Στις ελληνικές αίθουσες από σήμερα η πολυαναμενόμενη και πολυσυζητημένη ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν με τον Κίλιαν Μέρφι στον ρόλο του επιστήμονα που έμεινε στην Ιστορία ως «ο πατέρας της ατομικής βόμβας»
Οπενχάιμερ (Oppenheimer, ΗΠΑ, Ην. Βασίλειο, 2023, 180’)
★★★★☆
● Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν
● Ηθοποιοί: Κίλιαν Μέρφι, Εμιλι Μπλαντ, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζοόυνιορ, Ματ Ντέιμον, Φλόρενς Πιου
Μετά τις σπουδές του στο Χάρβαρντ, κάνοντας μεταπτυχιακό στη Γερμανία, ο Ρόμπερτ Οπενχάιμερ στέκεται, με απογειωμένο βλέμμα και ευθύγραμμο κορμί, μπροστά σ’ έναν πίνακα, την «Καθιστή γυναίκα με σταυρωμένα χέρια» του Πικάσο, ένα κυβιστικό πορτρέτο: κάθε μικροσκοπικό κομμάτι της σφαιρικής όψης της γυναίκας είναι παραταγμένο, όλα στο ίδιο, πρώτο επίπεδο, όλα μαζί να συνθέτουν μία διασπασμένη αλλά ενιαία εικόνα. Οπως ο πυρήνας του ατόμου θα διασπαστεί σε μικροσκοπικά σωματίδια, παντοδύναμα στη σύνθεσή τους. Οπως η ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, για τον άνθρωπο που ελλειπτικά έμεινε στην ιστορία ως «ο πατέρας της ατομικής βόμβας», ένα πορτρέτο κυβιστικό ενός άνδρα, αλλά κυρίως ενός σύμπαντος.
Φυσικά το «Οπενχάιμερ» δεν είναι μια ταινία με γραμμική αφήγηση, δεν είναι μια συμβατική βιογραφία, παρότι βρίσκεται, ας πούμε, πιο κοντά στο έκδηλο της «Δουνκέρκης», παρά στο αινιγματικό του «Inception» ή του «Interstellar». Ξεκινά με δύο ακροάσεις, ή ανακρίσεις. Ο Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, διακεκριμένος και ήδη, μετά τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, αμφιλεγόμενος, ο ίδιος πλέον υπέρμαχος της αποπυρηνικοποίησης, εξετάζεται από μια μικρή επιτροπή, σ’ ένα κλειστό, καφκικά χαμένο δωμάτιο, θεωρητικά για την ανανέωση της άδειας πρόσβασής του σε διαβαθμισμένες πληροφορίες του κράτους, ουσιαστικά για τη σύνδεσή του με μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Αμερική – είναι η μακαρθική περίοδος. Πέντε χρόνια αργότερα (και ταυτόχρονα στην αφήγηση της ταινίας), ο Λούις Στράους, καθοριστική φυσιογνωμία στην άνοδο και την πτώση του Οπενχάιμερ, υποβάλλεται ο ίδιος σε μια «ανάκριση» από τη Γερουσία, για το εάν είναι άξιος ν’ αναλάβει το πολυπόθητό του πόστο του υπουργού Εμπορίου. Οι δύο ανακρίσεις που διακλαδώνονται δίνουν σπίθες για φλας μπακ στο παρελθόν, στον Οπενχάιμερ ως νεαρό επιστήμονα με συμπαντική αγωνία, ως τον πρώτο άνθρωπο που μίλησε για κβαντική φυσική στην Αμερική, ως επικεφαλής του Προγράμματος Μανχάταν, του ψυχροπολεμικού σχεδίου των ΗΠΑ για την κατασκευή της ατομικής βόμβας, ως συγκεχυμένο σύζυγο της αλκοολικής βιολόγου Κίτι και απόντος πατέρα των παιδιών τους, ως σαρωτικό εραστή της καταθλιπτικής κομμουνίστριας ψυχιάτρου Τζιν Τάτλοκ, ως αρχηγό και πρωτοστάτη, μ’ ένα δυνατό Σύνδρομο του Θεού, στο Λος Αλαμος όπου προετοιμάστηκε η πρώτη πυρηνική δοκιμή.
Ταυτόχρονα, κυβιστικά, σε έγχρωμο, σε ασπρόμαυρο, με εκκωφαντική μουσική και με καταλυτική απουσία ήχου, ο Νόλαν τρυπώνει τη ματιά του μέσα στον Νου, στο συγκεκριμένο, πρακτικό και στο φευγαλέο, αφηρημένο, στην οικογένεια, στην εμπιστοσύνη, την πολιτική, την Αμερική, το ποταπό συμφέρον και την αλαζονική φιλοδοξία, την επιστήμη, τον πατριωτισμό, τον φόβο – σ’ ένα κολάζ από θριάμβους και εκβιασμούς, ένα buddy movie επιστημόνων, αμερικανικού πληθωρισμού, πληθωρικού (απρόσμενο) γυμνού, γεμάτο με σποραδικές φιλίες, μαυροπίνακες με εξισώσεις, ουρανούς με αστέρια, το big bang και στοχαστικές, σιωπηλές καταδύσεις στο υποσυνείδητο, ή στην αμείλικτη συνείδηση.
Τον Νόλαν δεν τον ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες της ζωής του Οπενχάιμερ, όσο συναρπαστική, συστρεφόμενη, εκκεντρική και καθοριστική στη σύγχρονη ιστορία του πολέμου και της ειρήνης κι αν ήταν η προσωπικότητά του. Τον ενδιαφέρει περισσότερο η ιδέα της ενοχής, ακόμα το μεγαλείο της επιστήμης, η αληθινή παγκοσμιότητά της (η σύμπραξη επιστημόνων απ’ όλο τον κόσμο στο Λος Αλαμος δεν είναι τίποτε λιγότερο από συγκινητική), η παγίδα της κοινωνικής αποδοχής, η σκοτεινή πλευρά της εξέλιξης (οι συζητήσεις για την πιθανότητα ασταμάτητης αυτοανάφλεξης στην πυρηνική έκρηξη που απλώς θα ισοπέδωνε ολόκληρη τη Γη, μια πιθανότητα που ήταν «σχεδόν μηδενική», δεν παύει να τρομοκρατεί), η διχοτόμηση όχι του ατόμου, αλλά της θεωρίας και της πράξης, του πολιτικού οράματος και των μοχθηρών κινήτρων της μικροπολιτικής, ο ενθουσιασμός για την πρωτοπορία και τη δύναμη της προόδου που σε κάνει να παραβλέψεις τις συνέπειες. Η ιστορία του Προμηθέα, καθώς η ταινία του είναι βασισμένη στη βιογραφία του Οπενχάιμερ από τους Κέι Μπερντ και Μάρτιν Τζέι Σέργουιν, «American Prometheus: The Triumph and Tragedy of J. Robert Oppenheimer», αλλά και ο μύθος του Προμηθέα που ρίχνει το βάρος του στην ιστορία, ήδη από τους τίτλους αρχής της ταινίας: «Ο Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά από τους Θεούς και τη δώρισε στους ανθρώπους. Γι’ αυτό τον αλυσόδεσαν σ’ έναν βράχο και τον βασάνισαν αιώνια».
Ολα αυτά, ο Νόλαν τα τοποθετεί, σαν ένα περίτεχνο «κινέζικο κουτί», μαζί, ταυτόχρονα κάθε στιγμή, στην ταινία του, όπου οι διάλογοι δεν σταματούν σχεδόν ποτέ, όπου οι τρεις ώρες περνούν χωρίς να τις αισθανθείς, όπου, όμως, δεν επιτρέπεται καμία ανάσα, καμία παύση για να χωνευτεί. Με τη μουσική του Λούντβιγκ Γκόρανσον (και κάποια ακόμα, κλασικά κομμάτια) να χτυπά αλύπητα τα μηλίγγια με αυξανόμενη ένταση, συμβάλλοντας στη γενική υπερβολή. Με τον Κίλιαν Μέρφι, στον πιο απαιτητικό ρόλο της ιδιοσυγκρασιακής καριέρας του, να παίζει με το σώμα και τα μάτια του, τόσο ανοιχτόχρωμα γαλάζια που εξαϋλώνονται, όπως και το λεπτεπίλεπτο κορμί του, ένας άνθρωπος «θεωρητικοποιημένος» περισσότερο παρά σαρκικός. Με τον Ματ Ντέιμον να ενσαρκώνει τη στρατιωτική δύναμη, τον όγκο, τον πραγματισμό. Με δυο-τρεις «βρετανικές» πινελιές (για να μην ξεχνάμε ότι ο Νόλαν είναι Αγγλος), σαν τον Κένεθ Μπράνα ως πασιφιστή φυσικό Νιλς Μπορ και τον Γκάρι Ολντμαν ως Τρούμαν, σε μια απολαυστική μίνι-ερμηνεία. Κυρίως, με τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ σε μια συγκλονιστικής λεπτότητας αριστοτεχνική ερμηνεία, από εκείνες που δίνουν στον ρόλο μια δεύτερη, αποθεωτική διάσταση όταν ολοκληρώνονται, τόσο που θέλεις να ξαναδείς την ταινία μόνο και μόνο για να τις απολαύσεις διπλά.
Και μέσα σ’ αυτή την πολυπλοκότητα, οι δύο γυναίκες ηρωίδες αποτυπώνονται με τον πιο σχηματικό, υποβιβαστικό τρόπο, δυο αδύναμες μονοκοντυλιές, όσο κι αν η Εμιλι Μπλαντ ως Κίτι έχει το αιχμηρότερο, κυνικό κι οργισμένο βλέμμα κι όσο κι αν η Φλόρενς Πιου χτίζει μόνη της μια φλεγόμενη προσωπικότητα που ποτέ δεν αποκτά τη σημασία που χρειάζεται στο σενάριο της ταινίας. Και προσθέτει κι ένα φινάλε –μια συζήτηση με τον Αϊνστάιν που νωρίτερα είχαμε παρακολουθήσει σιωπηλή, μια συζήτηση με την Κίτι που διατυπώνει το «νόημα» του φιλμ– υπερβολικά επεξηγηματικό για μια ταινία τόσο απαιτητική της συνθετικής σκέψης του θεατή.
Εκπληκτική, υπερβολικά πυκνή, με στιγμές αδυναμίας και υπερβολής, από την άλλη συγκλονιστική και στην αισθητική και στην ουσία της, υπέρμαχος κάθε επανάστασης της σκέψης, η ταινία είναι ένα επίτευγμα όχι… της ανθρωπότητας, αλλά του Κρίστοφερ Νόλαν, ενός ανθρώπου που λατρεύει τα μέσα που του προσφέρει σινεμά, ή που το σινεμά δημιουργεί γι’ αυτόν, μια και το «Οπενχάιμερ» γυρίστηκε σε imax 70mm, πράγμα που εμείς δεν βλέπουμε καν, αλλά εισπράττουμε την ακρίβεια των άπειρων μικρολεπτομερειών στο πλάνο, στον πυρήνα του. Ενα έργο όλο και πιο μεγάλο, όλο και πιο τρανό, περισσότερο εγκεφαλικό παρά συναισθηματικό, που δεν έχει μυστήριο, δεν έχει ανεξήγητο, όπου δεν μας νοιάζει αν η έκρηξη της δοκιμής Τρίνιτι στο Λος Αλαμος όντως δεν έγινε ψηφιακά, μας νοιάζει ότι συνταράσσει το είναι μας, με τα θύματα της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι που τα βλέπουμε… στο σινεμά, μόνο με τη λάμψη τους να φωτίζει τα σκοτεινά πρόσωπα της ευθύνης. Μια ταινία ενός σπουδαίου δημιουργού, που μπορεί να παρασύρεται από τις ίδιες τις ικανότητές του, όχι πολύ διαφορετικά από τον Οπενχάιμερ, αλλά που πάντα, τελικά, στο επίκεντρο του σινεμά του προσπαθεί να θεραπεύσει μια τραυματισμένη ψυχή.
Οι 2 Αλφρέντ (Les 2 Alfred, Γαλλία, 2020, 92’)
★★☆☆☆
● Σκηνοθεσία: Μπρουνό Πονταλιντές
● Ηθοποιοί: Ντενί Πονταλιντές, Σαντρίν Κιμπερλέν, Μπρουνό Πονταλιντές
Ο άνεργος Αλεξάντρ πρέπει ν’ αποδείξει στη γυναίκα του, που είναι σε αποστολή σε υποβρύχιο, ότι μπορεί να βρει δουλειά και να φροντίσει τα δυο παιδιά τους. Θα προσληφθεί από μια εξαιρετικά «μοντέρνα» start up, η οποία, όμως, δεν δέχεται υπαλλήλους με παιδιά.
Με τη βοήθεια του καινούργιου του φίλου, του ευρηματικού τυχοδιώκτη Αρκιμπόλντο κι απέναντι στην ανταγωνιστική συνάδελφό του, Σεβερίν, ο Αλεξάντρ θα καμουφλάρει την οικογενειακή κατάστασή του για όσο αντέξει. Γαλλική κωμωδία, με πρεμιέρα στις Κάνες, για την αλλοτρίωση που δημιουργεί το αμερικανόφερτο επαγγελματικό πρότυπο και οι νέες τεχνολογίες, παλιομοδίτικη, έως και υπεροπτική απέναντι στην εξέλιξη, ωστόσο με μια αίσθηση τρυφερότητας για την ανθρώπινη κατάσταση και τρεις διασκεδαστικούς πρωταγωνιστές που ξεπερνούν το παλιακό του σεναρίου.
Αντίστροφη μέτρηση
(Retribution, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, ΗΠΑ, 2023, 91’)
● Σκηνοθεσία: Νιμρόντ Αντάλ
● Ηθοποιοί: Λίαμ Νίσον, Νόμα Νταμεζουίνι, Λίλι Ασπελ, Εμπεθ Ντάβιντς, Μάθιου Μοντίν
Ο επιχειρηματίας Ματ πηγαίνει τα δυο παιδιά του στο σχολείο με το αυτοκίνητο – μόνο που, όταν ένας άγνωστος εκβιαστής του τηλεφωνήσει για να του πει ότι κάτω από το κάθισμά του έχει τοποθετήσει μια βόμβα, που θα εκραγεί εάν εκείνος δεν ακολουθήσει κατά γράμμα τις οδηγίες του, μια συνηθισμένη πρωινή διαδρομή μετατρέπεται σε πορεία προς την κόλαση. Από τους παραγωγούς των «Non-Stop» και «Ο επιβάτης», διασκευή του ισπανικού θρίλερ «El Desconocido» («Με απόκρυψη») του 2015, γιατί καλοκαίρι δεν βγαίνει χωρίς περιπέτεια με τον Λίαμ Νίσον και την αυξημένη τεστοστερόνη του.
Επανεκδόσεις
● Ενας Γκοντάρ («Ολα πάνε καλά», 1972) με την Τζέιν Φόντα και τον Ιβ Μοντάν να καταδεικνύουν ό,τι πήγε στραβά κι ό,τι οφείλει να διορθωθεί στη Γαλλία μετά τον Μάη του ’68, σ’ ένα φιλμ σημαντικό ιστορικά, αλλά αδύναμο αισθητικά και σεναριακά μέσα στη φιλμογραφία του καθοριστικού auteur. Μια τιμημένη επανέκδοση της ταινίας του Κώστα Φέρρη από το 1978, «Δυο Φεγγάρια τον Αύγουστο», διασκευή των «Λευκών Νυχτών» του Ντοστογιέφσκι, με τη Μυρτώ Παράσχη και τον Σπύρο Σακκά σε μια έρημη καλοκαιρινή Αθήνα (και μόνο γι’ αυτό αξίζει η θέαση της ταινίας), να ζουν έναν έρωτα εγκλωβισμένο στις αναστολές και τις φαντασιώσεις τους: μια ταινία επίσης εγκλωβισμένη στα σουρεαλιστικά στοιχεία και τη σκηνοθετική επιτήδευση της εποχής της που, παρ’ όλα αυτά, μιλά σοφά, έστω κι αν αφόρητα πλέον, τόσο για τις ανθρώπινες σχέσεις όσο και για τη θέση της Ελληνίδας γυναίκας στο κατώφλι της χειραφέτησής της. Και το «Vicky Cristina Barcelona» του Γούντι Αλεν (2008), με τους Χαβιέρ Μπαρδέμ, Σκάρλετ Τζοχάνσον, Ρεμπέκα Χολ και Πενέλοπε Κρουζ (Οσκαρ Β’ Γυναικείου για τον ρόλο της φλογερής Μαρία Ελένα) σε μια απολαυστική διακωμώδηση των στερεοτύπων στις ερωτικές σχέσεις, σε μια ζηλευτή ηλιόλουστη Βαρκελώνη, χρόνια πριν το «polyamorous» αποτελέσει επίκαιρο λήμμα, ιδανικό για θερινό σινεμά, παρότι η ταινία ούτε τόσο δυσεύρετη ούτε τόσο παλιά είναι ώστε να καλεί για επανέκδοση.
