Ο Σορεντίνο επιστρέφει φιλοσοφικός, σουρεαλιστικός και σαρκαστικός, στα καλύτερά του, ενώ η εβδομάδα φέρνει και τα «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ» του Γ. Γεωργόπουλου, «Το οτιδήποτε» του Γ. Αθανασίου, «Μπιτσκόμπερ» του Αρ. Μαραγκού και «Ολοι οι ρεμπέτες του ντουνιά» του Δ. Τράγγαλου.
Το μεγαλείο
(La Grazia, Ιταλία, 2025, 133΄)
Σκηνοθεσία: Πάολο Σορεντίνο
Ηθοποιοί: Τόνι Σερβίλο, Ανα Φερζέτι, Μάσιμο Βεντουριέλο
Η νέα ταινία του Σορεντίνο, έναν χρόνο μετά την αμφιλεγόμενη «Παρθενόπη» (2024), άνοιξε την αυλαία του 82ου Φεστιβάλ Βενετίας, όπου ο εξαιρετικός Τόνι Σερβίλο κέρδισε το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας. Ο Σορεντίνο σκηνοθετεί ένα στοχαστικό δράμα που κινείται σε δύο άξονες. Ο πρώτος σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με δύσκολες πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες συγκρούονται με την ηθική και την πίστη του, ενώ παραμένει φυλακισμένος στο παρελθόν του, προσπαθώντας να μάθει με ποιον τον απάτησε η, εδώ και πολλά χρόνια, εκλιπούσα σύζυγός του. Σε όλη την ταινία μια μάχη συντελείται μέσα του, καθώς προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την αγάπη του για εκείνη, αντί να τον κυριεύσει η πικρία της απιστίας.
Ο πρώτος άξονας λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό μέσα στην ταινία χάρη στη δυνατή και ήσυχη ερμηνεία του Τόνι Σερβίλο («Τέλεια ομορφιά», 2013· «Il Divo», 2008.). Ο Ντε Σάντις, πρόεδρος της Ιταλίας, βρίσκεται στο τέλος της θητείας του, κινείται μέσα σε άδειους διαδρόμους περιμένοντας να αφήσει για πάντα πίσω το αξίωμά του. Ολα νιώθει ότι τον βαραίνουν. Αναζητά μια λύτρωση, χωρίς ποτέ όμως να τη ζητήσει, καθώς κι ο ίδιος είναι ένας αδιαπέραστος τοίχος, ένα «Οπλισμένο Σκυρόδεμα» όπως είναι το παρατσούκλι του. Οσο το φιλμ κυλάει αντιλαμβανόμαστε την ευθραυστότητά του, την ανάγκη του να αποθέσει αυτό το βάρος κάπου αλλού. Σε μια χαρακτηριστική και άκρως σουρεαλιστική σκηνή (υπάρχουν αμέτρητες τέτοιες μέσα στην ταινία) ο Ντε Σάντις παρακολουθεί σε μια μεγάλη οθόνη έναν αστροναύτη να αιωρείται στο σκάφος του. Κάποια στιγμή αγγίζει τη φιγούρα του, θέλοντας και ο ίδιος να απαλλαγεί πια από το βάρος των αποφάσεων αλλά και από το παρελθόν του.
Στον δεύτερο άξονα, ο Σορεντίνο είναι εκεί όπου πραγματικά μεγαλουργεί. Τοποθετεί τον Ιταλό πρόεδρο στο κέντρο δυο σημαντικών αποφάσεων που η μια θα καθορίσει το μέλλον της χώρας και η άλλη τις ζωές δυο ανθρώπων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Σορεντίνο εισάγει το μοντέρνο στοιχείο κυρίως μέσα από τη rap μουσική (χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο Ντε Σάντις βραβεύει σε επίσημη εκδήλωση τον Ιταλό ράπερ Guè) αλλά και σκηνές-παραβολές, όπως όταν ο πρόεδρος μιας άλλης χώρας, εν μέσω σφοδρής καταιγίδας, προσπαθεί να φτάσει στο προεδρικό μέγαρο αλλά συνεχώς σκοντάφτει και τον παρασέρνει ο αέρας υπό τη μουσική υπόκρουση του Surf Rider των Il Est Vilaine. Ο Σορεντίνο σε μια σκηνή αποτυπώνει την κατάρρευση ενός παλιότερου κόσμου, μιας παλιότερης πολιτικής σκηνής που αδυνατεί να συμβαδίσει με την εποχή της και να προχωρήσει μπροστά. Δημιουργεί εδώ ένα σινεμά βαθιά στοχαστικό, φιλοσοφικό και σαρκαστικό, που δεν αναζητά απαντήσεις αλλά περισσότερο αποτυπώνει την αλλαγή: το παλιό παρέρχεται, το νέο έχει φτάσει με ό,τι αλλαγή θα φέρει, καλή ή κακή.
Ο Σορεντίνο συνδέει με αριστοτεχνικό τρόπο αυτούς τους δυο άξονες και καταφέρνει, παρόλο που δεν εμβαθύνει σε κάποια επιμέρους στοιχεία, εμμένοντας λίγο σε ένα σινεμά επιτήδευσης, να μας κάνει τελικά να αναρωτηθούμε όπως και οι πρωταγωνιστές του «Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας;» Στο κράτος, στην Εκκλησία, σε εμάς, στο παρελθόν μας που κάποιες στιγμές μας φυλακίζει μέσα του ή στις νέες γενιές που έρχονται με μια άλλη αντίληψη για τη ζωή;
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ
(Ελλάδα, 2025, 113’)

Σκηνοθεσία: Γιώργος Γεωργόπουλος
Ηθοποιοί: Μορτ Κλωναράκη, Βαγγέλης Μουρίκης, Φιλίππα Κουτούπα
Εξι χρόνια μετά την τελευταία του ταινία («Δε θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό», 2019), ο Γεωργόπουλος επιστρέφει στον κινηματογράφο με μια αμιγώς αθλητική ταινία που, εκτός από τη στιβαρή σκηνοθεσία, στηρίζεται στην υπέροχη ερμηνεία της Μορτ Κλωναράκη και τη δουλεμένη φωτογραφία της Χριστίνας Μουμούρη, χωρίς όμως ποτέ να καταφέρνει να ξεπεράσει τη σφικτή γραμμική αφήγησή της και να αναδείξει την ουσία της ιστορίας της.
Η Δάφνη, μια αθλήτρια του Τζούντο από την Ικαρία, είναι έτοιμη να απλώσει τα φτερά της και να ακολουθήσει τον Δάσκαλο Γιούρι στη μεγάλη πόλη για να κυνηγήσει το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Γιούρι, που για λόγους άγνωστους έχει εξαφανιστεί από τον κόσμο του Τζούντο τα τελευταία χρόνια, επιστρέφει ψάχνοντας μια καινούργια αρχή, ενώ η Δάφνη μεταβαίνει από την ξεγνοιασιά της εφηβείας στον δύσκολο κόσμο της ενηλικίωσης.
Ο Γεωργόπουλος κατασκευάζει μια ταινία, φόρο τιμής στις αθλητικές ταινίες της δεκαετίας του 1980, δίνοντας όμως έναν αέρα ελληνικής πραγματικότητας. Το φιλμ του ακολουθεί τόσο πιστά τις επιταγές του σεναρίου, που εκεί εντοπίζεται και το μεγαλύτερο πρόβλημά του. Τίποτα δεν σε ξαφνιάζει. Με εξαίρεση την πρωταγωνίστρια, οι χαρακτήρες που την πλαισιώνουν είναι απογυμνωμένοι από ένα ουσιαστικό βάθος και μοιάζουν να εξυπηρετούν απλά αφηγηματικούς μηχανισμούς. Η Φιλίππα Κουτούπα που υποδύεται τη Ζωή είναι ένας κλασικός villain χαρακτήρας, ποτέ δεν νιώθεις ότι υπάρχει κάτι βαθύτερο σε αυτή, ενώ ο Μουρίκης κάνει όπως πάντα μια εξαιρετική δουλειά, αλλά ποτέ δεν ξεφεύγει από τη γνωστή υποκριτική του μανιέρα.
Ολα στην ταινία μοιάζουν κάπως καταναγκαστικά, σαν να υπηρετείται μια λίστα από κουτάκια που πρέπει να τσεκαριστούν για να υπάρξει η ιστορία. Το δράμα δεν οδηγείται κάπου που δεν έχεις ήδη αισθανθεί ότι θα πάει, η ανατροπή, δεν είναι ανατροπή, αφού διαφαίνεται πολύ νωρίς στην ταινία. Παρ’ όλα αυτά, ο Γεωργόπουλος ξέρει πότε να εντυπωσιάσει, γνωρίζει να κινείται ανάμεσα στους χαρακτήρες του και η ταινία του έχει ένα αφηγηματικό ρυθμό που δύσκολα συναντάς σε ελληνικές ταινίες. Η χρήση της μουσικής προσθέτει έναν νοσταλγικό και ευχάριστο τόνο που, σε συνδυασμό με τη δουλειά της Μουρμούρη, αναδεικνύει σκηνές με αφηγηματική δύναμη.
Το «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ» είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία που αρχικά μπορεί να σε εντυπωσιάσει, καθώς στην Ελλάδα ένα αθλητικό δράμα που στοχεύει σε ευρύ κοινό σπάνια υπηρετείται τόσο καλά. Ομως, αφού ξεπεράσεις τον εντυπωσιασμό, τελικά μένει στο τέλος μια τετριμμένη αφήγηση.
Η ταινία απέσπασε πέντε βραβεία στο 66ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Παίζονται ακόμα
Μπιτσκόμπερ
(Ελλάδα, 2025, 92΄)
Σκηνοθεσία: Αριστοτέλης Μαραγκός
Ο Ηλίας ονειρεύεται να ταξιδέψει στις ανοιχτές θάλασσες, ακολουθώντας την κληρονομιά του ναυτικού πατέρα του. Οταν βρίσκει ένα σκουριασμένο καράβι, αποφασίζει να το ξαναφτιάξει και να αποδείξει αν μπορεί να αντέξει το ταξίδι. Η ταινία είναι εμπνευσμένη από γράμματα του Νίκου Καββαδία
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Το οτιδήποτε
(Ελλάδα, 2025, 92΄)
Σκηνοθεσία: Γιώργος Αθανασίου
Ηθοποιοί: Κρις Σκοτ, Μάριος Βίττης
Δύο φίλοι μουσικοί ταξιδεύουν σε απομονωμένο χωριό της Αρκαδίας για να ηχογραφήσουν έναν αυτοσχεδιαστικό δίσκο, αναζητώντας σύνδεση μέσα από μουσική, συζητήσεις και περιπλανήσεις.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Ολοι οι ρεμπέτες του ντουνιά
(Ελλάδα, 2020, 77΄)
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τράγγαλος
Η ορχήστρα The Famous SOAS Rebetiko Band, με έδρα το Λονδίνο, αποτελείται από μουσικούς από διάφορες χώρες που μοιράζονται την αγάπη για το ρεμπέτικο και το παρουσιάζουν με συναυλίες σε Αγγλία και Ευρώπη.
