ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ερση Δάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν χρειάζεται συστάσεις, ωστόσο αξίζει τον κόπο να ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά στο έργο του Κλιντ Ιστγουντ που διανύει μισό και παραπάνω αιώνα! Οι παλιότερες γενιές τον θυμούνται σαν τον ωραίο και ηλιοκαμένο καουμπόι στα θρυλικά σπαγγέτι γουέστερν «Για μια χούφτα δολάρια» (1964), «Μονομαχία στο Ελ Πάσο» (1965), «Ο καλός, ο κακός και ο ασχημος» (1966) ή στη δεκαετία του 1970 σαν τον «Βρώμικο Χάρι», τον ατίθασο αστυνομικό που ήταν πιο κοντά στους παράνομους από ό,τι τους νομοταγείς… Οι νεότερες, πάλι, γενιές τον θαυμάζουν για το πλούσιο σκηνοθετικό έργο του, που άρχισε με το πολυβραβευμένο, αυστηρό γουέστερν «Οι ασυγχώρητοι» (1992), ενώ συνέχισε με αξέχαστες ταινίες όπως «Σκοτεινό ποτάμι» (2003), «Million Dollar Baby» (2004) ή το ξενόγλωσσο «Γράμματα από το Ιβο Τζίμα» (2006).

Παρ’ όλες τις επιτυχίες του κι ενώ πάντα τον βλέπαμε ως φορέα της ατομικής ελευθερίας που τόσο ωραία εκπροσωπείται από το γουέστερν, το αγαπημένο κινηματογραφικό είδος του Ιστγουντ, τα τελευταία χρόνια, ειδικά στην εποχή Τραμπ, τολμώ να πω, έχει αρχίσει να ξεπέφτει ο μύθος του, χωρίς βέβαια αυτό να αναιρεί την αξία του ποικίλου έργου του. Οταν, όμως, προσπάθησε να γελοιοποιήσει τον Μπαράκ Ομπάμα πριν από τη δεύτερη θητεία του απευθυνόμενος προς μια άδεια καρέκλα στη σκηνή το 2011, κατάφερε μόνο να γελοιοποιήσει τον εαυτό του και να χάσει ένα μέρος τουλάχιστον του σεβασμού που έτρεφε πάντα γι’ αυτόν το κοινό. Η εντύπωση ότι ο Ιστγουντ έχει κάνει στροφή προς τις προκαταλήψεις της Δεξιάς του Τραμπ που επιμένει να προβάλλεται ως πατριωτική, συνέχισε να χρωματίζει τις τελευταίες παραγωγές του, όπως την υπερπατριωτική «Ελεύθερος σκοπευτής» (2014), όπου ο ήρωας εκθειάζεται για τις θανατηφόρες βολές του, και όλα τα επόμενα «Sully» (2016), «The 15:17 to Paris» (2018), «Το βαποράκι» (2018), που επίσης απευθύνονται στην ευαισθησία των Αμερικανών για τον ήρωα που απαρνείται τον εαυτό του ώστε να σώσει άλλους, πέφτοντας όμως θύμα του κατεστημένου στην πορεία.

Είναι απίστευτο πώς αλλάζουν τα πράγματα, οι ιδέες και οι προτιμήσεις μας. Γιατί ο ήρωας που πέφτει θύμα του συστήματος ήταν πάντα μοτίβο των προοδευτικών καλλιτεχνών και όχι το αντίθετο, όπως είναι στις μέρες μας και όπως μας το δείχνει καλά ο Ιστγουντ. Στο σκληρό παιχνίδι που παίζεται τώρα στην Αμερική ανάμεσα στην οικονομία των πολυεθνικών εταιρειών και όλων αυτών που θέλουν να αρπάξουν όσο δυνατόν περισσότερη εξουσία και χρήμα, δήθεν πρεσβεύοντας το ιδανικό της απελευθέρωσης από το καταπιεστικό κυβερνητικό σύστημα ή δήθεν πρεσβεύοντας το τρίπτυχο «πατρίδα – θρησκεία – οικογένεια», από τη μια μεριά, και, από την άλλη, το κυβερνητικό κατεστημένο των Δημοκρατικών που θέλει να διατηρήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς και να προσαρμοστεί στις ανάγκες της εποχής, ο Ιστγουντ έχει οπωσδήποτε σταθεί με το μέρος του πρώτου, ρεπουμπλικανικού, «αντικυβερνητικού» και ακροδεξιού, ταυτόχρονα, ρεύματος.

Οι προκαταλήψεις του φάνηκαν ξεκάθαρα στην τωρινή του ταινία «Η μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ», βασισμένη σε πραγματικό γεγονός, στη βόμβα που εξερράγη το 1996 στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα, όπου ένας ιδιότροπος και υπερενθουσιώδης φύλακας πρώτα επαινέθηκε ως ήρωας και αργότερα λανθασμένα δικάστηκε ως ύποπτος για την τρομοκρατική ενέργεια. Η θέση του Ιστγουντ, ακόμα μια φορά, επαναλαμβάνεται: Ο αγνός πατριώτης, που τα δίνει όλα για να κάνει καλά τη δουλειά του, βρίσκει τον μπελά του μέσα σε ένα σύστημα άκαρδο και τελικά άδικο, ένα σύστημα που δεν χωράει ιδεαλιστές όπως τον Ρίτσαρντ Τζούελ, ο οποίος μόνο ήθελε «να προστατεύσει τον κόσμο». Η ταινία δεν ενδιαφέρεται διόλου για τις ανθρώπινες πτυχές των χαρακτήρων. Αντίθετα, έχει ένα προπαγανδιστικό ύφος που την καταδικάζει στη μετριότητα.

Επικρίθηκε από το κοινό, επίσης, όταν φανερώθηκε ότι η νύξη στην ταινία πως η δημοσιογράφος Κάθι Σκραγκς που έφερε στη δημοσιότητα την ιστορία του Τζούελ αντάλλαξε σεξ για πληροφορίες από έναν πράκτορα του FBI, ήταν εντελώς αβάσιμη. Το σκάνδαλο είχε ως αποτέλεσμα οι εισπράξεις της ταινίας να περιοριστούν στις μισές από τις προβλεπόμενες.

Ωστόσο, ο Κλιντ Ιστγουντ είναι πάντα πρώτα δημιουργός και μετά οτιδήποτε άλλο θέλουμε να του προσάψουμε. Και ως δημιουργός αξίζει την αμερόληπτη προσοχή όλων μας – στο κάτω κάτω οι εποχές μπορεί να άλλαξαν, αλλά ο ίδιος κατά βάθος παρέμεινε σε όλη του την καριέρα ένας… φτωχός και μόνος καουμπόι…

• Τι σας ώθησε να κάνετε ταινία για τον Ρίτσαρντ Τζούελ;

Διάβασα ένα άρθρο γι’ αυτόν με τίτλο «Μια μεγάλη αμερικανική τραγωδία» και μου φάνηκε παρά πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι κάποιος τιμωρήθηκε για την ηρωική πράξη του, έχοντας κατηγορηθεί για το ίδιο το έγκλημα που πάλεψε. Μου φάνηκε μια μοναδική περίπτωση που προσφερόταν για ταινία. Πρόκειται για ένα πρότζεκτ που κυνηγώ εδώ και πέντε χρόνια τώρα, το οποίο μόνο τελευταία έγινε προσιτό. Ηταν μια ευκαιρία στην οποία δεν θα μπορούσα να αντισταθώ· η ιστορία είχε κυριαρχήσει στον νου μου.

• Ο αδέσμευτος Τύπος έχει ανέκαθεν παίξει τον ρόλο της αποκάλυψης της αλήθειας, όμως τελευταία δέχεται πολλή κριτική από αυτούς που δεν θέλουν να αποκαλύπτεται η αλήθεια. Στην ταινία σας παίρνετε μια θέση μάλλον κριτική απέναντι στον Τύπο. Τι προσπαθείτε να εκφράσετε σε σχέση με αυτό;

Νομίζω πως όλοι απαιτούν ακρίβεια από τον Τύπο. Τουλάχιστον ελπίζω ότι ισχύει αυτό. Η Κάθι Σκραγκς, που ήταν φημισμένη στην Πολιτεία της Γεωργίας, προσπαθούσε με τον τρόπο της να φτάσει στην αλήθεια. Ομως καμιά φορά οι απόψεις των δημοσιογράφων προτρέχουν και δεν εξετάζουν τα συμβάντα προσεκτικά … δεν πιστεύω όμως ότι η «Atlantic Journal», η εφημερίδα που παραπονέθηκε για την απεικόνιση της Κάθι Σκραγκς στην ταινία, προσπάθησε εσκεμμένα να διαστρεβλώσει τα γεγονότα. Είχαν τη λανθασμένη εντύπωση ότι γνώριζαν την αλήθεια και γι’ αυτό φέρθηκαν κάπως παράτολμα. Αυτό πιστεύω συμβαίνει και στις μέρες μας και συχνά γίνεται αιτία συγκρούσεων μεταξύ του Τύπου και του αναγνωστικού κοινού.

• Πιστεύετε ότι η ταινία σας αγγίζει το θέμα των «fake news»;

Νομίζω ότι όλα προέρχονται από το γεγονός ότι ο Τύπος βιάζεται να φτάσει σε συμπεράσματα… Μεγάλωσα έχοντας πολύ σεβασμό για έναν οργανισμό όπως το FBI, πίστευα ότι εκεί εργάζονταν οι πιο αγνοί άνθρωποι, αλλά τώρα βλέπουμε ότι κάνουν λάθη, αφήνουν να διαρρεύσουν πληροφορίες που δεν θα έπρεπε… Και είναι λίγο τρομακτικό, γιατί μπορεί να συμβούν κι άλλα λάθη όπως αυτό που έγινε με τον Τζούελ. Η κοινωνία θα γινόταν φρικιαστική, αν αυτά τα λάθη κυριαρχούσαν στον Τύπο.

• Αναρωτιέμαι αν συγκρίνετε την ιστορία της ταινίας σας με τα επίκαιρα γεγονότα της αμερικανικής πολιτικής, αναφέρομαι ειδικά στη δίωξη που αντιμετωπίζει ο Τραμπ. Πιστεύετε πως αυτά που συμβαίνουν στην κυβέρνηση αυτή τη στιγμή αποτελούν ένα ακόμα παράδειγμα της σύγκρουσης ενός προσώπου με τον νόμο;

Θα μπορούσε. Βλέπω μια ομοιότητα… πάντα κάπου κάποιος έχει να αντιμετωπίσει κάποια διαστρέβλωση των πραγμάτων, αυτό που βλέπουμε συχνά στα γουέστερν. Ο Ρίτσαρντ Τζούελ εκπροσωπεί αυτήν ακριβώς την κατάσταση – κάτι που εγώ ονομάζω «μεγάλη αμερικανική απάτη».

• Ποια είναι η γνώμη σας για την προεδρία Τραμπ;

Καλή, κακή και άσχημη (γέλια). Ο Τραμπ είναι απρόβλεπτος, κάθε μέρα είναι διαφορετική και ομολογώ ότι συμφωνώ με μερικά πράγματα… Δεν ανήκω πουθενά, όμως, ούτε ασπάζομαι μια συγκεκριμένη πολιτική φιλοσοφία. Απλά νομίζω ότι μπορώ να ξεχωρίσω τη χαζομάρα κάποιων, όταν τη βλέπω μπροστά μου, και βλέπω αρκετή αυτόν τον καιρό.

• Θα λέγατε πως υπάρχει μια γενικότερη τάση στις μέρες μας να δείχνουμε με το δάχτυλο ο ένας τον άλλον, η μια κοινότητα την άλλη;

Δεν κατηγορώ κανέναν γι’ αυτό που έγινε στον Τζούελ. Δεν κατηγορώ κανέναν για οτιδήποτε, εκτός και αν έχω άμεση γνώση των καταστάσεων. Με προβληματίζει όμως το γεγονός ότι ο καθένας υπερασπίζεται τον δικό του στόχο, οποίος κι αν είναι αυτός. Αναρωτιέμαι αν προοδεύουμε ή οπισθοχωρούμε όταν είμαστε έρμαια της μόδας του ενός και του άλλου… Νομίζω ότι ήταν καλύτερα τα πράγματα όταν οι άνθρωποι δεν έπαιρναν τον εαυτό τους και τις πράξεις τους τόσο στα σοβαρά.

Θα έπρεπε να είμαστε λίγο πιο έξυπνοι όσον αφορά τα φυλετικά προβλήματα ας πούμε. Μεγάλωσα στο Οκλαντ στην Καλιφόρνια, μια πόλη πολυεθνική. Καναμε πλάκα ο ένας στον άλλον, ακόμα και με φυλετικά υποκοριστικά, χωρίς να μας πειράζει, γελούσαμε. Τώρα δημιουργούνται εντάσεις, και γι’ αυτό καμιά φορά την ευθύνη έχει ο Τύπος, όταν μεγεθύνει ανούσια συμβάντα… Δεν με απασχολούν όμως αυτά. Η προσέγγισή μου είναι πάντα ενστικτώδης. Δεν με νοιάζει αν μια ιστορία μιλάει για λευκούς ή μαύρους. Αν είναι καλή, θα την πω καλή έτσι κι αλλιώς.

• Κοιτάζοντας πίσω, πώς βλέπετε τον δρόμο που πήρατε στην καριέρα σας;

Ημουν τυχερός που δούλεψα σε ταινίες που πήγαν καλά στην Αμερική και την Ευρώπη… Είναι σαν να παίζεις στο καζίνο, κάθε φορά που δουλεύεις σε κάτι καινούργιο, το ρισκάρεις. Κοντεύεις να τελειώσεις μια ταινία και αναρωτιέσαι αν θα θελήσει κανείς να τη δει (γέλια)… Και αμφιβάλλεις για τις ικανότητές σου, ενώ στην πραγματικότητα έχει να κάνει με την τύχη. Στο γκολφ λέμε «Καλύτερα τυχερός, παρά καλός».

Η δημιουργία στον κινηματογράφο είναι σαν να χτυπάς την μπάλα του γκολφ. Αν είσαι τυχερός, σημαίνει ότι έχεις διαλέξει σωστά το υλικό σου. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί παράγοντες, που έχουν να κάνουν με την παραγωγή, τη σκηνοθεσία και τη χρηματοδότηση. Κάθε φορά είναι διαφορετικό το παιχνίδι, και πάνω εκεί που νομίζεις πως το έχεις πιάσει το πράγμα, μπορεί να σου τη φέρει από εκεί που δεν το περιμένεις και να σε παρατήσει σαν μια θυμωμένη ερωμένη!

• Σε λίγο χρόνο θα γιορτάσετε τα 90 χρόνια σας. Εχετε σχέδια και ανεκπλήρωτες επιθυμίες για το μέλλον;

Ποτέ δεν ξερεις πότε θα φτάσεις στο τέλος. Οταν άρχισα να δουλεύω ως ηθοποιός πριν από 60 χρόνια, δεν το πίστευα ότι θα σταματούσα ποτέ. Και τώρα που έχω φτάσει εδώ που έχω φτάσει, αναρωτιέμαι γιατί είμαι ακόμα εδώ και δεν περνώ τον χρόνο μου σε οίκο ευγηρίας (γέλια). Ισως το οφείλω στα γονίδια που κληρονόμησα από τον παππού μου, δεν ξέρω, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να δίνω τον καλύτερό μου εαυτό σε ό,τι κάνω, όσο πάει.

• Ετοιμάζετε καινούργια ταινία;

Ναι, σκέφτομαι δυο-τρία πράγματα.

• Μια και αναφερθήκατε στον παππού σας, πείτε μας για την παιδική σας ηλικία.

Ο παππούς μου είχε κοτέτσια. Γεννήθηκα το 1930, την εποχή του Μεγάλου Κραχ. Δύσκολη εποχή. Αλλά ήμασταν παιδιά και δεν χρειαζόμασταν πολλά για να παίζουμε, μας έφτανε ένα ξύλο και μια πέτρα… Εκείνη την εποχή εκτιμούσαμε τα μικρά πράγματα.

• Οι ταινίες σας πολλές φορές αναφέρονται σε μοναχικούς ανθρώπους. Εχετε αισθανθεί συχνά στη ζωή σας σαν ξένος;

Ναι, νομίζω ότι θα μπορούσα να το σκεφτώ έτσι… αλλά δεν σκέφτομαι τέτοια.

Ιnfo 

«Η μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ» 

Σενάριο Μπιλ Ρέι. Παίζουν: Σαμ Ρόκγουελ, Τζον Χαμ, Ολίβια Γουάιλντ, Κάθι Μπέιτς, Πολ Γουάλτερ Χάουζερ.

Στις ελληνικές αίθουσες από την Odeon, από την Πέμπτη 16 Ιανουαρίου.