Δεν είναι μόνο το θέατρο. Και ο κινηματογράφος είναι μεγάλο θύμα της πανδημίας. Οχι τόσο οι καλλιτέχνες του, αφού κουτσά στραβά ταινίες άρχισαν κάποια στιγμή να γυρίζονται παντού στον κόσμο, με την ελπίδα ότι κάποτε θα βρουν τον δρόμο τους. Αυτοί που την πάτησαν αγρίως είναι οι αιθουσάρχες και οι διανομείς.
Ειδικά στην Ελλάδα έστω και με το άνοιγμα των θερινών κινηματογράφων, που ήταν μια ανάσα για επιχειρηματίες και κοινό, το πρόβλημα είναι τεράστιο. Κυρίως στην Αθήνα. Οι χειμερινές αίθουσες παραμένουν ουσιαστικά κλειστές από τις 12 Μαρτίου, κοντά εφτά μήνες τώρα. Πήραν άδεια να ανοίξουν (με υποχρεωτική μάσκα) στις 30 Ιουνίου, δώρον άδωρον αφού πρόκειται για μια εποχή που ελάχιστοι πάνε σε κλειστή αίθουσα, κι έτσι πολλές ούτε το τόλμησαν. Και ξαφνικά, ακριβώς την εποχή που άρχισαν να ετοιμάζονται να ξανανοίξουν, με τον καιρό να φθινοπωριάζει, ήρθε το δεύτερο χτύπημα.
Τα κρούσματα, που ξέφυγαν στην Αθήνα, οδήγησαν πάλι τα σινεμά στο κλείσιμο – τυπικά η καραντίνα τους λήγει τη Δευτέρα. Καμιά βεβαιότητα όμως δεν υπάρχει, κανένα σημάδι από το ΥΠΠΟΑ. Την ίδια στιγμή στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, κάποιες με χειρότερα επιδημιολογικά δεδομένα από τα δικά μας όπως η Αγγλία και η Γαλλία, οι αίθουσες είναι ανοιχτές.
Είναι, για σκεφτείτε το, η μόνη οικονομική δραστηριότητα που παραμένει κλειστή. Οι επιχειρηματίες δεν κρύβουν την αγωνία τους. Ο Δημήτρης Γάκας, ιδιοκτήτης ενός από τους πιο γνωστούς, μεγάλους και κεντρικούς κινηματογράφους, του «Αθήναιον» επί της Βασιλίσσης Σοφίας, με τις γιγαντοαφίσες του και τις ουρές των σινεφίλ, γίνεται εξομολογητικός. «Από το 1983 ώς το 2020 πήγαινα κάθε μέρα στο «Αθήναιον», είναι το σπίτι μου. Αυτοί οι μήνες που το έχω στερηθεί με έχουν σκοτώσει».
Ο κινηματογράφος είναι ιδιόκτητος, τον είχε αγοράσει ο πατέρας του, Ελληνας της Νότιας Αφρικής. Ο ίδιος, αν και πολιτικός μηχανικός, ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση και άλλαξε η ζωή του, το σινεμά έγινε πάθος και ευτυχία. Τόσο που ήταν από τους λίγους αιθουσάρχες οι οποίοι πήραν το ρίσκο να ανοίξουν καλοκαιριάτικα. Στις 26 Αυγούστου. «Μα, είσαι τρελός; μου έλεγαν. Εχει ζέστη, έχει μάσκες, έχει ανοιχτά θερινά που παίζουν και τις ίδιες ταινίες. Εγώ, ανένδοτος. Κάποιος πρέπει να δείξει στον κόσμο ότι υπάρχουμε, το «Αθήναιον» είναι κεντρικό, το βράδυ θα βλέπουν τα φώτα, θα ηρεμήσει το τοπίο, σκεφτόμουνα».
Η εμπειρία του ήταν ενδιαφέρουσα. Και όχι εντελώς χάλια. «Είχαμε κατά μέσο όρο πενήντα εισιτήρια την ημέρα. Το «Αθήναιον» εχει φανατικούς θεατές. Ολοι έρχονταν με μάσκα, αν κάποιος δεν είχε, του δίναμε. Η αίθουσα είναι αχανής, φροντίζαμε να τους βάζουμε πολύ μακριά τον ένα από τον άλλο». Εχει άραγε εικόνα αν η μάσκα παρέμενε στη θέση της μέσα στο σκοτάδι; Γελάει. «Ο έλεγχος δεν είναι εύκολος, δεν μπορείς να μπεις και να κοιτάς με φακό τα πρόσωπα των θεατών. Αλλά επειδή εμείς έχουμε κάμερες ασφαλείας, έβλεπα ότι το 90% των θεατών δεν την έβγαζε – αντίθετα με τα θερινά που τη βγάζουν κατευθείαν με το που μπαίνουν, έχω και το θερινό «Αριάν» στη Γλυφάδα».
Ολα αυτά δεν είναι γραφικές ιστορίες. Ο Δημήτρης Γάκας είναι σοβαρός άνθρωπος, που πιστεύει «απόλυτα σε όλα τα μέτρα που παίρνει ο ΕΟΔΥ» και καταλαβαίνει ότι κάποιες οικονομικές δραστηριότητες αναγκαστικά θα διακοπούν, αν χρειαστεί. Είναι όμως πεισμένος ότι «οι κινηματογραφικές αίθουσες είναι απολύτως ασφαλείς, αν βέβαια τηρηθούν αυστηρά όλα τα πρωτόκολλα». Επιμένει. «Δεν είμαστε πιο επικίνδυνοι από τα γυμναστήρια, τα κομμωτήρια, τα ινστιτούτα αισθητικής, ακόμα και την εστίαση, όπου ο ένας κάθεται πάνω στον άλλο και η μάσκα κάτω από το πηγούνι, ακόμα και στα γκαρσόνια. Στο κλειστό σινεμά ο άλλος έρχεται αποφασισμένος, προγραμματισμένος να φορέσει μάσκα, είναι και ο κλειστός χώρος, που προδιαθέτει σε μεγαλύτερη εγρήγορση. Γιατί λοιπόν αυτή η διακριτική μεταχείριση από την επιτροπή; Γιατί η στοχοποίηση του κινηματογράφου, που τρομάζει και επηρεάζει το κοινό;»
Μη μιλήσουμε για την οικονομική χασούρα του κλάδου. «Μηδενικό τοπίο» λέει ο Δημήτρης Γάκας και απαριθμεί τα πολύ υψηλά ενοίκια («όσο και να τα μείωσαν, παραμένουν δυσβάσταχτα για επιχειρήσεις που είναι εφτά μήνες κλειστές»), τα δημοτικά τέλη, τους τουλάχιστον δύο χιλιάδες εργαζόμενους στην αίθουσα σε όλη την Ελλάδα. Για έλλειψη ταινιών, ούτε λόγος, «εκτός από μας κλείσανε και τα γραφεία διανομής» λέει. Αλλά λύσεις πάντα υπάρχουν κι ας μην είναι μπλοκμπάστερ. Το θέμα είναι να ανοίξουν οι αίθουσες στην Αθήνα. Το θέμα είναι να ακούσει το ΥΠΠΟΑ την κραυγή τους. Και των σινεφίλ που κακά τα ψέματα, φοβισμένοι ή ατάραχοι, δεν κρατιούνται.
