ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επίσημη συμμετοχή

(Competencia oficial, Ισπανία, Αργεντινή, 2021, 115’)

★★½☆☆

● σκηνοθεσία: Μαριάνο Κον, Γκαστόν Ντουπράτ

● ηθοποιοί: Πενέλοπε Κρουζ, Αντόνιο Μπαντέρας, Οσκαρ Μαρτίνεζ

Ενας δισεκατομμυριούχος, σκεπτόμενος την υστεροφημία του, αποφασίζει να κάνει ένα έργο που να μείνει: μια κινηματογραφική ταινία, την καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Για τον σκοπό αυτό προσλαμβάνει τρεις ανθρώπους-κλειδί. Τη λατρεμένη των κριτικών σκηνοθέτρια Λόλα Κουέβας, βραβευμένη στις Κάνες και στη Βενετία, «ιδιότροπη» και «απαιτητική». Τον σούπερ σταρ Φέλιξ Ριβέρο, εμπορική εγγύηση, ηθοποιό που δεν «ντρέπεται» να κάνει καριέρα και στην Αμερική, που κυκλοφορεί με σπορ αυτοκίνητα και τρώει μόνο μακροβιοτικά. Και τον αναγνωρισμένο θέσπι Ιβάν Τόρες, ταλέντο του θεάτρου και δάσκαλο, ταυτόχρονα ανθρωπιστή και κομμουνιστή. Οι τρεις τους θα ξεκινήσουν πρόβες για το γύρισμα και η σύγκρουσή τους θα είναι καλύτερη και από ταινία.

Οι δύο σκηνοθέτες που, μαζί και με τον αδελφό Αντρές Ντουπράτ συνυπογράφουν και το σενάριο, γράφουν μια κωμωδία, κατάμαυρη και κυνική, για το ίδιο το σινεμά, την ιδιοσυγκρασία των καλλιτεχνών, το τίμημα της φήμης, τον ανταγωνισμό και τα κονταροχτυπήματα, εκπληκτικά αυτοαναφορική και, στο πρώτο μέρος της τουλάχιστον, εξαιρετικά αστεία.

Η άγρια φεμινίστρια Λόλα, ο ιντελεκτουέλ Ιβάν και ο αδαής, σεξιστής, υπερδιάσημος Φέλιξ παίζουν καμουφλαρισμένα με την εικόνα της Πενέλοπε, του Οσκαρ, του Αντόνιο, με τις ιστορίες που οι ίδιοι έχουν ζήσει, με όσα έχουν καταφέρει και για όσα έχουν κατηγορηθεί. Χωρίς φραγμούς –χωρίς, άλλωστε, τελική ταινία, της οποίας δεν βλέπουμε ούτε ένα πλάνο– η «Επίσημη συμμετοχή» είναι μια απολαυστική βουτιά στο μέτα, με τρεις συναρπαστικούς ηθοποιούς που παίζουν με τη δική τους φυσιογνωμία, με τους ήρωές τους, τη μεταξύ τους υποκρισία, την υποκριτική, τις απαιτήσεις στην πρόβα και στη ζωή. Το δεύτερο μέρος κυλά πιο επαναλαμβανόμενα, αναίτια πιο βαριά, στερώντας από το φιλμ το μπρίο και το κλείσιμο ματιού του πρώτου μέρους – ικανού, ωστόσο, να θέσει «επίσημη συμμετοχή» για κάποιες από τις σκηνές που θα μείνουν αξέχαστες αυτό το καλοκαίρι.


Bullet Τrain

(Ιαπωνία, ΗΠΑ, 2022, 126’)

★★½☆☆

● σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιτς

● ηθοποιοί: Μπραντ Πιτ, Αρον Τέιλορ-Τζόνσον, Μπράιαν Ταϊρί Χένρι, Τζόι Κινγκ, Χιρογιούκι Σανάντα, Αντριου Κότζι, Μάικλ Σάνον, Σάντρα Μπούλοκ

Ο Λέιντιμπαγκ, ο άντρας με το ψευδώνυμο που ταυτίζεται με την τυχερή πασχαλίτσα, είναι ένας πληρωμένος δολοφόνος παροιμιωδώς άτυχος. Εχοντας εμπιστοσύνη στη νέα φάση της ζωής του και με την υποστήριξη του ψυχολόγου του, ξεκινά την καινούργια του αποστολή: βρίσκεται στο Τόκιο, ανεβαίνει στο πιο γρήγορο τρένο του κόσμου κι επιχειρεί να βρει και να πάρει μια βαλίτσα και να κατέβει στην πρώτη στάση. Οχι απλώς ο Λέιντιμπαγκ δεν θα μείνει πιστός στο σχέδιό του, αλλά και θα συναντήσει μπόλικους ακόμα «συναδέλφους» του απ’ όλο τον κόσμο, με αποστολές που έχουν ένα κοινό με τη δική του. Με κάποιον τρόπο συνδέονται όλες με τον μύθο που ακούει στο όνομα Λευκός Θάνατος.

Ο Ντέιβιντ Λιτς των πρώτων «John Wick», του «Atomic Blonde», του «Deadpool», χτίζει μια ταινία τόσο γρήγορα εναλλασσόμενη όσο οι εικόνες έξω από τα παράθυρα του τρένου-εξπρές. Ιαπωνική ποπ κουλτούρα, εκκωφαντική βία, σπαρταριστό χιούμορ στήνουν μια κινηματογραφική τσιχλόφουσκα νόστιμη και πληθωρική. Μόνο που η ταινία κυλά σε μεγάααλη διάρκεια και, τελικά, δεν στηρίζεται σε τίποτε το ιδιαίτερα έξυπνο, με αποτέλεσμα ο θεατής να πιάνεται στο κάθισμα του τρένου και να χαζεύει το, όντως, απολαυστικά συλλεγμένο καστ, με επικεφαλής έναν Μπραντ Πιτ, όμορφο όσο ποτέ, που μοιάζει, τουλάχιστον, να διασκεδάζει με τη διαδρομή.


Επανεκδόσεις

«Το Μαγαζάκι της Κεντρικής Οδού» των Γιαν Καντάρ και Ελμαρ Κλος (Τσεχοσλοβακία, 1965). Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου ο Τόνο, ένας φτωχός ξυλουργός τον οποίο ούτε η γυναίκα του δεν παίρνει στα σοβαρά, αναλαμβάνει την ευθύνη της «αριανοποίησης» ενός μικρού μαγαζιού στο κέντρο της πόλης, που ανήκει στην κυρία Λατμάνοβα. Οσο έξω από το μαγαζάκι ξετυλίγεται η θηριωδία του Ολοκαυτώματος, ο Τόνο και η κυρία Λατμάνοβα θα βρουν τον τρόπο να στηρίξουν ο ένας τον άλλον. Μια φαινομενικά ελαφριά, κατά στιγμές διδακτική τραγικωμωδία που έγινε σήμα κατατεθέν του τσεχοσλοβακικού πολιτικού σινεμά και του νέου κύματος, ακόμα και στην Αμερική όπου τιμήθηκε με το Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

«Atlantic City» του Λουί Μαλ (Γαλλία, Καναδάς, 1980). Η Σάλι δουλεύει σ’ ένα ψαράδικο, αλλά ονειρεύεται να γίνει κρουπιέρης στο καζίνο του Μονακό. Ο πολύ μεγαλύτερός της Λου, που τη χαζεύει κάθε βράδυ από το παράθυρο, ήταν διάσημος τζογαδόρος, αλλά τώρα ίσα που μαζεύει λίγα χρήματα για τη ρουλέτα. Οι δυο τους θα συνδεθούν με τον πιο απρόσμενο τρόπο στο Ατλάντικ Σίτι που αγωνίζεται, όπως κι εκείνοι, να… ανοικοδομηθεί. Εμβληματική, όσο και ταυτισμένη με την εποχή της, ταινία του Λουί Μαλ που βραβεύτηκε με το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία και ήταν υποψήφια για 5 Οσκαρ, αλλά μένει στη μνήμη περισσότερο για την ελλοχεύουσα παρουσία του Μπερτ Λάνκαστερ και την εναρκτήρια σκηνή της γυμνής Σούζαν Σαράντον που καθαρίζει το κορμί της με λεμόνι, για να βγάλει τη μυρωδιά της δουλειάς.