ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σ’ αυτή την ταινία, δημιουργοί είναι τρεις, πέντε, πολλές γυναίκες. Η Σελίν Σιαμά, που από την αρχή της καριέρας της (το «Water Lilies» το 2007, το «Αγοροκόριτσο» το 2010, τα «Κορίτσια» το 2015) μίλησε με τις ταινίες για την απελευθέρωση από την ταυτότητα του φύλου, έκανε φέτος την πιο φιλόδοξη ταινία της, τιμήθηκε με το Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Κανών και ούτε για μια στιγμή δεν εμφανίστηκε μόνη της. Κοντά της, οι δυο πρωταγωνίστριές της, Νοεμί Μερλάν και Αντέλ Ενέλ.

Η ταινία εκτυλίσσεται στη Βρετάνη του 1770. Εκεί φτάνει η Μαριάν, μια χειραφετημένη νεαρή ζωγράφος, μια επαγγελματίας την εποχή που κάτι τέτοιο περιορίζεται περίπου μόνο σε υπηρετικό προσωπικό ή πόρνες.

Η ανάθεσή της είναι να κάνει το πορτρέτο της κόρης του σπιτιού, της Ελοΐζ: ο πίνακας θα σταλεί στον υποψήφιο σύζυγο στο Μιλάνο για να κρίνει εκείνος αν θα προχωρήσει το συνοικέσιο. Η Ελοΐζ αρνείται να καθίσει για τον πίνακα – αν δεν υπάρξει η ζωγραφιά, ίσως δεν υπάρξει κι ο γάμος. Ανάμεσα στις δυο κοπέλες, στις βόλτες και στις κουβέντες τους, θα γεννηθεί ένα σιωπηλός έρωτας, απόλυτα απαγορευμένος.

«Αρχισα να ονειρεύομαι αυτή την ταινία πριν τέσσερα-πέντε χρόνια», εξηγεί ο Σελίν Σιαμά, «δεν προσαρμόστηκα σκόπιμα στη σημερινή συζήτηση για τη θέση της γυναίκας. Εγώ δεν άλλαξα τον τρόπο που μιλάω και δεν φωνάζω ποτέ. Δεν είναι σύμπτωση, όμως, ότι συμβαίνουν πράγματα ταυτόχρονα. Είναι επειδή έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε πολιτικά».

Με την ίδια «πολιτική οικονομία», η Σιαμά προσδιορίζει ότι η ταινία της δεν έχει ως αντικείμενο το «γυναικείο βλέμμα», όπως κάποιος εύκολα θα έκρινε, αλλά το «βλέμμα» που, εν προκειμένω, συνδέει δυο ηρωίδες με μια ολόκληρη ομάδα γυναικών. «Το “Πορτρέτο” είναι μια οργανική αλληλουχία βλεμμάτων: αν στην ταινία κοιτάζεις εμένα, εγώ ποιον κοιτάζω; Εγώ κοιτούσα τη Νοεμί να κοιτάζει την Αντέλ που με κοίταζε για να της δείξω πώς να κοιτάζει. Κι αυτό μέσα από τον φακό της διευθύντριας φωτογραφίας και τον πίνακα που ζωγράφιζε η πραγματική καλλιτέχνης. Υπάρχει κάτι το μυστήριο σ’ αυτή τη σχέση».

Κι εξηγεί ακόμα περισσότερο: «Ο διεθνής Τύπος μού λέει ότι έκανα μια ταινία για το γυναικείο βλέμμα. Και ισχύει. Αλλά πάντα κοιτάζουμε στη μία πλευρά αυτής της ιστορίας. Ως γυναίκες προσποιούμαστε ότι υπάρχει ένα ιδιαίτερο γυναικείο βλέμμα ενώ, ως γυναίκες, μεγαλώσαμε σ’ έναν κόσμο όπου μας είπαν ότι η γυναικεία φαντασία είναι εκείνη των ανδρών.

Μεγάλωσα σ’ αυτόν τον κόσμο, τον γνωρίζω πολύ καλά, μπορώ να ταυτιστώ μ’ οποιονδήποτε κι έχω περάσει όλη μου τη ζωή ταυτιζόμενη με τους άνδρες. Ως γυναίκες είμαστε υβρίδια, δεν έχουμε το “δικό μας” βλέμμα, είμαστε πιο ελεύθερες να δημιουργήσουμε και να σχετιστούμε με τα πάντα.

Το ανδρικό βλέμμα θα έπρεπε να αποδομηθεί περισσότερο γιατί εμείς γνωρίζουμε και τα δυο. Μ’ έχουν εξιτάρει, συγκινήσει, πολλές φορές ταινίες που με μισούσαν και βρήκα σέξι ταινίες με ανδρικό βλέμμα. Τους άντρες να ρωτήσουμε, πώς σχετίζονται με κάτι που δεν ξέρουν;».

Οι δυο πρωταγωνίστριες της ταινίας, η πολυβραβευμένη (και μούσα της Σιαμά), Αντέλ Ενέλ στον ρόλο της Ελοΐζ και η πολύ λιγότερο γνωστή, απόλυτα καθηλωτική, Νοεμί Μερλάν, μιλούν για την ταινία και τη συνεργασία τους, σαν να σκέφτονται και να δούλεψαν σαν μία γυναίκα: «Θεωρώ πως αυτή η ταινία προσπαθεί να εφεύρει έναν διαφορετικό κώδικα επικοινωνίας», λέει η Ενέλ, «να εξερευνήσει τον ερωτισμό μ’ έναν τρόπο σπάνιο. Θεατές, ή κριτικοί, σχολιάζουν ότι η ταινία δεν έχει σκηνές σεξ, ενώ θα έπρεπε, ίσως, ν’ αναρωτηθούν, πώς αποτυπώνει κανείς το σεξ μ’ έναν τρόπο εκτός του αναμενόμενου;».

Κι η Μερλάν προσθέτει: «Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας επινοούσαμε, εφευρίσκαμε τρόπους έκφρασης που να δηλώνουν κάτι αλλά να παραμένουν σχεδόν αόρατοι, διαφανείς. Κι η ικανοποίηση που σου προσφέρει η φαντασία αποτελεί μέρος του αισθησιασμού της ταινίας».

Κι αν ο ρομαντισμός και η (τόσο ήσυχη) αιχμή του σεναρίου και της εικόνας απλώνονται σαν πέπλο στη σκέψη του θεατή, μία σκηνή χαράσσεται στο μυαλό, μια βιαστική, κατ’ οίκον έκτρωση: «Κάνουμε μια ταινία για λίγες σκηνές», εξηγεί η Σιαμά. «Δεν εννοώ πως η ταινία ήταν απλώς το όχημα για να πω αυτή τη σκηνή, αλλά κάποιες τέτοιες σκηνές είναι που σε κάνουν γενναίο, σε κάνουν να τα βγάλεις πέρα με την όλη διαδικασία του να κάνεις ταινίες, σε κάνουν να μην εγκαταλείπεις: η σκηνή της έκτρωσης είναι μια τέτοια, δομική σκηνή. Στην προετοιμασία του φιλμ, δούλεψα με ειδήμονες, ιστορικούς, που είχαν τις απαντήσεις για όλα.

Αλλά όχι γι’ αυτό, δεν ήξεραν αν και πώς γίνονταν εκτρώσεις εκείνη την εποχή. Γι’ αυτό πρέπει να επιμένεις σ’ αυτές τις σκηνές. Υπάρχει μια Γαλλίδα συγγραφέας που θαυμάζω πολύ, λέγεται Ανί Ερνό, είναι μια πολύ σημαντική προσωπικότητα, έγραψε σ’ ένα βιβλίο της αυτή την πρόταση, σε κανένα μουσείο του κόσμου δεν υπάρχει η φράση “η κυρία των εκτρώσεων” – στα γαλλικά τις λέμε “εκείνες που κατασκευάζουν τους αγγέλους” – δεν υπάρχει ούτε ένας πίνακας τέτοιος κι έτσι πρέπει να δημιουργήσουμε αυτή την εικόνα που δεν μας έχει δοθεί. Γιατί αυτό είναι το πιο στενάχωρο στο ότι οι γυναίκες καλλιτέχνες διαγράφηκαν ή δεν τους επιτράπηκε να εκφραστούν. Oι εικόνες που θα είχαν φτιάξει δεν λείπουν μόνο από την Ιστορία της Τέχνης, λείπουν κι από τη ζωή μας».

info: Προβάλλεται στους κινηματογράφους από την Πέμπτη από τη Spentzos Film.