Σπάνια συμφωνώ με την απόδοση ενός τίτλου ταινίας στα ελληνικά. Συνήθως οι ελληνικές κινηματογραφικές διανομές προσφέρουν τίτλους που είτε δεν συνάδουν με τον πρωτότυπο είτε είναι απόπειρες καλλιτεχνικής παρέμβασης στο έργο των δημιουργών. Παρ’ όλα αυτά, η απόδοση του τίτλου της γαλλικής ταινίας «L’ histoire de Souleymane» («Η ιστορία του Σουλεϊμάν») ως «Το Παρίσι του Σουλεϊμάν» είναι απόλυτα ακριβής και απόλυτα ταιριαστή με το ύφος της ταινίας.
Ο Σουλεϊμάν γυρνάει το Παρίσι διανέμοντας φαγητό, ενώ προετοιμάζεται για τη συνέντευξη έγκρισης ασύλου. Το Παρίσι του Σουλεϊμάν δεν έχει σχέση με την Πόλη του Φωτός. Εκείνος βρίσκεται μακριά από τα βασικά αξιοθέατα, από τους κήπους και τα πάρκα, τα μπιστρό, τις μπρασερί, τις μπουλανζερί. Δεν είναι το Παρίσι της Αμελί και του Γούντι Αλεν, αλλά το Παρίσι του Μίσους (του Κασοβίτς), των σταθμών τρένων και των προαστίων, των ξενώνων που φιλοξενούν αστέγους, των λεωφορείων, των τρένων, των μετρό και προαστιακών, των McDonald’s και των τραμπούκων μπάτσων.
Σε αυτό το Παρίσι ο Σουλεϊμάν στριμώχνεται μέσα σε εστιατόρια για να παραλάβει τις παραγγελίες, εγκλωβίζεται μέσα στις ψηφιακές πλατφόρμες της gig οικονομίας, κινδυνεύει να σκοτωθεί, να φυλακιστεί, να πέσει θύμα ρατσιστικού λόγου και εγκλημάτων, να απελαθεί, ανά πάσα στιγμή.
Ο χρόνος για τον Σουλεϊμάν κυλάει σαν σπασμένο ποδήλατο στο βροχερό και βρομερό Παρίσι. Τρέχει για να παραδώσει τις παραγγελίες και κάνει αγώνα δρόμου για να αποστηθίσει την «ιστορία» που θα αφηγηθεί στην επιτροπή ασύλου. Μια ιστορία που Αλλοι εφηύραν για εκείνον, για να συγκινήσει και να πείσει τους Λευκούς που κρατούν τη μοίρα του στα χέρια τους.
Ο Αμπού Σανγκαρέ, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, δεν έχει πολλές διαφορές με τον Σουλεϊμάν που υποδύεται. Εφτασε στη Γαλλία από τη Γουινέα όταν ήταν 16 ετών, εργαζόταν σε δουλειές ως μηχανικός και πήγε στο κάστινγκ της ταινίας διότι χρειαζόταν άμεσα χρήματα. Ακόμα και όταν κέρδισε το Βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού στις Κάνες το 2024, το γαλλικό κράτος δεν του παρείχε το δικαίωμα παραμονής στη Γαλλία, το οποίο εγκρίθηκε από το υπουργείο Εσωτερικών τον Ιανουάριο του 2025.
Αυτόν τον παραλογισμό σκηνοθετεί ο Μπορίς Λοζκίν, ο οποίος στρέφει το βλέμμα του στα «φαντάσματα των πόλεων» (για να δανειστώ και τον στίχο του Manu Chao από το Clandestino), και φέρνει τον θεατή αντιμέτωπο με δύο βασικά ζητήματα (όπως εξήγησε και στη συνέντευξη που παραχώρησε στη Νόρα Ράλλη για λογαριασμό της «Εφ.Συν.»): τη μετανάστευση και την οικονομία.
Η αποκτήνωση του Σουλεϊμάν (και άλλων μεταναστών) μέσα από το οικονομικό μοντέλο αποτελεί κεντρικό στοιχείο στη δομή της ταινίας.
Ο Σουλεϊμάν δεν είναι μονάχα «αιχμάλωτος» μιας επιτροπής, μιας ιστορίας, ενός αφηγήματος που πρέπει να εκπληρώσει, αλλά και ενός ψηφιακού καπιταλισμού, μιας οικονομίας της πλατφόρμας και της ανασφάλειας, όπου το ντελίβερι μέσω ενός ποδηλάτου και ενός κινητού τηλεφώνου γίνεται βασικό συστατικό της επιβίωσής του στο Παρίσι.
Μέσω της οικονομίας της πλατφόρμας (gig economy), οι εργαζόμενοι δουλεύουν μέσω ψηφιακών πλατφορμών ως ελεύθεροι επαγγελματίες (ή με τίτλους κτήσης) σε εταιρείες που επισημαίνουν ότι προσφέρουν ευελιξία και ελευθερία στον εργαζόμενο (βλ. Wolt, Amazon, Uber κοκ.). Βέβαια, όλο τον εργασιακό εξοπλισμό τον πληρώνουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, ενώ ο εργοδότης δεν έχει καμία νομική υποχρέωση απέναντι στον εργαζόμενο.
Και μπορεί οι απανταχού φιλελεύθερες κυβερνήσεις να δοξάζουν την οικονομία της πλατφόρμας για τα τάχα μου οφέλη στην οικονομία, αλλά έρευνες έχουν καταδείξει ότι οι εργαζόμενοι βιώνουν ανασφάλεια, ανελευθερία επιλογών, χαμηλούς μισθούς, άγχος και εκμετάλλευση1.
Ποιοι είναι όμως αυτοί οι εργαζόμενοι που βιώνουν αυτές τις συνθήκες;
Μια έρευνα σε έξι πόλεις τεσσάρων ηπείρων καταδεικνύει ότι η πλειονότητα των εργαζομένων στην οικονομία της πλατφόρμας είναι μετανάστες δίχως χαρτιά. Οπως σημειώνει η έρευνα, στην gig economy παρατηρούνται ανισότητες συνυφασμένες με την επισφάλεια της εργασίας, των ρατσιστικών πολιτικών μετανάστευσης και πολιτικών της ελεύθερης αγοράς2.
Ο Μπορίς Λοζκίν μέσα από αυτή την ταινία δεν ανθρωποποιεί απλώς όλους εκείνους τους αόρατους των μεγαλουπόλεων, αλλά ρωτάει άμεσα τον θεατή: «Εσύ τι θα επέλεγες αν είχες την εξουσία να αποφασίσεις για τον Σουλεϊμάν: να λάβει άσυλο ή όχι;».
Θυμάμαι ότι όταν τελείωσε η ταινία, στην αίθουσα δεν ακουγόταν κιχ. Βγήκαμε έξω από το σινεμά βουβοί, με το κεφάλι κάτω. Η φίλη μου, με καταγωγή από την Αλβανία, με κοιτάει και με ρωτάει: «Αλήθεια, πώς μπορεί κάποιος να μισεί τους μετανάστες;».
«Οπως ταχύτατα, μπορεί να απολέσει κάποιος την ανθρωπιά του», θα απαντήσω εγώ.
Από την ταινία, κρατάω αυτό το στιγμιότυπο αλληλεγγύης: ένας υπάλληλος μιας καντίνας κερνάει τον Σουλεϊμάν ένα ποτήρι καφέ. Ο ένας εργαζόμενος χαμογελάει στον άλλον. Ο Σουλεϊμάν τον ευχαριστεί, πίνει δύο γουλιές καθιστός και ανεβαίνει ξανά στο ποδήλατό του για να χαθεί στην απανθρωπιά της βουής του δρόμου.
