Γιατί στο «Μοντάζ υπ’ αριθμόν 57», τη νέα ταινία μικρού μήκους του Γιώργου Μπαλαντινάκη, ενός νέου, αλλά παθιασμένου και ταλαντούχου ερασιτέχνη κινηματογραφιστή, χρειάστηκαν ούτε τέσσερα λεπτά για να θυμίσει στον θεατή πού και πώς ζει, να «κλωτσήσει» στομάχια, να ξεβολέψει συνειδήσεις από τον ανθρωποφάγο καναπέ. Και δεν είναι μόνο η πόλη που ζει αυτή που ώθησε τον Γιώργο να φτιάξει το «Μοντάζ υπ’ αριθμόν 57» κι ας έχει κι αυτή ένα μικρό ρολάκι στην τραγική ιστορία του μαζικού σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη, καθώς ένας από τους επιζώντες νέους, που βρήκε την ψυχική και σωματική αντοχή για να σώσει κι αρκετούς άλλους, ζει στην Ιεράπετρα. Ήταν βασικά το ίδιο το έγκλημα, ένα έγκλημα διαρκείας που κορυφώθηκε εκείνη τη μαύρη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου, στη μοιραία κοιλάδα των Τεμπών, που δεν άφηνε σε ησυχία τον Γεραπετρίτη καλλιτέχνη.
Ήταν όλα τόσο ξεκάθαρα στο κεφάλι του που, όπως εξηγεί και στην κουβέντα μας, κάθε λέξη στον τίτλο του έργου του, αλλά και κάθε κίνηση ή πλάνο παραπέμπουν σε συγκεκριμένα «βολές». Έτσι, το «Μοντάζ» συμβολίζει τη συγκάλυψη, την «κοπτοραπτική» που γίνεται για να έρθει μια κατάσταση στο επιθυμητό σημείο. Το «υπ’ αριθμόν 57» δεν αφορά για τον νεαρό δημιουργό μόνο τα θύματα της τραγωδίας, αλλά παράλληλα υποδηλώνει το «μοτίβο των μοντάζ», την επαναληπτικότητα της «τακτικής αποποίησης ευθυνών».
Και κάπως έτσι ξεκινάει η ταινία και η πρώτη σκηνή έχει τη Μαρία Μαλλιαράκη, που υποδύεται τη Δικαιοσύνη, να κινείται σε θολό πλάνο, «ζαλισμένη από την εντολή που έπρεπε να πάρει ας πούμε από το μοντάζ 56, την προηγούμενη υπόθεση, στην οποία πάλι δεν έκανε ό,τι έπρεπε, (βλέπε Λιγνάδη, Κολωνός, υποκλοπές κλπ.) και με το τρένο σε εσωτερικό χώρο και όχι έξω», καταδεικνύοντας το γεγονός «ότι όλα στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται σαν μακέτα, σαν πρόβα, ‘’πάμε μωρέ, έτοιμο είναι’’ κι όπου μας βγει στο τέλος…»
Η Δικαιοσύνη λοιπόν, είναι «με κλειστά μάτια, γιατί έτσι πρέπει, γιατί αυτός είναι ο ρόλος της, τυφλή να ζυγίζει τα πράγματα», το δε πανέρι με το χώμα που σκορπάει, είναι οι εκάστοτε εντολές για όλα […] Αλλάζει εκείνη κατά λάθος την πορεία του τρένου, παίρνοντας για λίγο τη θέση του άπειρου – υπόλογου (και προφυλακισμένου) σταθμάρχη, που βρέθηκε σε ένα τόσο σημαντικό και κρίσιμο πόστο με χαλαρές κι ανέμελες εντολές ανωτέρων κι ας μην πληρούσε τις βασικές προϋποθέσεις.
«Το ρολόι στο τέλος, λίγο πριν την έκρηξη, υποδηλώνει την παγιωμένη κατάσταση με ένα Κράτος, που ενώ «έχει χρόνια ολόκληρα να διορθώσει τα στραβά, προτιμάει να κάνει πως δεν τα βλέπει και ‘’ξυπνάει’’ μόνο όταν είναι πια αργά.
Το κερί φυσικά έχει διττό λόγο ύπαρξης: Πέρα από «φόρος τιμής στα θύματα, είναι και το φως στην υπόθεση που έσβησε. Αφού καταλαβαίνει τι έγινε, τώρα αναλαμβάνει η δικαιοσύνη και προσπαθεί εκ των υστέρων να σώσει ό,τι δε σώζεται πλέον αλλά κι εκεί πάλι της λένε όσα είδες είδες, πάμε παρακάτω». Και η ταινία ολοκληρώνεται σαν ένας κύκλος, όπως οι ράγες του εκτροχιασμένου τρένου, με το πλάνο που στην πρώτη σκηνή είναι θολό, τώρα να είναι ξεκάθαρο κι η Δικαιοσύνη με ανοιχτά μάτια μέσα σε ένα δωμάτιο να κοιτάει στο κενό, μην μπορώντας πλέον να αλλάξει όσα έγιναν…
