ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασιλική Τζεβελέκου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ντάνιελ Ντει-Λιούις είναι κούκλος στα 68 του, απόλυτα ευγενής, με φρέσκο και ανόθευτο το υπέροχο ταλέντο του να είναι άνθρωπος. Μπήκε στην αίθουσα κρατώντας από το χέρι στοργικά την κ. Δάφνη Οικονόμου, τη γυναίκα που έχει αφιερώσει τη ζωή της στους σκοπούς της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών / «Πόρτα Ανοιχτή» και διατηρεί την «Αόρατη κλωστή» της φιλίας με τον τρεις φορές βραβευμένο ηθοποιό με Οσκαρ. Από το 1989 με το «Αριστερό μου πόδι» μέχρι σήμερα έρχεται ανελλιπώς στην Αθήνα για να παρουσιάσει τις ταινίες του, να δει τα παιδιά της Ανοιχτής Πόρτας και να διαθέσει τα έσοδα από τις πρεμιέρες στους σκοπούς της Εταιρείας.

Μετά από οκτώ χρόνια αποχής από το σινεμά ο καλύτερος ηθοποιός της γενιάς του και από τους κορυφαίους διεθνώς επανήρθε στα κινηματογραφικά πλατό με την ταινία «Ανεμώνη» (Anemone), με την οποία κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο ο γιος του, Ρόναν Ντέι-Λιούις, και οι δυο τους συνυπογράφουν το σενάριο. Η ταινία έκανε πανευρωπαϊκή πρεμιέρα χθες βράδυ σε ειδική προβολή στο Μέγαρο Μουσικής -εδώ και μέρες ήταν sold out- στο πλαίσιο του 31ου Διεθνούς Φεστιβάλ της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας», που χθες βράδυ ολοκλήρωσε με επιτυχία, παρά τις δυσκολίες, και τη φετινή διοργάνωση (1-12/10/25).

Το πρωί δόθηκε συνέντευξη Τύπου με συντονιστή τον Λουκά Κατσίκα, καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΦΚ της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας», παρουσία της επίτιμης προέδρου και ιδρυτικού στελέχους της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών, Δάφνης Οικονόμου, και των δύο Ντέι-Λιούις, Ντάνιελ και Ρόναν, οι οποίοι επιχείρησαν να αποποιηθούν το ρόλο πατέρα – γιου και να μείνουν σε εκείνον του ηθοποιού – σκηνοθέτη.

Στην ερώτηση πάντως αν η συμμετοχή του στην «Ανεμώνη» σηματοδοτεί και την επάνοδό του στο σινεμά απάντηση σαφή δεν έδωσε ο Ντάνιελ Ντέι-Λιούις. «Είμαστε ακόμα στην αρχή της ζωής αυτής της ταινίας. Πρέπει να την αποχωριστούμε, να την αφήσουμε να φύγει, αλλά ακόμα νιώθουμε δεμένοι μαζί της. Οπότε είναι πολύ δύσκολο να φανταστώ τι θα συμβεί μετά από αυτό. Αλλά δεν θα απέκλεια να δουλέψω ξανά» είπε. Και εξήγησε: «Είναι δύσκολη η γενικευμένη επιθυμία να δουλέψω ξανά, γιατί στη δική μου ζωή η δουλειά αυτή ήταν πάντα απάντηση σε μια πολύ συγκεκριμένη φλόγα, μια προσωπική γοητεία που γεννιέται μέσα μου». Οσο για την εμπειρία του με τον Ρόναν, τη χαρακτήρισε μοναδική και πολύ χαρούμενη. «Μου θύμισε όλα όσα αγαπούσα σε αυτή τη δουλειά όταν ξεκινούσα. Νιώθω πως αυτό το μοιραστήκαμε και με τους συναδέλφους μας, οι οποίοι είχαν τεράστια εμπειρία και ταπεινότητα. Αυτό που νιώσαμε ήταν πως επιστρέφαμε σε έναν τρόπο δουλειάς που θύμιζε τα πρώτα μας βήματα: εκεί που όλοι εργάζονται για τον ίδιο σκοπό, με καλή πρόθεση». Κάτι που ωστόσο δεν είναι δεδομένο στον κινηματογράφο, όπως επισήμανε.

Ντάνιελ και Ρόναν Ντει-Λιούις μίλησαν για την ταινία, που ήρθε ως συνεπακόλουθο της τετραετούς συνεργασίας τους στη συγγραφή του σεναρίου. Ολα ξεκίνησαν «συμπτωματικά όταν και οι δύο αρχίσαμε να ενδιαφερόμαστε για το ίδιο θέμα: τη σχέση μεταξύ αδελφών. Στη δική μου περίπτωση ήμουν παρατηρητής – έχω τρεις γιους. Ο Ρόναν είναι ενεργό μέλος στις γεμάτες ένταση σχέσεις μεταξύ αδελφών. Ετσι άρχισε όλο αυτό» είπε ο Ντάνιελ Ντέι-Λιούις και πρόσθεσε ότι όλα στην αρχή «ήταν χαμηλής πίεσης και παιγνιώδη» χωρίς συγκεκριμένη δομή και πλάνο, αλλά με συγκεκριμένους χαρακτήρες και περιβάλλον. «Σε κάποια φάση, όταν καταλάβαμε ότι είχαμε περίπου 70 σελίδες παραπάνω από το πρώτο μας προσχέδιο, συνειδητοποιήσαμε ότι η ιστορία γινόταν πραγματικότητα στη μορφή που μας απασχολούσε και θέλαμε να ακολουθήσουμε. Αυτή ήταν νομίζω μια συναρπαστική και τρομακτική στιγμή και για τους δυο μας».

Σύμφωνα με το σενάριο, ένας μεσήλικας οικογενειάρχης (Σον Μπιν) ξεκινά το ταξίδι του στα δάση της Βόρειας Αγγλίας με σκοπό να επανενωθεί με τον ερημίτη αδερφό του Ρέι (Ντάνιελ Ντέι-Λιούις). Οι δυο τους συνδέονται από ένα μυστηριώδες και πολύπλοκο παρελθόν, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα η σχέση τους να είναι εύθραυστη και ενίοτε τρυφερή, αλλά για πάντα στιγματισμένη από ένα συμβάν που τους συγκλόνισε μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Η ιστορία εκτυλίσσεται με φόντο την εποχή των Ταραχών στη Βόρεια Ιρλανδία (1968-1998), καθώς ο Ντάνιελ Ντέι-Λιούις έζησε ένα μέρος εκείνης της περιόδου στο Μπέλφαστ, στη δυτική πλευρά της καθολικής ιρλανδικής κοινότητας της πόλης.

«Ο πατέρας μου είχε μακροχρόνιους δεσμούς με την Ιρλανδία (σ.σ. έχει διπλή υπηκοότητα, ιρλανδική και αγγλική). Ζούσε εκεί πριν γνωρίσει τη μητέρα μου, οπότε η σύνδεσή του με τη χώρα είναι βαθιά. Εγώ έζησα στην Ιρλανδία για έξι χρόνια, από τα 7 έως τα 13 μου, και στο σχολείο έμαθα για τις Ταραχές. Ηταν κάτι που είχε μεγάλο βάρος στη φαντασία και το μυαλό μου για χρόνια» είπε ο Ρόναν Ντέι-Λιούις. Εξήγησε ότι όταν ανακάλυψαν τον χαρακτήρα του Ρέι, που ζει αποκομμένος σε μια κατάσταση «αυτοδιαχείρισης» και στο παρελθόν είχε εμπλακεί σε κάποια σύγκρουση, τότε υποσυνείδητα και οι δύο στράφηκαν στην εποχή των Ταραχών ως το καλύτερο φόντο για την ιστορία των δύο αδελφών –παρότι στην αρχή είχαν γράψει μια σεκάνς που διαδραματιζόταν στον πόλεμο των Φόκλαντς.

Στην ερώτηση αν έδωσε κομμάτια του εαυτού του στον Ρέι, τον ήρωα που υποδύεται, ή αν έχει επηρεαστεί από εκείνον, ο Ντάνιελ Ντέι-Λιούις είπε: «Οταν δουλεύω σε έναν ρόλο, πάντα νιώθω -ως μέρος της ψευδαίσθησης που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε για τους άλλους- ότι ψάχνω μια ζωή που μοιάζει πολύ μακριά από τη δική μου. Σχεδόν κάθε πτυχή της εμπειρίας του Ρέι είναι ξένη προς εμένα. Δεν υπάρχουν πραγματικά σημεία σύνδεσης. Στο τέλος της ημέρας όμως το μόνο που έχεις να προσφέρεις σε έναν χαρακτήρα, όποιος κι αν είναι, όσο διαφορετικός κι αν φαίνεται από σένα, είναι η δική σου ζωή, οι δικές σου εμπειρίες. Αυτός ο χαρακτήρας μπορεί να τραφεί μόνο μέσα από τον εαυτό σου, την ψυχή σου». Και αναφερόμενος στον χαρακτηρισμό του ερημίτη ανέφερε: «Διαβάζω στα ταμπλόιντ φράσεις “έσπασε τη σιωπή”, “εμφανίστηκε ξανά”. Δεν ζω κρυμμένος. Απλώς δεν ζω μπροστά στον φακό όλη την ώρα. Δεν “σπάω τη σιωπή”, απλώς δεν μιλάω σε μικρόφωνα κάθε μέρα. Μιλάω με φίλους, με την οικογένειά μου, με συναδέλφους. Ζω ήσυχα, αλλά δεν είμαι ερημίτης, δεν ζω σε σπηλιά».