ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Νοτιοκορεάτης δημιουργός είναι διάσημος στους θαυμαστές της επιστημονικής φαντασίας, των ταινιών είδους, του μεγαλεπήβολου, ανατρεπτικού, βίαιου κορεατικού σινεμά, ήδη από το 2006 και τον «Επισκέπτη» του. Μέσα στα χρόνια, με το «Snowpiercer» του 2013, με το «Okja» του 2017 (παρεμπιπτόντως, πρώτη ταινία παραγωγής Netflix που διαγωνίστηκε στο Φεστιβάλ Κανών), ο Μπονγκ Τζουν-χο κέρδισε το ενδιαφέρον και την αναγνώριση ενός ευρύτερου κοινού.

Μέχρι φέτος, που τα «Παράσιτα» κέρδισαν στις Κάνες, το «φεστιβάλ του δημιουργού» με το μεγαλύτερο κύρος στον πλανήτη, τον Χρυσό Φοίνικα. Ακόμα καλύτερα, ο Μπονγκ Τζουν-χο δεν έκανε την παραμικρή έκπτωση στο σινεμά που υπηρετεί με πάθος, αλλά και το γέμισε με μια αιχμηρή πολιτική σκέψη που διαλύει συνειδήσεις.

Στα «Παράσιτα», μια φτωχή οικογένεια μικροαπατεώνων που ζει στη σκοτεινή πλευρά της Σεούλ έρχεται σε επαφή με το… αντίθετό της, μια οικογένεια πλουσίων που ζει σε ένα αριστουργηματικής αισθητικής σπίτι. Από τα χαμηλά του υπογείου στα ψηλά της ταξικής κοινωνίας, η συνεύρεση των δύο οικογενειών θα αποδειχθεί εκρηκτική.

«Η ανθρωπότητα εξελίχθηκε, αλλά το κενό μεταξύ πλουσίων και φτωχών παραμένει»

Ο σκηνοθέτης, οξυδερκής και χαριτωμένος συνομιλητής, εξηγεί την… μπαναλιτέ της αρχικής ιδέας του: «Πάντα εύχομαι να είχα να αφηγηθώ μια δραματική ιστορία για το πώς γεννήθηκε στο μυαλό μου η ιδέα μιας ταινίας – αλλά δεν έχω ποτέ κάτι τέτοιο. Ως άνθρωπος που πάντα γράφει σενάρια, βρίσκω ότι αυτές οι ιδέες βρίσκονται πάντα μαζί μου, σημαδεμένες πάνω στο σώμα μου, σαν αυτή τη γρατζουνιά που έχω στο χέρι μου. Οταν πηγαίνω σπίτι και βλέπω ότι έχω μια γρατζουνιά στο σώμα μου, δεν ξέρω πότε ή πώς έγινε, αλλά βρίσκεται ήδη εκεί. Ετσι ξεκινούν όλα».

Το σημαντικό για τον Μπονγκ Τζουν-χο σ’ αυτήν την ταινία ήταν τα όρια μεταξύ καλού και κακού να είναι όσο γίνεται πιο θαμπά: «Ειδικά στα κορεατικά τηλεοπτικά σόου και τις σαπουνόπερες, οι συμβατικοί κακοί είναι τόσο τέλεια άπληστοι, μεταχειρίζονται τους κατώτερούς τους με βία, απίστευτη σκληρότητα και τους συντρίβουν. Στα “Παράσιτα” κανείς δεν είναι στ’ αλήθεια κακός, αλλά παρ’ όλα αυτά όλοι οδηγούνται σε μια τραγωδία κι αυτή είναι η ειρωνεία της ταινίας. Ακόμα κι οι φτωχοί ήρωες δεν είναι άγγελοι, κάνουν κακές πράξεις και τους βλέπεις στο τέλος της ταινίας να τιμωρούνται».

Η όψη της Σεούλ, όπως την αποτυπώνει ο Μπονγκ Τζουν-χο, δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα της ευμάρειας στην οποία είμαστε συνηθισμένοι: «Το 1995, όταν πρωτοείδα το “Μίσος” του Ματιέ Κασοβίτς», εξηγεί, «με εξέπληξε ότι υπήρχαν τέτοιες περιοχές στο Παρίσι, δεν ήξερα ότι υπήρχαν υποβαθμισμένα προάστια. Στο “Florida Project” ένιωσα το ίδιο, για μένα η Φλόριντα ήταν πάντα λιακάδα και πλούσιοι άνθρωποι. Η Κορέα είναι, τώρα, μια πολύ πλούσια χώρα, πολύ αναπτυγμένη, αλλά όταν μια χώρα γίνεται τόσο πλούσια, αναλογικά το κενό μεταξύ των τάξεων διευρύνεται, μεγαλώνει. Οχι ότι οι μισοί άνθρωποι της χώρας είναι άποροι, αλλά υφίσταται στην κοινωνία μας. Οταν επισκεφθείς τη Σεούλ και φύγεις από τους μεγάλους δρόμους και περιπλανηθείς στα πίσω δρομάκια, θα δεις πολλά από αυτά τα ημιυπόγεια σπίτια που είδατε στην ταινία κι από τα παράθυρα θα δεις τις οικογένειες μέσα στα σπίτια αυτά. Απλώς πρέπει να κοιτάξεις καλύτερα».

Παρότι τα «Παράσιτα» είναι, μεταξύ άλλων, μια κατάμαυρη κωμωδία, ο σκηνοθέτης δεν θεωρεί ότι αυτή η εικόνα εκφράζει απολύτως την κοσμοθεωρία του: «Δεν νομίζω πως είμαι πεσιμιστής για όλα. Αλλά ήθελα να είμαι ειλικρινής απέναντι στην αλήθεια που στέκεται μπροστά μας. Η ανθρωπότητα κατάφερε τόση εξέλιξη, αλλά αν αναλογιστούμε τα περασμένα είκοσι-τριάντα χρόνια, λιγόστεψε το κενό μεταξύ πλούσιων και φτωχών; Οχι στ’ αλήθεια. Εχω έναν γιο, δεν νομίζω ότι στη γενιά του τα πράγματα θα βελτιωθούν κι αυτό είναι πηγή μεγάλου φόβου. Ηθελα να είμαι ειλικρινής μ’ αυτόν τον φόβο κι αυτή τη θλίψη και να την αποδώσω. Στην ταινία βλέπουμε τον γιο της φτωχής οικογένειας να ονειρεύεται ότι θα αγοράσει μια βίλα. Ως θεατές θλιβόμαστε, γιατί ξέρουμε ότι ποτέ δεν θα μπορέσει».

Λίγο πριν τιμηθεί με τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Κανών, ο Μπονγκ Τζουν-χο μίλησε ανοιχτά για το πώς αντιμετωπίζει τα βραβεία: «Ημουν στην κριτική επιτροπή κάποιων φεστιβάλ, όπως στο Σαν Σεμπαστιάν, στο Σάντανς και στο Βερολίνο, και τώρα που έχω περάσει απ’ αυτή τη διαδικασία, καταλαβαίνω πόσο παράξενη είναι. Το να είσαι σε μια κριτική επιτροπή είναι πράγμα δύσκολο και πρέπει να του αφιερώνεις πολλή σκέψη, αλλά υπάρχουν στιγμές όπου μόλις 30 λεπτά πριν από την ανακοίνωση αλλάζει εντελώς η απόφαση. Και βέβαια οι ίδιοι οι σκηνοθέτες δεν έχουν ιδέα ότι έτσι συνέβη στα παρασκήνια. Οπότε συνειδητοποιώ ότι η τύχη είναι καθοριστικός παράγοντας στο να κερδίσεις ένα βραβείο. Απ’ αυτές τις μικρές εμπειρίες, ξέρω πώς είναι η διαδικασία και νιώθω πολύ πιο άνετα».

Ετσι κι αλλιώς, σε κάθε στιγμή της ζωής του, ο Μπονγκ Τζουν-χο ανατρέχει στο δικό του όπλο: «Χωρίς το χιούμορ δεν νομίζω ότι μπορώ να κάνω τίποτε. Ακόμα κι αν το μήνυμα που θέλω να μεταφέρω εμπεριέχει πολιτικό σχόλιο, θέλω να χρησιμοποιώ χιούμορ για να το διατυπώνω κι αυτό μοιάζει σαν να κρύβω ένα κοφτερό μαχαίρι πίσω από τις πλάτες των ηρώων, έχει μια δύναμη. Και νομίζω ότι έχω μια διεστραμμένη επιθυμία: όταν το κοινό γελά, θέλω να νιώθουν ότι δεν θα έπρεπε να γελούν, να λυπούνται τους ήρωες για τους οποίους γελούν, να νιώθουν ενοχές».


Ιnfo: Στους κινηματογράφους, από τη Seven Films.