Μπορεί ο Αλμοδόβαρ να είναι ένας από τους σπουδαιότερους και ωραιότερους σύγχρονους σκηνοθέτες, αλλά σίγουρα δεν φημίζεται ως γλυκός ή προσηνής άνθρωπος. Ετσι, όταν το συννεφιασμένο πρωί μετά την επίσημη πρεμιέρα της νέας του ταινίας, «Πόνος και δόξα», ξεκίνησε τη συζήτησή του με τους δημοσιογράφους λέγοντας ότι «αυτή είναι η πιο χαρούμενη βροχή που έχω δει», ήταν ξεκάθαρο: ο Αλμοδόβαρ ήταν ικανοποιημένος από την ανταπόκριση του κόσμου και της κριτικής.
Ξεκάθαρα αυτοβιογραφική, παρότι εμπλουτισμένη και με στοιχεία μυθοπλασίας, η ταινία παρακολουθεί έναν διάσημο σκηνοθέτη –ενσαρκώνει ο Αντόνιο Μπαντέρας, με θαυμάσια στιλιστική ομοιότητα με τον Αλμοδόβαρ– ο οποίος βρίσκεται σε υπαρξιακή αγωνία: θα μπορέσει το ώριμο, καταπονημένο σώμα του να αντέξει το γύρισμα μιας ακόμα ή περισσότερων ταινιών;
Ο σκηνοθέτης, ο (σωτήρας) Σάλβο, συναντά τον παλιό του πρωταγωνιστή με τον οποίο έχουν ψυχρανθεί για χρόνια και δίπλα του, με διαλείμματα αναδρομής στα παιδικά του χρόνια, στην αναζήτηση της αποδοχής της μητέρας του, στο πρώτο του ερωτικό σκίρτημα, αποδομεί κι ανασυνθέτει τη ζωή του και τη δύναμη της δημιουργίας του.
Ο Αλμοδόβαρ κάνει ένα φιλμ αριστουργηματικό, παραδόξως μινιμαλιστικό για τα δικά του αισθητικά μέτρα. Μια ώριμη ταινία, βαθιά συγκινητική και πνευματική, χωρίς να της λείπει το χιούμορ, που θα μπορούσε να θεωρηθεί κι επίλογος της φιλμογραφίας του ή αποχαιρετισμός, αν ο σκηνοθέτης δεν υποσχόταν, όπως και ο ήρωάς του, να κάνει πολλές ακόμα ταινίες – ή τουλάχιστον μία. Ειδικά, φανταζόμαστε, αν το «Πόνος και δόξα» τού χαρίσει, επιτέλους, τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Κανών που ποτέ δεν έχει κερδίσει, στις έξι του, ώς τώρα, συμμετοχές.
Μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου, ο Αντόνιο Μπαντέρας, έχοντας ξεπεράσει κι ο ίδιος, τόσο παρόμοια με τον Σάλβο, ένα έμφραγμα, έδειξε ιδιαίτερα τρυφερός προς τον Αλμοδόβαρ (το βράδυ της επίσημης πρεμιέρας χαμογελούσε κλαίγοντας και φίλησε τον σκηνοθέτη του στο μέτωπο). Καθώς ο ήρωας του φιλμ αγκιστρώνεται σε μια σειρά από εθισμούς, ο Μπαντέρας εξήγησε ότι ο δικός του εθισμός, σήμερα, είναι να ξαναβρεί τον εαυτό του.
«Ομως η ταινία δεν πραγματεύεται μόνο τον εθισμό, αλλά τη συμφιλίωση, τους κύκλους που αφήνουμε ανοιχτούς στη ζωή μας, με την οικογένειά μας, με τους εραστές μας, με το σινεμά. Κι είναι μια ταινία για το ταξίδι που κάναμε μαζί με τον Πέδρο τα τελευταία 40 χρόνια, που σχετίζεται όχι μόνο με μας τους δύο, αλλά και μ’ αυτή τη χώρα, την Ισπανία».

Η Πενέλοπε Κρουζ, υπέροχη στον ρόλο της μητέρας του Σάλβο, στο ίδιο ύφος με τον ρόλο της στο «Volver», μοιράστηκε ότι ο δικός της εθισμός ήταν ανέκαθεν… η οικογένειά της. «Και η οικογένεια όπου μεγάλωσα κι ακόμα περισσότερο απ’ όταν έκανα τη δική μου. Η οικογένειά μου με γλίτωσε από πολλά προβλήματα και με βοήθησε να βρω τον εαυτό μου. Κι ο άλλος εθισμός μου είναι το σινεμά. Ξεκίνησα στα 17 και θυμάμαι ότι, όταν τελείωσα το πρώτο μου γύρισμα, σκέφτηκα, αν είναι το τελευταίο, δεν θα το αντέξω, πρέπει να το νιώσω ξανά αυτό το βαθύ συναίσθημα, αλλιώς δεν ξέρω τι να κάνω στη ζωή μου».
Οσο για τον ίδιο τον Αλμοδόβαρ, τον άνθρωπο που έχει την ικανότητα και το μεγαλείο να συγκεντρώνει γύρω του αυτή την «οικογένεια» ταλέντου και να φέρνει στην επιφάνεια τον καλύτερο εαυτό της, δήλωσε ότι οι ταινίες που έχει κάνει ώς τώρα, ήταν ακριβώς εκείνες που ήθελε να κάνει.
«Είμαι ο αφέντης της δικής μου καριέρας. Και τα λάθη είναι επίσης δικά μου και τα αναγνωρίζω. Και τώρα δουλεύω πάλι, σε δύο κινηματογραφικές διασκευές και, ομολογώ, πολύ απέχω από την επώδυνη κατάσταση που ζει ο ήρωάς μου. Δεν θέλω, σε καμία περίπτωση, να χάσω το πάθος μου για την κινηματογραφική περιπέτεια».
Αν υπήρχε Χρυσός Φοίνικας εμφάνισης στο κόκκινο χαλί, φέτος σίγουρα θα τον κέρδιζε η ομάδα συντελεστών του «Port Authority» της Ντάνιελ Λέσοβιτς. Η ιστορία, ως περιγραφή, ανήκει σ’ οποιαδήποτε κλισέ ρομαντική ιστορία από το ’50 ώς σήμερα. Ενας λευκός νεαρός από το Πίτσμπεργκ φτάνει στη Νέα Υόρκη κι ερωτεύεται ένα κορίτσι, αλλά ο περίγυρος του καθενός απορρίπτει την ύπαρξη του άλλου.
Μόνο που ο «περίγυρος» αυτός είναι ο μαγικός, εθιστικός κόσμος του vogueing και η πανέμορφη πρωταγωνίστρια Λέινα Μπλουμ (δίπλα στον Φιον Γουάιτχεντ που γνωρίσαμε στη «Δουνκέρκη») είναι ένα τρανς κορίτσι, στην ταινία και στη ζωή – όπου έχει αναδειχθεί ως το πρώτο διεμφυλικό μοντέλο της Vogue.
Η απίθανη ενέργεια της ταινίας υπερβαίνει το προβλέψιμο σενάριό της και η εικόνα της εκλύει μεταδοτικά πυροτεχνήματα. Παραγωγή του Hercules Fund του Πάρι Κασιδόκωστα-Λάτση, το «Port Authority» φέρει ως executive producer τον Μάρτιν Σκορσέζε: αν ο σκηνοθέτης ανέλαβε την ταινία επειδή συνειδητοποίησε ότι η Νέα Υόρκη των ορίων, όπως εκείνος κατ’ εξοχήν περιέγραφε στις ταινίες του, έχει μεταμορφωθεί σ’ αυτή την εικόνα σήμερα, ο θαυμασμός μας γι’ αυτόν μεγαλώνει ακόμα περισσότερο.
Κι επειδή φεστιβάλ δεν είναι μόνο οι ταινίες, όσοι μπόρεσαν ή θέλησαν να ξεφύγουν από τη βραδινή προβολή του Σαββάτου, το Περίπτερο του Ισραήλ διοργάνωσε άνετο και φιλόξενο κοκτέιλ, ώστε όλοι οι Ευρωπαίοι να δουν μαζί κάτι άλλο στην οθόνη: τη Eurovision!
