Με ένα ντοκιμαντέρ, «γράμμα αγάπης» και θαυμασμού για έναν από τους μεγάλους συνθέτες του ελληνικού τραγουδιού, πατέρα του νέου κύματος, με τραγούδια που ερμήνευσαν κορυφαίες φωνές και όλοι μας έχουμε σιγοτραγουδήσει ολοκληρώνεται το 26ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για την ταινία «Γιάννης Σπανός: Πίσω απ’ τη μαρκίζα» του Άρη Δόριζα που θα προβληθεί την Κυριακή 17 Μαρτίου, στις 19.00 στο Ολύμπιον: ο τίτλος, μια παράφραση του τραγουδιού «Κάτω Απ’ τη Μαρκίζα», αντικατοπτρίζει τον τρόπο σκέψης του και δεν θα μπορούσε να είναι πιο πετυχημένος καθώς ο μεγάλος δημιουργός επέλεξε να μείνει πίσω από τα φώτα αφήνοντας το έργο του να μιλήσει.
Και τι έργο: πάνω από 100 μουσικά άλμπουμ και επιτυχίες όπως «Μια αγάπη για το καλοκαίρι», “Οδός Αριστοτέλους”, “Σπασμένο καράβι”, “Μια φορά θυμάμαι”, “Ναύτης βγήκε στη στεριά” “Επειδή σ’ αγαπώ”, “Αν μ’ αγαπάς”, “Άσπρα καράβια”, και πόσα ακόμη υπέροχα τραγούδια, συνυφασμένα με υπέροχες φωνές και ποιητές στους οποίους έδωσε ανάσα, ένα μουσικό ρεύμα που συμπαρέσυρε γενιές με τις μελωδίες του.
Η ταινία, ένα ντοκιμαντέρ στο στάδιο της παραγωγής για τη μουσική και τη ζωή του Γιάννη Σπανού (1934-2019) μας ταξιδεύει στην τεράστια πορεία του σπουδαίου συνθέτη: από το παιδικό σπίτι στο Κιάτο, ως τις μεγάλες συνεργασίες στο Παρίσι όπου βρέθηκε στην ηλικία των 20 χρόνων και την επιτυχία στην Ελλάδα, μέσα από σπάνια ντοκουμέντα και συνεντεύξεις με οδηγό έναν λάτρη της μουσικής του που τον συνάντησε και είχε πολύωρες συζητήσεις μαζί του- που είναι από οι τελευταίες που έδωσε, ξεδιπλώνοντας την πορεία του και παρουσιάζοντας υλικό από το αρχείο του που παραχώρησε ο ίδιος και η οικογένειά του. Διηγήσεις του ίδιου και των δεκάδων συνεργατών του συνθέτουν μια καλλιτεχνική διαδρομή σχεδόν 60 χρόνων, από τα πρώτα ακούσματα στο πατρικό όπου προσπαθεί να παίξει «με το αυτί» τα κομμάτια που έπαιζε η μεγάλη του αδερφή στο πιάνο, μέχρι το Παρίσι, τις μπουάτ και τις μεγάλες του συνεργασίες με τα ιερά τέρατα της εποχής, την Μπριζίτ Μπαρντό (Brigitte Bardot), το Σερζ Γκενσμπουργκ (Serge Gainsbourg) και την Ζουλιέτ Γκρεκό (Juliette Greco), μια άγνωστη πλευρά της καριέρας του που παρουσιάζεται με τη μορφή animation. Ακολουθεί η επιστροφή του στην Ελλάδα όπου δημιουργεί όχι μόνο το
Νέο Κύμα αλλά και λαϊκά τραγούδια που έμειναν κλασσικά.
Μια εποχή ολόκληρη ζωντανεύει μέσα από τις εξομολογήσεις του ίδιου, σπάνια τεκμήρια, φωτογραφίες, σκίτσα και αποκόμματα αλλά και τις αναμνήσεις που διηγούνται 40 και πλέον
καλλιτέχνες μιλώντας για το έργο και τον ίδιο, ανάμεσά τους οι Πλέσσας, Σαββόπουλος, Νταλάρας, Αλεξίου, Γαλάνη, Πρωτοψάλτη, Νικολακοπούλου, Καλογεροπούλου, Κόκοτας, Δεληβοριάς κ.α.
-Τι είναι αυτό που σας ενέπνευσε να ασχοληθείτε με τον Γιάννη Σπανό, ρωτήσαμε τον σκηνοθέτη Άρη Δόριζα.
«Δύο πράγματα, τα οποία είναι αλληλένδετα αλλά και εντελώς αντιφατικά. Το πρώτο είναι το έργο του, το οποίο με άγγιζε πριν καν το ταυτίσω με τον δημιουργό του. Από πολύ μικρός αγαπούσα πολύ και πολλά τραγούδια του Σπανού. Το δεύτερο είναι ο ίδιος ο Σπανός και ο τρόπος που αντιμετώπιζε τα πράγματα. Παρότι είναι αδιαμφισβήτητα ένας από τους πιο μεγάλους Έλληνες συνθέτες, δεν είχε ποτέ την ανάγκη να προβάλλεται. Αυτός ο συνδυασμός απίστευτου ταλέντου και ευαισθησίας με την απόλυτη ταπεινότητα και τον αυτοσαρκασμό, με έκανε να τον αγαπήσω παρά πολύ και να νιώσω την ανάγκη να προσπαθήσω να δείξω και σε άλλους το ποσό μοναδικός είναι.
Εννοείται ότι παράλληλα με όλα αυτά υπήρχε και το ωφελιμιστικό κομμάτι. Ήθελα πάρα πολύ να τον γνωρίσω κ να συζητήσω μαζί του και αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος που σκέφτηκα» μας λέει.
Μία κινηματογραφική κατάθεση αγάπης για έναν σπουδαίο άνθρωπο αλλά και ένα δοκίμιο στοχασμού στο πώς η μουσική επηρεάζει σε τόσο μεγάλο βαθμό τη ζωή μας που ρίχνει μια πιο προσωπική ματιά στην ζωή του από έναν άνθρωπο που όπως λέει παθαίνει «ανατριχίλα και ταχυκαρδία» κάθε φορά που ακούει τις πρώτες νότες από τα τραγούδια του κι ας είναι, όπως παραδέχεται, το στυλ του, λόγω ηλικίας και μουσικών καταβολών πολύ μακριά από το Σπανό: «Έτσι, πέρα από ένα «βιογραφικό» ντοκιμαντέρ, πρόκειται
και για μια προσωπική αναζήτηση του τι μας κάνει fans, τι επιλέγουμε να αγαπάμε και πόσο σημαντική είναι η μουσική για την ζωή μας. Άλλωστε περισσότερο πρόκειται για ένα love letter πάρα για οτιδήποτε άλλο».
Ας σταθούμε σε μερικές σεναριακές περιγραφές, στιγμιότυπα και αφηγήσεις που ζωντανεύουν στη μεγάλη οθόνη μια εποχή και μας φανερώνουν τον κόσμο ενός σπουδαίου δημιουργού.
*Αθήνα 1962. Η Ελλάδα κινείται στους ρυθμούς της «έντεχνης» μουσικής. Στο Θέατρο «Μετροπόλιταν ανεβαίνει η «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι. Εκατό μέτρα πιο κάτω, στο θέατρο «Παρκ», παίζεται η παράσταση «Όμορφη Πόλη» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Λίγα χιλιόμετρα βορειότερα, στην Φιλοθέη, σε ένα σπίτι γεμάτο ρολόγια δαπέδου με κούκους, ο Σπανός συναντάει για πρώτη φορά τον Αλέκο Πατσιφά. Ο ιδιοκτήτης του εκδοτικού οίκου « Ίκαρος» ενθουσιάζεται και του ζητάει να επιστρέψει μόνιμα στην
Ελλάδα και να ξεκινήσουν μαζί μια νέα δισκογραφική εταιρία που θα λέγεται Λύρα. Ο Σπανός πείθεται και η Πλάκα γεμίζει με μπουάτ στις οποίες δεσπόζει η νέα μουσική που δημιουργούν. «Ο Πατσιφάς μου είπε ότι πρέπει να δώσουμε ένα όνομα. Εγώ που είχα εντρυφήσει στη Nouvelle Vague που ήταν τότε το κυρίαρχο ρεύμα στο Γαλλικό κινηματογράφο, το μετέφρασα mot à mot και έτσι προέκυψε το Νέο Κύμα».
*Ιερά οδός 1968. Παρά την αστική του καταγωγή, τα χρόνια του στο Παρίσι και την εκλεπτυσμένη μουσική που δημιούργησε για το Νέο Κύμα, ο Σπανός αγαπάει βαθιά οτιδήποτε λαϊκό. Αφήνει τους φίλους του που πηγαίνουν νωρίς για ύπνο και γυρνάει σε όλα τα κακόφημα κουτούκια και «σκυλάδικα» της εποχής. Εκεί ανανεώνει τον έρωτα του με την μουσική και βρίσκει την αυθεντικότητα που είχε ανάγκη. Εκεί νιώθει ο εαυτός του. «Πήγαινα κάθε βράδυ στα κουτούκια στην Ιερά οδό και παντού. Ζαγοραίος, Φωτεινή Μαυράκη αλλά
κυρίως στη Γιώτα Γιάννα. Φεύγαμε από το μαγαζί όταν είχε ήδη ξημερώσει. Και τότε περνάγαμε 2 ώρες να θυμηθούμε που είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο». Αυτό το περιβάλλον ήταν το κομμάτι που ολοκλήρωνε τον καλλιτεχνικό του κόσμο. Και είχε φτάσει η στιγμή, ο κόσμος αυτός να εκφραστεί και στη δική του λαϊκή μουσική, με τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού.
*«Τα βράδια, έπαιζα με τις ώρες πιάνο. Πάντα στα σκοτεινά, πάντα μόνος μου και πάντα με ένα ποτήρι ουίσκι. Μεσοτοιχία με το σπίτι μου στην οδό Μοσχονησίων, ήταν μια κυρία που έκανε ‘αυτή’ τη δουλειά. Πολύ συχνά άκουγα τους πελάτες που ανεβοκατέβαιναν τις
σκάλες. Ποτέ δεν την είχα δει αλλά μια μέρα βρήκα κάτω από την πόρτα μου ένα σημείωμα που έλεγε ‘Σας ευχαριστώ πολύ, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο καλή παρέα μου κάνει η μουσική σας’. Υπάρχει πιο ωραίο κοπλιμέντο;».
-scaled-980x613.png)