Αντζελίνα Τζολί, Μελανί Λοράν, Μελβίλ Πουπό

Η Αντζελίνα Τζολί καταθέτει την τρίτη της ταινία που υπογράφει ως σκηνοθέτις, χειρότερη κι από τις δύο προηγούμενες, ένα ερωτικό μελόδραμα που ναρκισσεύεται με κάθε ευκαιρία.

Τη δεκαετία του ’70, σ’ ένα χωριουδάκι της Γαλλικής Ριβιέρας, καταφτάνει ένα παντρεμένο ζευγάρι Αμερικανών, εκείνος συγγραφέας σε απραγία, εκείνη τέως χορεύτρια που έχει ξεπεράσει την ακμή της. Η σχέση τους περνά κρίση. Πώς το καταλαβαίνουμε; Εκείνος το ’χει ρίξει στην μποτίλια κι εκείνη διαρκώς ξετυλίγεται, με τα μεταξωτά νεγκλιζέ της, από την πολυθρόνα στο ανάκλιντρο και στο κρεβάτι, με τα μάτια μαύρα από το ρίμελ που έχουν λιμνάσει τα δάκρυά της.

Τρώνε μπαγκέτα, ακούνε γαλλική μουσική (αφού είναι στη Γαλλία), πίνουν καφέ, κρασί, καπνίζουν κι είναι δυστυχισμένοι. Μέχρι που το νιόπαντρο ζευγάρι που εγκαθίσταται στο διπλανό δωμάτιο του ξενοδοχείου θα τους προσφέρει μια δυνατότητα να ξαναζωντανέψουν τη σχέση τους.

Το ντεκόρ είναι πανέμορφο, φωτογραφημένο στους σέπια τόνους της νοσταλγίας, ο Μπραντ Πιτ παλεύει να στήσει έναν ρόλο (εκτός απ’ όταν μιλά γαλλικά, που δεν είναι το φόρτε του), αλλά η ίδια η Αντζελίνα Τζολί σκηνοθετεί τον εαυτό της ώστε να είναι, ανά πάσα στιγμή, πολύ όμορφη, πολύ μυστηριώδης και πολύ «βαθιά».

Αντίθετα, η ταινία της έχει το βάρος μεγατόνων που φέρνει η πρώτη συνάντηση Τζολί – Πιτ στην ίδια οθόνη μετά το «Mr. & Mrs Smith» πριν από 10 χρόνια, αλλά και την ελαφρότητα μιας επιτηδευμένης φούσκας που σκάει στο πρόσωπο όποιου σκεφτεί να την πάρει στα σοβαρά.

Το μαργαριταρένιο κουμπί   ★★★½✰✰

(El botόn de nάcar, Χιλή, Γαλλία, Ισπανία, Ελβετία, 2015, 82’)

  • σκηνοθεσία: Πατρίσιο Γκουσμάν

Τα ντοκιμαντέρ του Χιλιανού σκηνοθέτη, ενός από τους πιο δημιουργικούς ντοκιμαντερίστες του σινεμά, δεν είναι περιγραφικά, ούτε αναλυτικά – είναι βιωματικά. Με μια conceptual δομή, ο Γκουσμάν παραθέτει εικόνες κι ιστορίες και τα νοήματα σε συναντούν σιγά σιγά, αυτοβούλως. Ετσι και στη νέα του ταινία, που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Βερολίνου 2015, κερδίζοντας την Αργυρή Αρκτο Σεναρίου και το Βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής, καταπιάνεται με το να αφηγηθεί την ιστορία της Χιλής, με συνδετικό κρίκο τη μνήμη του νερού.

Του νερού, μέσω του οποίου ο ιθαγενής Τζίμι Μπάτον, που αγοράστηκε με αντίτιμο ένα κουμπί το 1830 από τον Βρετανό καπετάνιο Ρόμπερτ Φιτσρόι, ταξίδεψε στην Αγγλία, έγινε τζέντλμαν κι επιστράφηκε στη φυλή του στη Χιλή, έχοντας χάσει διαπαντός την ταυτότητά του. Και του νερού που, σήμερα, στον βυθό του, κρύβει ένα κουμπί κολλημένο σε μια βαριά σιδερένια ράγα, μαρτυρία των βασανισμένων πτωμάτων των αντικαθεστωτικών που ρίχνονταν στη θάλασσα στη δικτατορία του Πινοσέτ.

Η ιστορία μιας χώρας που καθορίστηκε από συνεχόμενους διωγμούς, δύο ιστορίες εξόντωσης, η σταθερή σχέση με τη φύση, με τις ρίζες, με το σύμπαν εκφράζονται με μοναδικές κουβέντες, συζητήσεις, εικόνες λυρικές, με σύγχρονη κινηματογραφική γλώσσα και με αφήγηση στην παλιά, εκείνη που δεν είχε λέξη ούτε για τον Θεό ούτε για την αστυνομία. Μια ταινία επίκαιρη, ευαίσθητη, πανέμορφη και αληθινά, αλλά όχι επιτηδευμένα, συγκινητική.

Η Κόρη του Ρέμπραντ   ★★★✰✰

(Ελλάδα, 2015, 85’)

  • σκηνοθεσία: Νίκος Παναγιωτόπουλος
  • ηθοποιοί: Χρήστος Λούλης, Λάκης Λαζόπουλος, Δούκισσα Νομικού, Αλεξία Καλτσίκη, Γιάννης Μπέζος, Δήμητρα Ματσούκα, Γιάννης Στάνκογλου

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος βάζει στην οθόνη τη σκεπτόμενη ελαφρότητα που τόσο αγαπά κι αποτίνει δηλωμένο φόρο τιμής στη σωματική, ξέφρενη κωμωδία των Αδελφών Μαρξ. Σε μια πλούσια κατοικία με κήπο και πισίνα, ένας συλλέκτης δεξιώνεται την αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας.

Με μια πλοκή που ακολουθεί τη φόρμα του μυστηρίου, οι βασικοί «παίκτες» κινούνται γύρω από τη φημολογούμενη ύπαρξη, στο σπίτι, ενός άγνωστου πίνακα του Ρέμπραντ. Μικροί διάλογοι μεταξύ των παρισταμένων, γεμάτοι περισσότερο ή λιγότερο χαριτωμένα τσιτάτα, σχολιάζουν τα δεινά της εποχής μας και, κυρίως, την έλλειψη αυθεντικότητας σε μια κοινωνία φελλών.

Το καστ είναι πολυσυλλεκτικό, αλλά σε κάθε περίπτωση επώνυμο κι η κωμωδία του Παναγιωτόπουλου τόσο στιλιζαρισμένη και δηκτική που απευθύνεται κυρίως στους ήδη θαυμαστές του, που θα κουνήσουν με νόημα το κεφάλι και θα χαμογελάσουν στο… μαρξιστικό φινάλε.

Το πρόγραμμα   ★★½✰✰✰

(The Program, Μ. Βρετανία, Γαλλία, 2015, 103’)

  • σκηνοθεσία: Στίβεν Φρίαρς
  • ηθοποιοί: Μπεν Φόστερ, Κρις Ο’Ντάουντ, Γκιγιόμ Κανέ, Τζέσι Πλίμονς, Λι Πέις, Εντουαρντ Χογκ, Ντάστιν Χόφμαν

Στη νέα του ταινία, ο Στίβεν Φρίαρς καταπιάνεται με την πραγματική ιστορία του Λανς Αρμστρονγκ και του πώς, από καθαρή φιλοδοξία, ο πρωταθλητής ποδηλασίας παγιδεύτηκε, εμπλέκοντας και τους συναθλητές του, στον κόσμο του ντόπινγκ, όχι μόνο καταστρέφοντας την καριέρα του, αλλά και καταρρίπτοντας την πίστη χιλιάδων οπαδών του, που είδαν σ’ αυτόν μια αισιόδοξη ιστορία καταπολέμησης του καρκίνου και των σωματικών περιορισμών.

Η ταινία μεταφέρει στην οθόνη το βιβλίο του αθλητικογράφου των Sunday Times, που συνέβαλε στην αποκάλυψη της επαναλαμβανόμενης απάτης του Αρμστρονγκ.

Μ’ έναν ρυθμό πιο γρήγορο από αγωνιστικό ποδήλατο, πιο φρενήρη από τον εθισμό στα αναβολικά, ο Φρίαρς καταγράφει μια ιστορία ύψιστης προδοσίας, με ακρίβεια και θάρρος. Ο Μπεν Φόστερ στον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι θαυμάσια ανελαστικός, ένας συναρπαστικά μονοδιάστατος ήρωας με μοναδικό στόχο τη νίκη σε κάθε επίπεδο.

Ωστόσο, σεναριακά η ταινία μένει τόσο κοντά σ’ αυτήν την κούρσα που το βάθος και τα κίνητρα κάνουν την απουσία τους αισθητή. Κι αν ο Λανς Αρμστρονγκ ήταν πραγματικά, τελικά, ένας άνθρωπος που «απλώς είχε μάθει να μη χάνει ποτέ, πάση θυσία», σε μια ταινία αναζητά κανείς και μια πληρέστερη ανάπτυξη του κεντρικού ήρωα, έστω κι αν εκείνος βρίσκεται ακόμα ανάμεσά μας.

Ανατριχίλες   ★★½✰✰✰

(Goosebumps, Η.Π.Α., 2015, 103’)

  • σκηνοθεσία: Ρομπ Λέτερμαν
  • ηθοποιοί: Τζακ Μπλακ, Ντίλαν Μινέτ, Οντέγια Ρας, Ράιαν Λι, Εϊμι Ράιαν

Ο έφηβος Ζακ μετακομίζει με τη μαμά του από τη Νέα Υόρκη στο μικροαστικό Μάντισον του Ντέλαγουεαρ, αλλά εκεί που νομίζει ότι η ζωή του θα είναι πολύ βαρετή, διαψεύδεται από τους γείτονες. Δίπλα του ζει η πανέμορφη, συνομήλική του Χάνα και ο μυστηριώδης μπαμπάς της, που δεν είναι άλλος από τον Ρ. Λ. Στάιν, τον συγγραφέα των νεανικών best sellers τρόμου «Goosebumps».

Οταν άθελά του ο Ζακ «απελευθερώσει» όλα τα τέρατα και τους δαίμονες των βιβλίων του Στάιν κι εκείνα ξεκινήσουν πόλεμο ενάντια στη μικρή κοινότητα, ο Ζακ, η Χάνα κι ο μπαμπάς της θα προσπαθήσουν με κάθε πραγματικό ή μαγικό τρόπο να τα ξανακλείσουν στα βιβλία και να διασώσουν την πόλη.

Τα βιβλία του Ρ. Λ. Στάιν κάνουν το κινηματογραφικό ντεμπούτο της σε μια ταινία που προβλέπεται να έχει πολλά σίκουελ. Πετυχημένα ειδικά εφέ, διασκεδαστικό χιούμορ, εφηβικό ρομάντζο, περιπέτεια, άφθονες απειλητικές υπάρξεις και συμπαθέστατοι ήρωες συνθέτουν μια κλασική οικογενειακή ταινία που βλέπεται με κέφι και που αναπληρώνει την έλλειψη πρωτοτυπίας της με αγάπη για το ψυχαγωγικό σινεμά.

Ψ   ★★½✰✰✰

(Ελλάδα, 2015, 67’)

  • σκηνοθεσία: Καλλιόπη Λεγάκη

Στο νέο της ντοκιμαντέρ, η Καλλιόπη Λεγάκη μετατρέπει τη σταθερή της κάμερα σε εξομολογητή. Κάθεται απέναντι από ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, κυρίως νέους, που έχουν υποφέρει ή υποφέρουν ακόμα από ψυχικές ασθένειες, διαφόρων ειδών και έντασης.

Παρότι «αμέτοχη», η ταινία έχει την ευαισθησία να ακούει. Και τα πρόσωπά της, το ένα μετά το άλλο, μιλούν ανοιχτά για το πώς βιώνουν το ξεστράτισμα από την «κανονικότητα» και, κυρίως, για το πώς, αντίθετα με τη συνηθισμένη αντιμετώπιση από τον περίγυρο, η ψυχασθένεια είναι ένα κομμάτι της ζωής τους, δεν είναι η ταυτότητά τους. Μπορεί η ταινία να είναι μια συρραφή από talking heads, όμως οι εξομολογήσεις είναι συχνά συγκλονιστικές.