Τι γυρεύει μια video artist στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και, μάλιστα, κατευθείαν, με την πρώτη της κινηματογραφική απόπειρα, το «Kala azar», στο Διεθνές Διαγωνιστικό της 61ης διοργάνωσης (5-15 Νοεμβρίου), μια από τις τρεις ελληνικές ταινίες που διεκδικούν τον Χρυσό Αλέξανδρο;
Αγνωστη στην Ελλάδα, ακόμα και στην εικαστική κοινότητα, η 36χρονη Τζάνις Ραφαηλίδου έχει ήδη στο εξωτερικό μια ενδιαφέρουσα πορεία, το όνομα Janis Rafa ακούγεται, έργα της εκτίθενται και μπαίνουν σε συλλογές. Κυρίως από την εποχή που η νεαρή Ελληνίδα με τις σπουδές τέχνης (μέχρι και PhD) στο Πανεπιστήμιο του Λιντς, στην Αγγλία, επιλέχτηκε από τη Rijksacademie του Αμστερνταμ, το πιο διάσημο art residency της Ευρώπης.
Η σχέση της με την Ολλανδία δεν καθρεφτίζεται μόνο στην παραγωγή της ταινίας της, αλλά και στην πορεία της. Από το Φεστιβάλ του Ρότερνταμ ξεκίνησε το «Kala azar», βραβεύτηκε κιόλας ως καλύτερη ολλανδική ταινία από την Ενωση Ολλανδών δημοσιογράφων, ενώ ήδη έχει βγει σε εμπορική διανομή.
Είναι «ιδιαίτερη» ταινία και κινηματογραφικά, αφού είναι εμφανής η καταγωγή της Ραφαηλίδου από τη video art, αλλά και θεματικά. Eνα νεαρό ζευγάρι μαζεύει από μια υποβαθμισμένη περιοχή, στα περίχωρα βιομηχανικής πόλης, νεκρά οικιακά ζώα, καναρίνια, γάτες, σκυλιά, ακόμα κι ένα ψαράκι, τα αποτεφρώνει και επιστρέφει τις στάχτες στους ιδιοκτήτες τους. Ολο αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μια βαθιά προσωπική σύλληψη και η σκηνοθέτις δέχεται να δώσει κάποια «αυτοβιογραφικά» κλειδιά του έργου της.

Μεγάλωσε με γονείς που μάζευαν από αγάπη αδέσποτα ζώα, θυμάται να έχουν 7-8 σκυλιά στο σπίτι, η πρώτη της επαφή με τον θάνατο και την απώλεια ήταν όταν ξέσπασε επιδημία Καλά αζάρ και άρχισαν να χάνουν τα σκυλιά τους. Αργότερα, όταν μεγάλωσε, άρχισε να τριγυρίζει μόνη της στις περιοχές του Ασπρόπυργου και του Κορωπίου όπου είναι γυρισμένη και η ταινία. Την ενδιέφεραν τα πάντα, «περιθωριακές ομάδες ανθρώπων, όπως οι μετανάστες», «ζώα παρατημένα ή νεκρά». «Ηθελα να κατανοήσω το τοπίο, όλα τα κρυφά του κομμάτια, αυτά που συνήθως προσπερνάμε, δεν τους δίνουμε σημασία». Κάποια στιγμή, άρχισε και μια έρευνα χρόνων, με κάμερα και φωτογραφική μηχανή στο χέρι.
«Μικρά μικρά κομμάτια από τα βίντεο που είχα γυρίσει βρήκαν τη θέση τους στην ταινία, πρόσθεσα τους δύο χαρακτήρες για να ενισχυθεί η αφήγηση και προχώρησα έχοντας πάντα την καθοριστική συμμετοχή του διευθυντή φωτογραφίας Θοδωρή Μιχόπουλου, σταθερού συνεργάτη μου επί χρόνια, της art director Ελενας Βαρδαβά και των δύο ηθοποιών, του Δημήτρη Λάλου και της Πηνελόπης Τσιλίκα», εξηγεί. Η Τσιλίκα ίσως να ‘ναι και alter ego της – άλλωστε της μοιάζει πολύ.
«Η ταινία προσπαθεί να μας κάνει να αναρωτηθούμε, να συνειδητοποιήσουμε την αξία που έχει το σώμα, ακόμα και το νεκρό σώμα, που δεν είναι όμοιο με μας. Να νιώσουμε αγάπη για σώματα που είναι διαφορετικά, που αισθάνονται διαφορετικά. Ακόμα και να νιώσουμε ευθύνη για το γεγονός ότι τρώμε χωρίς καμιά συναίσθηση ζώα», λέει η Τζάνις Ραφαηλίδου. Είναι πραγματικά συγκινητική η σκηνή που μια ολόκληρη μπάντα παίζει μουσική μέσα σε ορνιθοτροφείο, σαν να τιμά τις κότες που θα οδηγηθούν την άλλη μέρα σε σφαγή και στο πιάτο μας.
«Κάποιοι είδαν στο ζευγάρι της ταινίας και στην εμμονή τους με την περισυλλογή νεκρών ζώων ένα είδος ακτιβισμού. Είναι, όμως, ακριβώς το αντίθετο. Ο ακτιβισμός ασχολείται με τη ζωή, όχι με τον θάνατο», λέει. «Αυτό που κάνουν είναι μια ενδοσκόπηση, μια αυτοαναλυτική διαδικασία. Σαν να προσπαθούν να φροντίσουν, να καθαρίσουν έναν τόπο που με τίποτα δεν γίνεται να τακτοποιηθεί. Γιατί, όπου υπάρχει ο άνθρωπος υπάρχει και κάτι το καταστροφικό απέναντι στη φύση και τα ζώα».
Η ταινία της, με τον ρεαλισμό της, τον θάνατο, τη βρομιά, τη φθορά ακόμα και των ανθρώπινων σωμάτων, ίσως να απωθήσει κάποιους θεατές. «Μόνο όταν άρχισα να τη δείχνω σε κοινό συνειδητοποίησα ότι κάποιοι ένιωθαν άβολα», απαντά με ειλικρίνεια. «Αυτό, όμως, που εσείς μπορεί να βρείτε αηδιαστικό, για μένα είναι τρομερά οικείο και βολικό».
Δεν θα ‘λεγε το ίδιο και για την κινηματογραφική της εμπειρία.
«Η ταινία ήταν για μένα σαν ένα πολύτιμο μάθημα. Eρχόμουν από έναν διαφορετικό καλλιτεχνικό κόσμο, δεν ήξερα καν να γράφω σενάρια, δεν ήξερα πώς χτίζεται ένα ολόκληρο σύμπαν κινούμενων εικόνων με άλλη σχέση με τον χρόνο (μεγαλύτερος χρόνος αφήγησης και θέασης), ούτε καν τι σημαίνει να έχεις αρκετούς συνεργάτες. Αλλά με ενδιέφερε να μάθω πώς λειτουργεί το σινεμά, δεν πήγαινα να κάνω το τέλειο, να τα καταφέρω όλα. Είναι μια δουλειά που έγινε αυθόρμητα και με ειλικρίνεια», λέει.
Σήμερα, όμως, νιώθει πως ήρθε στο σινεμά για να μείνει. «Μου αρέσει πολύ. Δεν πιστεύω ότι η εικαστική μου ταυτότητα αναιρεί την κινηματογραφική, ίσα ίσα που η μία τροφοδοτεί την άλλη. Αλλωστε, από την εποχή των σπουδών μου είχα μια τάση προς την κινούμενη εικόνα, με ενδιέφερε η χρήση του πειραματικού ντοκιμαντέρ και του video essay στην αποκωδικοποίηση και αφήγηση της πραγματικότητας».
Και όντως συνδυάζει και τα δυο. Μετά το «Kala azar» ολοκλήρωσε το βιντεο-αρτ «Lacerate», ανάθεση του In Between Art Film της δισεκατομμυριούχου Beatrice Bulgari, με θέμα τη φυλετική και ενδοοικογενειακή βία στη διάρκεια του lockdown. Ενώ το νέο της σενάριο χρηματοδοτήθηκε από το κρατικό Netherlands Film Fund. Αυτό που μένει είναι να δούμε και στην Ελλάδα το καθαρά εικαστικό της έργο.
